Χάρη στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ θεϊκή Του χάρη προσφέρεται θεανθρώπινα πλέον διαρκῶς στά ἐνσωματωμένα Του μέλη, στήν ἐκκλησία, στόν κλῆρο καί τό λαό, μέ μιάν ἄμεση ἀμεσότητα κοινωνίας.

Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ θέλησε καί συγκατέβη στά μέτρα μας καί ἔτσι μᾶς ἕνωσε κατά χάριν στά δικά Του θεανθρώπινα μέτρα. Φανέρωσε πρίν 2000 χρόνια τήν προαιώνια βουλή τῆς Ἁγίας Τριάδος, “ἀνακεφαλαιώσασθαι τά πάντα ἐν τῷ Χριστῷ”: νά μήν εὑρίσκεται πλέον ἡ κτίση ἀνίκανη νά ἀνταποκρίνεται στήν προαιώνια δημιουργική-ζωοποιό φροντίδα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά φθάνει ἐκεῖ ἤ μᾶλλον νά φθάνει Ἐκεῖνον πού μᾶς ἀγάπησε.

Εἴμαστε σῶμα Χριστοῦ καί κατά μέρος μέλη. Αὐτό φανερώνεται στήν ἀνθρώπινη ἁγιότητα, θαυμαστωσύνη, μετάνοια, ἐπιπόθηση, λατρευτικότητα, ἐνθεαστικότητα, στήν αἰώνια ἅγια ζωντάνια καί στήν (ἐν σημείοις) φανερή συμπαράσταση τῶν ἁγίων σέ μᾶς τούς ἐπί γῆς, ἐπειδή εἴμαστε μέλη ἐκ μέρους στό ἕνα ἐκκλησιαστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὅ,τι ἁγίασε ὁ Κύριος μέ τήν ἐνανθρώπησή Του καί ὅ,τι ἁγιάζει μέ τήν ἐκκλησιαστική διάρκεια τῆς θεανθρωπικῆς παρουσίας Του, ἔγινε καί γίνεται γιά μᾶς “ὑλικό σωτηρίας”. Αὐτό ζοῦμε συνεχῶς μέσα στήν Ἐκκλησία.

Τό ζοῦμε μέσα ἀπό τά ἅγια Μυστήρια καί μέ ὅλες τίς λατρευτικές-προσευχητικές-δοξολογικές Ἀκολουθίες (πού γίνονται σύναξη ἀνθρώπων καί ἀγγέλων καί ἁγίων μεταξύ γῆς καί οὐρανοῦ στό ναό τοῦ Θεοῦ). Τό ζοῦμε μέ τήν προσκύνηση τῶν ἱερῶν λειψάνων (ὡς εὐλαβική σχέση μέ τούς Ἁγίους καί δι᾽ αὐτῶν καί ἐν ταυτῷ μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πού τούς ἁγίασε ὁλοτελῶς). Τό ζοῦμε ―ἄν θέλετε― προσευχητικά καί χαρισματικά, μέσα κι ἀπό τήν θεοβράβευτη συγχωρητικότητα καί ἀνθρωπιά καί ἐνεργό φιλανθρωπία γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους (ἐπειδή μᾶς καθιστᾶ δεκτικούς τῆς συγ-χωρητικότητος τοῦ Θεοῦ). Τό ζοῦμε ἀκόμη καί στά “ὑλικά μέσα” τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας-θεοκοινωνίας.

Ἕνα τέτοιο μέρος ὕλης (πού ἔγινε καί παραμένει ὑλικό σωτηρίας) εἶναι καί τά ὑλικά τῆς θείας σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ γιά τή σωτηρία μας. Ὁμιλοῦμε καί ὑμνολογοῦμε τή σταύρωση ὡς θεία-θεϊκή, διότι ἦταν ἡ σταύρωση τοῦ Θεοῦ κατά τήν ἀνθρώπινη φύση τῆς σαρκώσεώς Του. Καί ἐπιπλέον, διότι δέν ἦταν κάποια παθητική ἀνοχή, ἀλλά μιά ἐθελούσια ἀναδοχή τοῦ θανάτου, ὥστε νά γίνει ζωοποιός θάνατος (ὄργανο τῆς κοινωνίας μας μέ τόν Τριαδικό Θεό χάρη στό Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ καί ἐν Χριστῷ).

