Μέσα στό χριστολογικό ἑορτολογικό κλίμα τῆς Μεσοπεντηκοστῆς τελέσαμε τά ἀπό μακροῦ χρόνου προγραμματισμένα ἐγκαίνια τῆς ἐκκλησίας τοῦ Παντοκράτορος στό Πάϊκο.

Ἡ ἡμέρα συναποδιδόταν στή μνήμη τοῦ Ἀναργύρου ἁγίου Θαλλελαίου (τοῦ ἀναργύρου ἐκείνου ἁγίου καί μάρτυρα πού ἔθαλλε ἔλαιον ἰάσεως), στή μνήμη τῆς ἁγίας Λυδίας τῆς Φιλιππησίας καί ἄλλων πολλῶν Ἁγίων, ὅπως καί στή μετακομιδή τοῦ μυροβλύζοντος ἁγίου Νικολάου ἀπό τά Μύρα τῆς Λυκίας στό Μπάρι τῆς Ἰταλίας.

Οἱ ἱερές συμπτώσεις ἔχουν μιά ἀναλογική σημασία γιά τά τελεσθέντα ἐγκαίνια.

Τά μαρτυρικά λείψανα τῶν ἐγκαινίων, ὡς ἐν προκειμένῳ τῶν ἱερομαρτύρων ἁγίων Χαραλάμπους, Ἐλευθερίου καί Ραφαήλ, ἀναβλύζουν ἰάματα πνευματικῆς θεραπείας μέσα ἀπό τό τελούμενο λειτουργικό μυστήριο τῆς θείας κοινωνίας.

Συνάμα, τό λειτουργικό μυστήριο εἶναι ἡ τελειότητα τῆς ἀποστολικῆς ὁμολογίας καί τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος γιά τό Σωτήρα καί Κύριο.

Καί ἡ λειτουργική μέθεξη τοῦ Θεοῦ ἐνεργοποιεῖ τό ἅγιο μύρο τῆς Χρίσεως.

Πολύ περισσότερο ἀπό τόν ἄψυχο ναό, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀναδεικνυόμαστε ἔμψυχοι ναοί τῆς θείας λατρείας τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου.

Ἀφ᾽ ἑσπέρας, πρίν μεταβοῦμε στόν Ἀκροπόταμο γιά τίς ἐκεῖ ἑόρτιες ἐκδηλώσεις ἀναφορᾶς στήν 19η Μαΐου, μεταφέραμε τά ἱερά λείψανα τοῦ ἐγκαινισμοῦ καί τελέσαμε τόν καθιερωμένο Ἑσπερινό.

Τό πρωί τῆς 20ῆς Μαΐου τελέσθηκε ὁ Ὄρθρος καί προσελθόντες κατά τήν Δοξολογία στό ἐγκαινιασμένο Παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, παραλάβαμε τά χαριτόβρυτα μαρτυρικά λείψανα καί τελέσαμε στή συνέχεια τήν κατανυκτική καί μεγαλειώδη συνάμα ἱερουργία τῶν Ἐγκαινίων, συμπαραστατούμενοι ἀπό τόν καθηγούμενο π. Βησσαρίωνα, τούς ἀρχιμανδρίτες π. Νικόδημο καί π. Θεόκλητο, τούς πρεσβυτέρους π. Ἰωάννη, π. Δανιήλ καί π. Χρῆστο, τούς διακόνους Μιχαήλ, Ραφαήλ καί Σεραφείμ, μέ τήν ὑπουργία τῶν πατέρων Ἰγνατίου, Παντελεήμονος καί Εὐσταθίου, μέ συμμετοχή προσκυνητῶν μεταξύ τῶν ὁποίων οἱ π. Χριστόδουλος καί π. Προτέριος.

Πρεσβυτέρες καί παιδιά τῶν ἱερατικῶν οἰκογενειῶν ἔφεραν τά ἑξαπτέρυγα καί τίς λαμπάδες, ἀλλά καί συνέψαλαν χορωδιακά μέ τούς ψάλλοντες. Ἡ ὅλη τελετουργία μεταδιδόταν διαδικτυακά καί κατά περίσταση ἐξηγούσαμε τήν ἱερά-καθαγιαστική εἴτε τήν χρηστική-πρακτική σημασία τῶν τελουμένων.

