O Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης, Λευκωσίας τιμά σήμερα Κυριακή, τη μνήμη του εν εξορία αποβιώσαντος προϊσταμένου του Ναού Διονυσίου Κυκκώτη, Επισκόπου Μαρεώτιδος. Για τον Διονύσιο Κυκκώτη, οικονόμο της Φανερωμένης και την σπουδαία δράση του συνέλεξε σημαντικά στοιχεία η Λυδία Πρωτοπαπά, πρώην μέλος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής ( Διατηρείται η γραφή της συγγραφέως).

Ο Διονύσιος ήταν πρωτοστάτης της Οκτωβριανής εξέγερσης. (Η είδηση του θανάτου του εις την εξορία συγκλόνισε τον κυπριακόν λαόν, που του προσέδωσε τον χαρακτηρισμόν του εθνομάρτυρα κληρικού και τον συνέδεσε άρρηκτα με το κίνημα των Οκτωβριανών).

Ο Διονύσιος, κατά κόσμον Λοΐζος, γεννήθηκε εις Τσακκίστρα το 1887. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε εις το γειτονικό χωριό του Κάμπου. Το 1899 μετέβη εις Μονή Κύκκου, όπου παρακολούθησε τα μαθήματα της Ελληνικής Σχολής Κύκκου. Εστάλη από τη Μονή εις το Παγκύπριο Γυμνάσιο, από το οποίο απεφοίτησε το 1913. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου στέλνεται από τη Μονή διά να σπουδάσει Γεωπονικά εις το Μονπελιέ της Γαλλίας. Λόγω όμως του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου διακόπτει τις σπουδές του και γυρίζει εις την Κύπρο. Τον Οκτώβριο του 1917 εγγράφεται εις τη Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία απεφοίτησε το 1921 και γυρίζει εις τη Μονή όπου χειροτονείται πρεσβύτερος.

Μετέπειτα εδίδαξε επί ένα έτος ως καθηγητής εις το Γυμνάσιο Βαρωσίων, ενώ εκήρυττε και εις τους ναούς της πόλεως και από το 1924 προϊστάμενος και ιεροκήρυξ του Ι.Ν. Φανερωμένης επί επτά συνεχή έτη. Εδίδασκε και εις το Παγκύπριο Γυμνάσιο, ενώ συγχρόνως εργάζετο και διά την έκδοση του εκκλησιαστικού περιοδικού της Αρχιεπισκοπής «Απόστολος Βαρνάβας» εις το οποίο δημοσίευε μελέτες και κηρύγματά του.

Άριστα κατηρτισμένος θεολογικώς, μελετημένος εις τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα και τας ανάγκας της Εκκλησίας, εγνώριζε να εισέρχεται εις τας καρδίας των ακροατών του, να μεταδίδη την συγκίνησιν, την πίστιν εις τον Χριστόν, την αγάπην εις την πατρίδα, να ενθουσιάζει, να δίδη σαφείς και χρήσιμους συμβουλάς. Εις αντίγραφον επιστολής από τα αρχεία της Φανερωμένης, η οποία εστάλη εις τον Κ. Μυριανθόπουλο, βιβλιοθηκάριο και γραμματέα της Αρχιεπισκοπής, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Λόγω μεγέθους και τοποθεσίας ο Ι.Ν. Φανερωμένης αν και δεν είναι καθεδρικός ναός κατέχει την πρώτην θέσιν μεταξύ των ναών της Λευκωσίας. Οι κατά καιρόν επίτροποι φροντίζουν διά την βελτίωσιν του προσωπικού όσον και διά τον εσωτερικόν και εξωτερικόν διάκοσμον αυτού.» Το 1892, άμα τω θάνατω του οικονόμου της Φανερωμένης Π. Πέτρου ζητούν από τον Αρχιεπίσκοπον να διορισθή εις το αξίωμα ο Π. Μιχαήλ. Αργότερα το 1924 ζητούν από τον Αρχιεπίσκοπον Κύριλλον Γ, να γίνει οικονόμος ο ιερομόναχος Διονύσιος Κυκκώτης, απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος ήτο ήδη προϊστάμενος και ιεροκήρυξ εις Φανερωμένην.