Ἀναφέρομαι στόν Τίμιο Σταυρό (τό ξύλο τῆς σταυρώσεως) καί στούς Τιμίους Ἥλους (τά καρφιά τῆς σταυρώσεως). Ἐπί αἰῶνες καί αἰῶνες, ἔχουν μοιραστεῖ, ἔχουν τεμαχιστεῖ, εὑρίσκονται σέ μοναστήρια καί προσκυνήματα.

Ἐλάχιστα τεμάχια Τιμίου Ξύλου καί Τιμίου Ἥλου (ἐλεήθηκε νά) κατέχει ὡς μεγίστη εὐλογία καί ἡ ταπεινότητά μου. Βεβαίως τό ἅπαν τοῦ θείου ἐλέους εἶναι ἡ χριστιανική μου ταυτότητα, ἡ ἀρχιερατική μου ἰδιότητα, ἡ συμμετοχή μου στό ἕνα μυστήριο τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ διακονία μου καί ἡ σωτηρία μου μέσα σέ αὐτήν τήν θεανθρώπινη ἑνότητα. Καί τό πιό κορυφαῖο καί σωτηριῶδες ἀπό τά δωρήματα, ἡ τελειότητα τῶν δωρημάτων, εἶναι ἡ θεία Λειτουργία. Μέ τή θεία Κοινωνία ὁ πηλός γίνεται κι αὐτός “Σῶμα τοῦ Βασιλέως”, καί γι᾽ αὐτό τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας θεωρεῖται ὡς τό ὑπέρτατο, ἐπειδή δέν ὑπάρχει περιθώριο νά πάει κάποιος πιό πέρα οὔτε καί νά προσθέσει κάτι (ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, “Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς”, Δ΄). Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι τό “ἅπαν”, ἡ σωτηρία καί ἡ χάρη καί ἡ ζωή καί ἡ αἰωνιότητα καί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, “τό συνεῖναι Χριστῷ” σέ ἀτέλειωτη τελειότητα. Μέσα σ᾽ αὐτό τό παμμέγα μυστήριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς πραγματικότητος, ἐντάσσεται κάθε ἄλλη εὐλογία θαυμάτων καί θείων δωρεῶν καί ἐνθεαστικῶν σημείων.

Καί βεβαίως, ὅλα αὐτά ἐνεργοῦνται πρός δόξαν Θεοῦ καί οἰκοδομήν τῆς Ἐκκλησίας, μέ τό κάλεσμα τοῦ κόσμου ἀπό τήν ἀπό-νοια σέ μετάνοια καί κοινωνία Θεοῦ.

***

Μέ αὐτήν τήν αἴσθηση καί μέ αὐτήν τήν εὐαισθησία, θέλησα νά ἀνταποκριθῶ στήν εὐγενή πρόσκληση τοῦ Διοικητῆ τῆς Πυροσβεστικῆς Ὑπηρεσίας Γουμένισσας Ἀντιπυράρχου κ. Χρήστου Γκαντίδη γιά νά τελέσω τήν ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ καί νά παραβρεθῶ στήν κοπή τῆς βασιλόπιτας στό Πυροσβεστικό οἴκημα τοῦ Σώματος, ἀπέναντι στό ἐξωκλήσι τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος.

Ἐπιθυμία μου, ὅπως σέ ἀντίστοιχες περιπτώσεις, νά στηρίξω κι ἐδῶ τήν πίστη καί τό ἦθος, ἀλλά καί τό φρόνημα καί τῶν πυροσβεστῶν μας πού “θηριομαχοῦν” μέ τίς καταστροφές ἀπό πυρκαγιές καί πλημμύρες, διασώζοντας τούς ἀνθρώπους μας, τά ὑπάρχοντά τους, ἀλλά καί τή φύση ἀπό τήν καταστροφή καί τόν ὄλεθρο.