Τελέσαμε τήν πρώτη Ἀρχιερατική θεία Λειτουργία στήν καθαγιασμένη ἁγία Τράπεζα καί κοινωνήσαμε πολλούς τῶν προσελθόντων, μέ πρῶτα πλῆθος παιδιῶν μέ τούς γονεῖς τους.

Ἀναντίρρητα αὐτές οἱ εἰκόνες, πού ἀποτυπώνονται εὔκολα καί ἔντονα στόν ἀθῶο παιδικό ψυχισμό, συναπαρτίζουν βιώματα ἐκκλησιοποίησης τῶν παιδικῶν καρδιῶν, ἰδίως μάλιστα ὅταν ἔχουν συνέχεια καί σφραγίζουν τήν ὅλη ἀνάπτυξη τῶν παιδιῶν.

Δέν παραλείψαμε νά μνημονεύσουμε τούς δωρητές τῆς ἀνεγέρσεως τῆς Ἐκκλησίας, κυρίως μιά οἰκογένεια Ἀθηναίων ἰατρῶν, ἀλλά καί νά ἐπευλογήσουμε ὅσους συνεκοπίασαν ἐθελοντικά συνεργώντας στήν ὁλοκλήρωση τῆς νέας αὐτῆς ἐκκλησίας, ὅπου θά τελοῦνται ἐπί σαράντα ἡμέρες συνεχόμενα θεῖες λειτουργίες.

Ἡ νέα ἐκκλησία θά πανηγυρίζει τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, τῆς Μεταμορφώσεως, καθώς καί τήν 1η Αὐγούστου γιά τήν ἐπέτειο ἀνευρέσεως τῆς ἐγκολπίου εἰκόνος τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου στή Θερμή τῆς Λέσβου, ἀλλά καί στίς ἑορτίους ἤ ἔστω τίς μεθεόρτους ἡμέρες μνήμης τῶν Ἁγίων τῶν ὁποίων ἱερά ἀποτμήματα λειψάνων καταθέσαμε στόν ἐγκαινισμό (τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους, Ἐλευθερίου καί Ραφαήλ).

Μετά τήν πρώτη ἱερουργία, ἐπακολούθησε πλούσια δεξίωση γιά μᾶς καί τούς συλλειτουργούς μας, ἀλλά καί τούς μετασχόντας τῆς τελετουργίας καί τῆς θείας λειτουργίας.

Ἦταν μιά εὐλογημένη εὐκαιρία παρά Θεοῦ, νά ἀναδιφήσουμε στή λατρευτική μας ἀναφορά καί ταύτιση καί ἑνότητα μέ τόν Σωτήρα καί Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό τόν Παντοκράτορα, τήν περίοδο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, μεθέορτα τοῦ σωτηρίου Πάσχα καί προεόρτια τῆς Ἀναλήψεως καί τῆς Πεντηκοστῆς.

Σ᾽ αὐτό τό πολλαπλά εὐλογημένο γεγονός καί τή σημασία τους ἀναφερόμαστε εἰδικότερα ὡς ἀκολούθως.

Ἐγκαινιάζοντας καί ἐγκαινιζόμενοι στόν Παντοκράτορα

Οἱ πρῶτοι μ.Χ. αἰῶνες, σ᾽ ἕνα περιβάλλον ρωμαϊκῆς μονοκρατορίας, προτιμοῦσαν τήν βιβλική κυριολεξία “Κύριος Ἰησοῦς Χριστός”, τήν εὐαγγελική καί ἀποστολική ὁμολογία “Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ/Πατρός” ἤ τήν προφητική καί ἀποστολική ὁρολογία “Υἱός ἀνθρώπου” ἤ “Ἀμνός τοῦ Θεοῦ”.

Γιά νά ἀποδώσουν ὁμολογιακά τήν προαιώνια θεϊκή τελειότητα καί τήν ἐν χρόνῳ ἀνθρώπινη τελειότητα τοῦ Σωτῆρος.