Εις την εξέγερσιν του κυπριακού λαού το 1931 εναντίον των Άγγλων πρωτοστάτησε. Η ιστορία του τόπου μας τον αναφέρει ως Ιερωμένο Αγωνιστή της Ελευθερίας. Ως οικονόμος της Φανερωμένης εξεφώνισε πύρινον πατριωτικόν λόγον, ευλόγησε την ελληνική σημαία ως σημαίαν επαναστάσεως εις την οποίαν όρκισε τους Έλληνες και ηγήθηκε την λαοθάλασσαν προς το κυβερνείο. Ετέθη επικεφαλής της πορείας αφού επήρε την ελληνική σημαία από τα χέρια Έλληνα οικογενειάρχου διά να τον απαλλάξει από τις κυρώσεις των κατακτητών.

Οι πρωταίτιοι των γεγονότων συνελήφθησαν και εξορίσθησαν εις Αγγλίαν μεταξύ αυτών ο μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, ο μητροπολίτης Κυρήνειας Μακάριος και ο πρωτοστάτης Διονύσιος Κυκκώτης, οικονόμος Φανερωμένης και αρκετοί πολιτικοί ηγέτες. Ο Διονύσιος ευρισκόμενος εις το Γιβραλτάρ προς την Αγγλία μαζί με τους δύο άλλους μητροπολίτες, δι’ επιστολής προς τον Αρχιεπίσκοπον Κύριλλον Γ’, τον παρακαλεί όπως η Επιτροπή Φανερωμένης τον ενισχύσει οικονομικά. Εις απάντησιν ο Αρχιεπίσκοπος τον διαβεβαιώνει ότι η Επιτροπή δεν σκέπτεται να διορίσει άλλον εις την θέσιν του επειδή ελπίζει ότι «σύντομα θα γυρίσετε όλοι εις την Κύπρον. Προς το παρόν σας στέλλονται χρήματα και θα στέλλωνται μέχρις ότου διευκρινισθή η κατάστασις». Εις το Λονδίνο υπηρέτησε την Ελληνική Εκκλησία. Το κλίμα της Αγγλίας καθότι ψυχρόν επέδρασε επί της υγείας του. Το 1932, γίνονται ενέργειες μέσω του μητροπολίτου Θυατείρων Γερμανού και τοποτηρητού Λεόντιου όπως ο Διονύσιος υπηρετήση εις το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας. Η αγγλική κυβέρνηση επιτρέπει εις τον μητροπολίτη Κυρηνείας, έχοντας ελληνική υπηκοότητα, να μεταβή εις Ελλάδα, εις τον μητροπολίτη Κιτίου εις Παλαιστίνη και εις τον Οικονόμον Διονύσιον εις Αίγυπτον.

Νέα στοιχεία του βίου του

Όταν ο ιστοριοδίφης Κωστής Κοκκινόφτας έστειλε στην Εκκλησία Φανερωμένης τα βιβλία του για τον Διονύσιο Κυκκώτη, τα διάβασα εμπεριστατωμένα. Εις τα «Άπαντα» με εντυπωσίασε ο απλός τρόπος που προσέγγιζε το ποίμνιό του. Μιλούσε στα κατάβαθα της χριστιανικής ψυχής και οδηγούσε στην αλήθεια που δίδαξε ο Κύριος, απλά και κατανοητά. Στο βιβλίο «Η ζωή και το έργο του» έμαθα για την κλονισμένη υγεία του στην εξορία του σε Αγγλία και Αίγυπτο. Επίσης για τη στενή επαφή του με τη Φανερωμένη, για τες οικονομικές του δυσκολίες. Με όλη αυτή τη σχέση με τη Φανερωμένη, σκέφτηκα ότι οι σημειώσεις τού τότε γραμματέα της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Φανερωμένης, Σταύρου Ιωνίδη, ίσως να αναφέρονταν σε αυτόν. Τα νέα αυτά στοιχεία προσθέτω στη βιογραφία του Διονυσίου Κυκκώτη.