Ὅπως τό συνηθίζω σέ ἔκτακτες περιπτώσεις, χρησιμοποίησα γιά τόν Ἁγιασμό ἀκίδα τοῦ Τιμίου Ξύλου καί ἐλάχιστο ἀπότμημα Τιμίου Ἥλου, γιά νά εὐλογηθεῖ καί δι᾽ αὐτῶν ὁ Ἁγιασμός, ὡσάν μέ ἁγιασμένους “μαγνῆτες” τοῦ θείου ἔλεους καί τῆς θείας χάριτος ὑπέρ ἡμῶν. Τό ἤθελα ἐπίσης, γιά τόν πνευματικό τους ἐφοδιασμό, νά διαπιστώσουν ἰδίοις ὄμμασι τά θαυμαστά κατ᾽ αἴσθησιν σημεῖα τῆς ἀοράτου ἐπιφανείας καί χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Τούς ἐξήγησα ὅτι, χάριν ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων, ἁγιάζεται ἡ φύση τῶν ὑδάτων, χάριν τῆς σωτηρίας μας σταυρώθηκε ὁ Κύριος, χάριν τῆς μετανοίας καί σωτηρίας μας ἀκόμη καί μιά ἀκίδα τοῦ Τιμίου Ξύλου τοῦ Σταυροῦ ἐν Πνεύματι εἶναι φορέας ὅλης τῆς χάριτος τοῦ Σταυροῦ (μέ τήν ἔννοια ὅτι εἴμαστε διαρκής στόχος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ). Βρῆκα τήν εὐκαιρία νά τούς ἐξηγήσω ὅτι τά μέν ἄψυχα ἁγιαζόμενα διατηροῦν τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὑπέρ ἡμῶν. Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι ὡς ἔλλογες-ἐλεύθερες ὑπάρξεις πρέπει νά συνεισφέρουμε τή φιλοτιμία τοῦ θείου φόβου (μήπως λυπήσουμε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, διότι ἀκόμη καί μέ ἀποκλίσεις ἐφαμάρτων λογισμῶν καί κινήσεων καταφρονοῦμε καί φυγαδεύουμε τήν εὐλογία τῆς θείας χάριτος). Τά θαυμαστά μέν σημεῖα γιά μᾶς τά ἐπιτελεῖ ἀοράτως ἐπιφαινόμενος ὁ πανταχοῦ Παρών καί τά πάντα Πληρῶν. Ἀλλά μᾶς προσφέρεται νά “κοινωνήσουμε” τῆς θείας χάριτός Του, «ἀνάλογα μέ τήν ἐργασία πού θά κάνουμε στόν παλαιό μας ἄνθρωπο» (ἅγιος Παΐσιος) καί ἀνάλογα μέ τήν λατρευτική ἀγάπη πρός τό Χριστό, διότι «χωρίς τόν Χριστό εἶναι ἀδύνατον νά διορθώσουμε τόν ἑαυτό μας, δέν μποροῦμε νά ἀποδεσμευθοῦμε ἀπό τά πάθη μας· μόνοι μας δέν μποροῦμε νά γίνουμε καλοί· ἕνα πρέπει νά κάνουμε, νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό· ἡ ἀγάπη στό Χριστό μόνο αὐτή εἶναι ἡ καλύτερη θεραπεία τῶν παθῶν» (ἅγιος Πορφύριος).

Τοποθετώντας τό Τίμιο Ξύλο στή φιάλη τοῦ ἁγιασμοῦ, ἐπεφάνη αἰσθητά ὅ,τι ἐπέτρεψε νά γίνει αἰσθητό ἡ ἀόρατη παρουσία τῆς θείας χάριτος, ἡ ἀπερινόητη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Τό τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου, μόλις τό τοποθέτησα στό νερό, περιέτρεχε κυκλοτερῶς τό ὕδωρ γιά ἀρκετά λεπτά. Ἐκινεῖτο ὡσάν νά εἶναι “ἔλλογο” (ὄχι καθ᾽ ἑαυτό ἔλλογο, ἀλλά κινούμενο ὑπό τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος).