Αὐτό πού ἡ κοσμική πολιτειακή τάξη ὑποχρεωνόταν νά ἀναγνωρίσει στό Ρωμαῖο imperatora, τήν ἀπόλυτη ἐπικυριαρχία στή γνωστή οἰκουμένη, ἕνα εἶδος παντοκρατορίας, σταδιακά ὁ ἀποστολικός προφητισμός θά τό ἀπέδιδε μέ τήν ἀπόλυτη θεϊκή σημασία του στό Θεό-Παντοκράτορα, ὅπως τό βλέπουμε νά ὁμολογεῖται στό Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως.

Ταυτόσημα ὡστόσο, μέ μιάν ἀμεσότητα ἤ καί μέ μιάν ἔμμεση θεολογική ἀναφορά, διαπιστώνουμε ὅτι ἀποδίδεται καί στό Σωτήρα Θεό-Κύριο ὁ χαρακτηρισμός “τό Α καί τό Ω, ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ” (βλ. Ἀποκάλυψη).

Ὅσο περνοῦσαν οἱ αἰῶνες μ.Χ. καί ἡ κοινωνία ἀφομοίωνε τή χριστιανοσύνη ἤ ἀφομοιωνόταν μέσα σ᾽ αὐτήν, χάρη στήν ποιμαντική καί τήν ἁγιότητα καί τήν καθιερούμενη ὀργάνωση (ἄν θέλετε) τῆς ἐκκλησιαστικῆς μαρτυρίας, χάρη καί στήν πολιτειακή καί κοινωνική προσαρμογή, φθάσαμε στό σημεῖο νά ἐνεικονίζεται στό δεσπόζον σημεῖο τῶν ναῶν ὁ Κύριος ὡς Παντοκράτορας.

Εἴχαμε πλέον εἰκόνες καί ὁλόκληρα μοναστήρια καί ναούς ἀφιερωμένους εἰδικά σ᾽ αὐτήν τή λατρευτική ἐπωνυμία τοῦ Σωτῆρος. Καί μέ αὐτήν τήν εἰκονιστική ἤ κτιτορική φερωνυμία πρός τό λατρευόμενο Θεό της καί Κύριο ἡ χριστιανοσύνη θεᾶται ἀνακεφαλαιωμένο τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, τό π.Χ. καί τό μ.Χ.

Ἑρμηνεύει τήν Ἰωάννεια ἀποστολική αὐτοδιακήρυξη τοῦ Σωτῆρος “ἐγώ καί ὁ πατήρ ἕν ἐσμέν ” (Ἰω. 10:30) καί πρό τοῦ Πάθους “ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν ” (Ἰω. 17:22).

Ὁ Παντοκράτωρ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ εὐδοκία τῆς Ἁγίας Τριάδος γιά τή δημιουργική σύσταση καί τήν ἀναδημιουργική λύτρωση-ἀνασύσταση-ἀνακεφαλαίωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους καί ὅλου τοῦ κόσμου.

Αὐτήν τήν Τριαδική θεία εὐδοκία πού πραγμάτωσε ἱστορικά ὁ σαρκωμένος Υἱός τοῦ Πατρός, τήν εἰσπράττουμε μέ τήν πίστη καί τήν ἐκκλησιαστική ζωή, τήν ὁμολογοῦμε μέ τό “Πιστεύω” τῆς γλώσσας καί τοῦ νοῦ-καρδιᾶς καί τῶν ἔργων, τήν ἑορτάζουμε μέ λατρεύουσα εὐγνωμοσύνη στίς Δεσποτικές ἑορτές, ἀναφερόμαστε σ᾽ αὐτήν σέ ὅλες τίς καθημερινές καί τίς λειτουργικές προσευχές καί ἐπικλήσεις.

Καί μάλιστα, ἀνθομολογοῦμε τήν ἀπόλυτη πίστη μας ἀσύγχυτα καί ἀδιαίρετα στό μόνο Παντοκράτορα, τό Θεό Πατέρα καί τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί τό Παντοκρατορικό Ἅγιο Πνεῦμα.

Γι᾽ αὐτό καί ἀναγόμαστε πάντοτε σέ Τριαδική δοξολογία. Ἤ κι ἄν ἀκόμη ἡ ὑμνολογία ἑστιάζει εἰδικά στό πρόσωπο τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου μας, πάντως συνδοξολογεῖται καί συλλατρεύεται ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς.