«Φεύγει» γαλήνιος

Όταν το 1934 ο Διονύσιος είχε προβλήματα εις την υγείαν του λόγω της συνεχούς ζέστης και υγρασίας, ευρισκόμενος εις οικονομικήν δυσχέρειαν καταφεύγει μέσω του τοποτηρητού Λεόντιου εις την Επιτροπή Φανερωμένης, ζητώντας ένα επίδομα διά να μεταβή εις Αθήνας προς θεραπείαν. Κατά την παραμονή του εις Αλεξάνδρειαν ο Διονύσιος υπηρετεί εις το Πατριαρχείο. Διορίζεται ιεροκήρυξ του καθεδρικού ναού του Αγίου Σάββα και συγχρόνως διευθυντής του περιοδικού «Πάνταινος» του Πατριαρχείου Αλεξάνδρειας. Διεκρίθη διά τας υπηρεσίας του και χειροτονείται εις τες 20 Απριλίου 1940 διά χειρός Πατριάρχου Αλεξάνδρειας και Αγίων Συνοδικών εις επίσκοπον Μαρεώτιδος.

Εν τω μεταξύ η υγεία του κλονίζεται και εισέρχεται πολλάκις διά θεραπεία εις το Ελληνικό Νοσοκομείο. Μετά από πολλάς δοκιμασίας τας οποίας υπέφερε με γαλήνη και χριστιανική υπομονή, το βράδυ της 5ης Οκτωβρίου 1942 ο Διονύσιος Κυκκώτης απέθανεν εις Αλεξάνδρειαν εις ηλικίαν 55 χρόνων. Εις τες 6 Οκτωβρίου ο Κύπριος αρχιμανδίτης Παγκράτιος, μετέπειτα ηγούμενος Τροοδιτίσσης, πληροφορεί τηλεγραφικώς τον τοποτηρητή Λεόντιον, ότι ο Διονύσιος απεβίωσε. Αυθημερόν ο τοποτηρητής Λεόντιος ζητά από τον αρχιμανδρίτη να αντιπροσώπευση την Εκκλησία της Κύπρου εις την κηδείαν, καταθέτοντας και τον στέφανον της Κύπρου. Ταυτόχρονα να ηχήσουν πένθιμα οι καμπάνες εις όλους τους ναούς της Λευκωσίας.

Η Επιτροπή Φανερωμένης εις έκτακτον αυτής συνεδρία αποφασίζει την τακτικήν τέλεσιν των μνημοσύνων του και την εισφοράν εις μνήμην του των λιρών £10 εις το μαθητικό συσσίτιο του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Η είδηση του θανάτου του εις την εξορία συγκλόνισε τον κυπριακόν λαόν, που του προσέδωσε τον χαρακτηρισμόν του εθνομάρτυρα κληρικού και τον συνέδεσε, άρρηκτα με το κίνημα των Οκτωβριανών. Εις τα σχετικά δημοσιεύματα που γράφτηκαν τότε εις τον ημερήσιον Τύπον, όπως και αργότερα εις διάφορα έντυπα, τονιζόταν η ένθερμη φιλοπατρία του και η σημαντική προσφορά του εις την διάδοση του θείου λόγου μέσω του κηρύγματος και των κειμένων του.

Η κηδεία του Διονυσίου Επισκόπου Μαρεώτιδος έγινε εις τες 6 Οκτωβρίου 1942 εις τον ναόν του Αγίου Σάββα εις Αλεξάνδρειαν. Ο πατριάρχης Χριστόφορος εξεφώνισε και τον επικήδειον. Συγκινητική ήτο η στιγμή κατά την οποίαν ο Μακαριώτατος ανήγγειλε ότι ο εκλιπών λίγο προ του θανάτου του, του διαβίβασε επιστολήν με τας τελευταίας του επιθυμίας, η οποία εθεωρήθη και ως η πνευματική του διαθήκη.

Η πνευματική του διαθήκη

Στην επιστολή του προς τον Α.Θ.Μ. τον Πατριάρχην γράφει:

«Δεν δύναμαι να συντάξω διαθήκην, άλλωστε δεν έχω και σπουδαία πράγματα να διαθέσω. Εν πάση περιπτώσει, επειδή προαισθάνομαι ότι αγγίζω το τέλος θα ήθελον να παρακαλέσω τον Α.Θ.Μ. όπως μεριμνήσει διά τα εξής:

1. Εάν είναι δυνατόν να με απαλλάξη από πομπώδη κηδείαν.

2. Να σταλή εις την Εκκλησίαν Κύπρου το Εγκόλπιόν μου.