Ὡσάν νά εἴχαμε μιά κατηχητική συνάντηση μικροῦ κύκλου, σκεφθήκαμε καί τολμήσαμε νά μοιρασθοῦμε σέ κοινή θέα σημεῖα ἀπό τήν πάντοτε ἐνεργό παρουσία τῆς θείας Χάριτος στήν Ἐκκλησία (ἐν προκειμένῳ σέ μιά μικρή προσευχητική σύναξη-τελετή ἁγιασμοῦ). Καί ἡ θεία Χάρις προσφερόταν σέ μᾶς τούς ἀνθρώπους καί στόν διά τοῦ ὕδατος ἁγιασμό μας, ἑλκυόμενη καί ἑστιάζοντας (ἄς τό ποῦμε ἔτσι) στά ἀποτμήματα τοῦ Τιμίου Ξύλου καί Τιμίου Ἥλου τῆς σωτηρίου θυσίας τοῦ Κυρίου. Αὐτή ἡ ἀόρατη θεία χάρις μέ ὁρατό αἰσθητό τρόπο “ὡς δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι” ἐνεργεῖ τόσα θαυμάσια! Ἐνώπιον πάντων! Ὑπέρ ἁπάντων! Θέλοντας νά ἀφυπνίσει τήν ἀποκοιμισμένη καί ἀποκαρωμένη συνείδησή μας. Ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι πάντοτε φιλανθρωπευόμενος. Ἐμεῖς ὅμως τό παρορῶμεν, ὡσάν τά ἀνώριμα παιδιά πού δέν λογιαριάζουν τούς γονεῖς, κι ἄς καρπώνονται τή στοργή καί τή φροντίδα τους. Γι᾽ αὐτό καί λησμονοῦμε ―οἱ περισσότεροι τό ἀπολησμονοῦμε τελείως― πώς ἔχουμε τό πιό ἀποτελεσματικό ἐργαλεῖο εἰρήνευσης τῶν καρδιῶν καί τῶν κοινωνιῶν καί τῶν λαῶν καί τοῦ κόσμου: τή μετάνοια, τόν κλαυθμό, τή γονυκλισία, τίς ἐκτενεῖς προσευχές, τίς λειτουργικές συνάξεις “ὑπέρ εἰρήνευσης τοῦ σύμπαντος κόσμου”.

***

Στίς πολύ δύσκολες μέρες πού ζοῦμε, ὄχι μόνο τῆς πανδημίας, ἀλλά καί τῶν ἐπάλληλων ἑστιῶν πολέμου, πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀπεγνωσμένα αἰτιῶνται τόν Θεό ὡς αἴτιο τῶν ταλαιπωριῶν μας. Ἴσως καί οἱ μή πιστεύοντες νά διερωτῶνται, ποῦ εἶναι ὁ Θεός στή συγκεκριμένη περίπτωση. Ὁ Κύριος ἔδωσε μιάν ἀπόκριση μιλώντας γιά τό χωράφι τῆς ἀνθρωπότητος μέ τά σιτάρια καί τά ζιζάνια, πού θά θερισθοῦν στήν ἔσχατη κρίση. Ὁ αἴτιος ὅμως τῆς παραμικρῆς καί τῆς μαζικῆς κακίας βρίσκεται στούς ἐμπαθεῖς ἑαυτούς μας, πού, ὅσο ἀλλοτριώνονται, ἄλλο τόσο γίνονται πεδίο δράσεως τοῦ ἀλλοτρίου καί παράγουν ἑστίες καί ἱστορίες δεινῶν. Ὅταν αὐτό πολλαπλασιάζεται καί περιπλέκεται, ἄλλο τόσο ἀπωθεῖται ὁ παράδεισος τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἱστορία τοῦ κόσμου μας.

Ἀνατέμνοντας τά προβλήματα τῆς ἐκπτωτικῆς ἀντικοινωνίας ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος θυμίζει μέ ἁπλά λόγια στούς συγχρόνους του γιά τίς μεταξύ τους διανθρώπινες διαμάχες: «Πόθεν πόλεμοι καὶ μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν; ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν· μάχεσθε καὶ πολεμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε, διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς· αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε» (Ἰακ. 4,1-3).