Ἄλλωστε δέν ἔλειψαν καί οἱ ναοί καί τά μοναστήρια καί οἱ εἰκόνες καί πολύ περισσότερο τά ὑμνολογήματα τά ἀποδιδόμενα ρητῶς στήν Ἁγία Τριάδα.

Αὐτές τίς μέρες θελήσαμε νά ἐγκαινιάσουμε ἄλλο ἕνα Ναό, μιά ἐκκλησία ἀφιερωμένη στόν Παντοκράτορα. Ἐπιλέξαμε εἰδικά τήν περισσῶς χαρμόσυνη περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου καί μάλιστα τά ἄμεσα μεθέορτα τῆς Μεσοπεντηκοστῆς.

Τά ἱερά ἀναγνώσματα καί τά ὑμνωδήματα καί ἡ σημασία τῆς ἔνθετης αὐτῆς περιόδου (ἀπό τό Πάσχα πρός τήν Ἀνάληψη καί τήν Πεντηκοστή) μᾶς ἀνάγουν στήν αὐταποκάλυψη τοῦ Κυρίου στούς Ἰουδαίους κατά τήν ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας.

Θεολογώντας περί τοῦ Κυρίου ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης παραθέτει διαλόγους τοῦ Κυρίου μέ τούς Ἰουδαίους καί μάλιστα τούς νομοδιδασκάλους, ὅπως καί μέ τόν ὀμματωθέντα τυφλό καί τούς μαθητές Του, ὅπου αὐτοφανερώνεται. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἐνσωματώνει αὐτούς τούς διαλόγους τῆς αὐτοφανέρωσης τοῦ Κυρίου, κατά τή διάρκεια ἑορτασμοῦ τῆς Σκηνοπηγίας στά Ἰεροσόλυμα. Παραθέτω δυό-τρία σημεῖα:

«ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (Ἰω. 7:37)· «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (7:38-39).

«ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (8:12)· «ἐγώ εἰμι ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμαυτοῦ, καὶ μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὁ πέμψας με πατήρ» (8:18)· «καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (8:32)
«ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου»· «… σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;»· «καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν» (9:5· 35· 37)
«καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ, κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων» (10:15).

Ἔχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία ὁ ἐγκαινιασμός ἄλλης μιᾶς ἐκκλησίας στό Πάϊκο, ἀφιερωμένης εἰδικά στή φερωνυμία τοῦ Κυρίου Παντοκράτορος, πού ἐπιλέχθηκε νά τελεσθεῖ αὐτήν ἀκριβῶς τήν εἰδική ἑορταστική περίοδο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς.

Θά σᾶς ἀναφέρω δυό τροπάρια μέ τήν ποιη(μα)τική παρουσίαση τῆς Χριστολογίας καί τῆς θείας οἰκονομίας.

«Σοφία, δικαιοσύνη, Κύριε, καί ἀπολύτρωσις παρά Θεοῦ σύ γέγονας ἡμῖν, ἀπό γῆς πρός οὐράνιον διαβιβάζων ὕψωμα καί Πνεῦμα θεῖον χαριζόμενος» (ὠδή α΄ πρώτου κανόνος ἑορτῆς, ποίημα Θεοφάνους).

Ὑμνεῖ τόν Κύριο ὡς προαιώνιο Θεό-ἐνυπόστατη Σοφία τοῦ Πατρός καί δημιουργό τοῦ κόσμου. Τόν ὑμνεῖ ὡς δικαίωση καί ἀπολύτρωσή μας, ὡς λυτρωτή σταλμένο ἀπό τό Θεό Πατέρα (Τριαδική εὐδοκία).

Καί τόν δοξολογεῖ πού μᾶς ἄνοιξε μέ τήν Ἀνάληψή του τούς οὐρανούς καί ἔτσι μᾶς χάρισε τό Ἅγιο Πνεῦμα.

«Εἰς τήν ἐπουράνιον πάλιν διαγωγήν ἀνακληθέντες, τῇ τῆς μεσιτείας δυνάμει τοῦ κενωθέντος μέχρι καί δούλου μορφῆς καί ἡμᾶς ἀνυψώσαντος, τοῦτον ἀξίως μεγαλύνωμεν» (ὠδή θ΄ πρώτου κανόνος).