3. Ο σταυρός μου, εάν εγκριθή, να πωληθή και διατεθή δι’ οιονδήποτε φιλανθρωπικόν σκοπόν.

4. Τα ράσα μου και τα άλλα μικροπράγματά μου να διατεθούν διά τους διακόνους του Πατριαρχείου, οι οποίοι έχουν και την περισσοτέραν ανάγκη.

5. Να δοθή κάτι και εις τους υπηρέτας, οι οποίοι με υπηρέτησαν κατά το μακρόν διάστημα της ασθενείας μου. Θα ευρεθή κάτι εις το γραφείο μου.

Εις τους επιζήσαντας εύχομαι να ιδούν Ελλάδα ελευθέραν και την δικαιοσύνην διέπουσαν τας τυχάς των λαών και των ατόμων. Εις τους Κυπρίους εύχομαι όπως γρήγορα κύψουν ηνωμένοι μετ’ αυτών εις το εν τω ναώ Φανερωμένης Μαυσωλείω, όπου φυλάσσονται τα οστά των Κυπρίων Εθνομαρτύρων, όλοι δε ενί στόματι και μια καρδία βροντοφωνήσουν: «Συ που σκοτώθης για το φως, ξύπνα να δης τον ήλιο. Ξύπνα να ιδής το αίμα σου, που έγινε Βασίλειο». Εις όσους αγωνίζονται διά τον καλόν αγώνα εύχομαι την άνωθεν ενίσχυσιν και φωτισμόν. Εις όσους δε ετοιμάζονται, όπως εγώ, διά την άλλη ζωήν, εύχομαι όπως ο Θεός ενίσχυση και οδήγηση αυτούς προς μετάνοιαν».

Ανάπαυση των ιερών λειψάνων με τους εθνομάρτυρες

Το 1946 ο εκ των μελών της Επιτροπής Φανερωμένης και ταμίας αυτής κ. Κώστας Χριστοδούλου ευρισκόμενος εις Αλεξάνδρειαν μ’ εντολήν της επιτροπής κατέθεσε επί του τάφου του στέφανον και αναμνηστικήν μαρμάρινην πλάκα επί της οποίας ενεχαράχθησαν τα κάτωθι: Η επιτροπεία του Ι.Ν. Φανερωμένης Λευκωσίας Κύπρου εις ανάμνησιν του οικονόμου αυτής Διονυσίου Κυκκώτη από 16/02/1924 μέχρι 24/10/1931. Ο κ. Χριστοδούλου είπε τα εξής: «Αείμνηστε φίλε Διονύσιε. Ευλαβώς παρακαλώ να μου συγχωρήσης διότι έρχομαι να διακόψω την γαληνιαιάν σιγήν του τάφου σου, όπως καταθέσω επ’ αυτού ως φίλος και εκτιμητής σου και ως εκπρόσωπος της Επιτροπής του Ι.Ν. Φανερωμένης και κατ’ εντολήν αυτής τον στέφανον τούτον μετ’ αναμνηστικής πλάκας, εις ένδειξιν σεβασμού προς την μνήμην σου και της αγάπης και εκτιμήσεως αυτής διά τας αλησμονήτους υπηρεσίας σου, ως Προϊστάμενος και Οικονόμος του Ι.Ν. Φανερωμένης. Αιωνία σου η μνήμη Αείμνηστε Ιεράρχα».

Εις το τρισάγιον παρίστατο το διοικητικό συμβούλιο της εν Αλεξάνδρεια Κυπριακής Αδελφότητος με επικεφαλής τον πρόεδρον αυτής Κ. Περαίον. Ωσαύτως η Επιτροπεία Φανερωμένης κατέθεσε διά του κ. Κώστα Χριστοδούλου Γρ. Δ. 1.500 εις το ταμείο των πτωχών του Πατριαρχείου και Γρ. Δ. 1.000 εις το ταμείο της Κυπριακής Αδελφότητος εις μνήμη του εκλιπόντος. Η τελετή εγένετο την 9ην Μαρτίου 1946, Σάββατον περί ώραν 10ην πρωινήν εις το Α’ Ελληνικόν Νεκροταφείον, κατόπιν αναγνώσεως επί του τάφου του, του Τρισάγιου, υπό του επισκόπου Μαρεώτιδος κ. Αθανασίου.