Μᾶς ἀνέβασε πάλι στήν ἐπουράνιο διαγωγή τῆς κοινωνίας μέ τό Θεό (στό νέο Παράδεισο) μέ τό νά γίνει μεσίτης-ὁδός γιά μᾶς καί νά μᾶς ἀνυψώσει σ᾽ αὐτήν τή σχέση, κατεβαίνοντας ὁ ἴδιος στήν ταπείνωση τῆς δημιουργημένης μας φύσεως πού τήν προσέλαβε.

Γι᾽ αὐτό καί προτρεπόμεθα ὅλοι: «Νέαν καί καινήν πολιτείαν παρά Χριστοῦ μεμαθηκότες, ταύτην μέχρι τέλους φυλάττειν διαφερόντως πάντες σπουδάσωμεν· ὅπως Ἁγίου Πνεύματος τήν παρουσίαν ἀπολαύσωμεν» (ὠδή θ΄ πρώτου κανόνος). Ὡς μαθητές τοῦ Χριστοῦ στά δικά μας χρόνια μαθητεύσαμε στό νέο καί καινούργιο τρόπο ζωῆς, τόν χριστοφόρο καί χριστοποιημένο. Πρέπει νά φροντίσουμε νά διατηρήσουμε αὐτόν τόν τρόπο ζωῆς καί ἔτσι νά ἀπολαύσουμε μέσα μας τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁπότε, ἐγκαινιάζοντας αὐτόν τό ναό, οὐσιαστικά ἐμεῖς εἴμαστε πού “ἐγκαινιαζόμαστε”, πού ἀναθυμόμαστε πῶς πρέπει καί πῶς μποροῦμε νά γίνουμε “νέοι” καί “καινοί”. Ὁ Κύριος εἶναι πού μᾶς ἐγκαινίζει, μᾶς καθιστᾶ καινούργιους, μέ τό νά κατοικεῖ διαρκῶς πάλι μέσα μας.

Ὁ λειτουργικός καί λατρευτικός ἐνθουσιασμός, ἡ συλλογική ἐκκλησιαστικότητα, ἡ τελεστική σύναξη γιά τό ἅγιο μύρωμα τοῦ ναοῦ, ἡ νοερά καί αἰσθητή παρουσία τῶν Ἁγίων διά τῶν ἱερῶν τους λειψάνων, ἡ ψαλμωδία, ἡ θεία λειτουργία προπαντός καί ἡ θεία μετάληψη: ὅλα αὐτά μαζί μᾶς συνεγείρουν στό “καινούργιωμα”, στήν ἀληθινή “καινοποίηση”, ἀνακαίνιση, ἀνανέωση.

Καί μᾶς θυμίζει τόν ἀπόστολο Παῦλο πού ἔβλεπε τήν ἐκκλησία, τόν κόσμο τῆς ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου, ὡς “ναό Θεοῦ καί κατοικία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Αὐτό πού ἔγινε στό ἐγκαινιζόμενο ναό συντελεῖ ὥστε νά “καινοποιούμεθα”/“νεοποιούμεθα” οἱ γηγενεῖς.

Σέ μιά περίοδο συλλογικῆς ψυχικῆς ταλαιπωρίας καί κόπωσης, μέ σφιγμένες τίς προσδοκίες διαφυγῆς ἀπό ποικίλα διεθνῆ καί τοπικά οἰκονομικά ἀδιέξοδα, μέ ἀνοιχτά τά ἐνδεχόμενα τῶν ἐπαναλήψεων, ἴσως καί πιό ἀπογοητευτικῶν, τό χρειαζόμαστε πάρα πολύ νά ἀνανεούμεθα.

Καί ἀνανέωση δέν ὑπάρχει οὐσιαστικά παρά μόνο στήν ἀνακεφαλαίωση πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός ὁ Παντοκράτορας, πρίν μᾶς τήν ἀποδώσει ὁριστικά μέ τή Β΄ παρουσία Του, ὅταν θά μᾶς ἀποδώσει ὅλους τούς οἰκείους Του στόν Θεό Πατέρα.

† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.