Εις τες 24 Ιουνίου 1948 η Ι. Σύνοδος της Κύπρου εις την πρώτην αυτής συνεδρίαν και υπό την προεδρίαν του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β’ των τριών μητροπολιτών Πάφου Κλεόπα, Κιτίου Μακαρίου, Κυρήνειας Κυπριανού, παρόντος και του χωρεπισκόπου Σαλαμίνος Γενναδίου αποφασίζει την μετακομιδή των οστών των εθνομαρτύρων κληρικών της Οκτωβριανής Επαναστάσεως, του μητροπολίτου Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά από την Ιερουσαλήμ και του επισκόπου Μαρεώτιδος από την Αλεξάνδρεια.

Παρά τες μεγάλες προσπάθειες η μεταφορά των λειψάνων εις την Κύπρο δεν πραγματοποιήθηκε σύντομα. Ίσως ο θάνατος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β’ και η συνεχής φροντίδα διά το εθνικό θέμα του διαδόχου του Μακαρίου Γ’ να συνέτειναν. Μετά την ανεξαρτησία μετεφέρθησαν το 1962 εις Κύπρον από Ιεροσόλυμα τα οστά του Νικόδημου Μυλωνά. Πέντε χρόνια αργότερα παρόμοια απόφασις ελήφθη και διά τα οστά του Διονυσίου. Προς τούτο εστάλη εκ μέρους της Συνόδου της Κυπριακής Εκκλησίας εις την Αλεξάνδρειαν τον Σεπτέμβριον του 1968 ο χωρεπίσκοπος Αμαθούντος Καλλίνικος, συνοδευόμενος από τον γραμματέα της Αρχιεπισκοπής κ. Χριστάκη Αγαπίου.

Η εκταφή των οστών έγινε εις τες 6 Σεπτεμβρίου 1967 παρόντων των εκπροσώπων του Πατριαρχείου Αλεξάνδρειας, του προξένου της Κύπρου, μελών της Κυπριακής Αδελφότητος και πολλών ομογενών. Την επομένη περί την μεσημερίαν η αποστολή έφθασε εις το αεροδρόμιο Λάρνακος, όπου και τα παρέλαβε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’. Εις το αεροδρόμιο παρευρίσκοντο ο πρωτοσύγκελλος της Αρχιεπισκοπής, ο διευθυντής του αρχιεπισκοπικού γραφείου, οι εφημέριοι και επίτροποι του Ι.Ν. Φανερωμένης, η αδελφή και λοιποί συγγενείς του επισκόπου Διονυσίου. Συνέχεια κρουσμένων πένθιμα των κωδώνων εψάλη τρισάγιον εις την εκκλησίαν Φανερωμένης και εν μέσω συγκινήσεως τοποθετήθηκαν σεμνά τα οστά εις το μαυσωλείο των εθνομαρτύρων του 1821 εις το προαύλιο της εκκλησίας.

Η Ι.Μ. Κύκκου, της οποίας ο Διονύσιος Κυκκώτης ήτο ανάθρεμμα διά να μείνει αιώνιο το πνευματικό του έργο, το οποίο τον κατατάσσει ως τον πολυγραφότερον Κύπριον κληρικόν του μεσοπολέμου, εξέδωσε από το Κέντρο Μελετών της εις τρίτομον «Τα Άπαντα» και εις ιδιαίτερο τόμο «Η ζωή και το έργο του». Η συγγραφή και των τεσσάρων τόμων έγιναν από τον κυκκολόγον-ιστοριοδίφη κ. Κωστή Κοκκινόφτα. Η εκκλησία Φανερωμένης τιμώντας τη μνήμη του οικονόμου αυτής Διονυσίου Κυκκώτη, του πρωτοστάτη της Οκτωβριανής Εξέγερσης του 1931, τελεί ετησίως, επίσημο μνημόσυνο. Τα τίμια λείψανα του τάφηκαν μαζί με τους Εθνομάρτυρες της 9ης Ιουλίου του 1821 στο Μαυσωλείο του περιβόλου της Εκκλησίας Φανερωμένης. Σήμερα φυλάσσονται σε λειψανοθήκη εντός του Ναού.

Από το Αρχείο της Λυδίας Πρωτοπαπά, πρώην Εκκλησιαστικής Επιτρόπου Φανερωμένης.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.