Αὐτές τίς μέρες, βλέπουμε σχεδόν δίπλα μας μιάν τόσο ἀκραία ἔκφραση ἐξώθησης γειτονικῶν λαῶν ὀρθόδοξης χριστιανικῆς πίστης σέ πολλαπλασιαζόμενο ἀγιάτρευτο μίσος ἑκατέρωθεν, πού τό ἐξῆψαν φρικτές δράσεις ἀποφίμωσης ἀπό τά χρόνια τῆς ΕΣΣΔ καί τώρα ὀξύνεται ἀκόμη περισσότερο μέ πάθη πού ἐνεικονίζουν μόνο τόν Ἅδη. Τροφοδοσία καί συνέργεια στήν τόση ἀσυγκράτητη κακία ὑπῆρξε καί ὑπάρχει καί θά ὑπάρξει, ἀπό ἡγεσίες καί συμφέροντα διεθνικά καί τοπικιστικά. Ὅμως, ὁ πόλεμος αὐτός θά ὀξύνει τά μεταξύ τους μίση, καί τελικά μεταξύ τῆς Οὐκρανίας πού ὀδυνᾶται καί τῆς Ρωσίας πού λυσσωδῶς ἐπιτίθεται, μέ τόση περιπλεγμένη τή συνενοχή καί ἄλλων παραγόντων.

Καί τό ἀκόμη τραγικότερο εἶναι πού παρενείρεται δημόσια ἡ ἤπια νομιμοποίηση τοῦ ἐπιθετικοῦ αὐτοῦ πολέμου ἀπό πλευρᾶς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἀναπόφευκτα προσδεδεμένης καί μᾶλλον ὁλοτελῶς δέσμιας στίς ἐξουσίες διαχειρίσεως τοῦ λαοῦ της! Περιορίζεται σέ προσχηματικές ἐκκλήσεις καί ἐντολές περίθαλψης, μόνη ἀναγκαστική ἀντίδραση γιά κάθε ἄνθρωπο μέ τέτοιο θεσμικό ρόλο, σέ περιόδους τραγωδίας καί μίσους, μέ πολυειδεῖς θυματοποιήσεις χιλιάδων ἀνθρώπων κάθε ἡλικίας.

***

Σημάδι ἐλπίδος ἡ ἀποζήτηση καί ἡ συγκαταβατική παρά Θεοῦ αἰσθητή παροχή τῆς φιλανθρωπίας Του ἀνάμεσά μας, σέ μᾶς καί στόν ταλαίπωρο κόσμο μας. Μήπως καί ἀποζητήσουμε (ἀπέναντι στό πῦρ τῶν πολέμων) τή φλόγα τῆς δικῆς Του ἀγαπήσεως πού ἦλθε νά βάλει στή γῆ τῶν ὀδυνῶν μας.

Γι᾽ αὐτό καί δημοσιοποιῶ καί αὐτό τό ἁπτό δεῖγμα ὑπεραισθητῆς θέας τῆς δόξης τοῦ Ἐσταυρωμένου, διά τῶν ἀποτμημάτων τῶν ὀργάνων τοῦ σωτηρίου πάθους Του. Διότι τά ὁλοφάνερα θαύματα πού βλέπει κανείς μαζί μέ τόσους ἄλλους, ἀποτυπώνονται στή μνήμη, στή σκέψη, στήν καρδιά, στή συνείδηση. Τά λόγια ξεχνιοῦνται· τά θαυμαστά γεγονότα παραμένουν καί δέν σβήνουν εὔκολα ἤ μᾶλλον δέν σβήνουν καθόλου σέ ὅσους προσκυνοῦν ἐν πίστει τό μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.

Ζοῦμε μέ δουλικότητα στήν ἐποχή τοῦ ἠλεκτρονικοῦ πολιτισμοῦ καί παραπολιτισμοῦ. Ἡ ἀναπάντεχη λοιπόν ἔκπληξη κι ὁ συγκλονιστικός ἱερός θαυμασμός βροντοφωνάζουν γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ δίπλα μας, γιά τήν παρουσία τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μαζί μας. Ζοῦμε, γιατί Ἐκεῖνος μᾶς ἔπλασε καί μᾶς ἔσωσε, γιατί Ἐκεῖνος μᾶς θέλει καί μᾶς φροντίζει. Ὁ καθένας εἶναι ἐλεύθερος νά ἐπιλέξει τόν Χριστό ἤ τόν ἀντίδικο τῆς σωτηρίας καί τά ὄργανά του. Αὐτός πού συντηρεῖ τά σύμπαντα καί τή ζωή μας εἶναι Αὐτός πού σταυρώθηκε γιά μᾶς καί ἀναστήθηκε, καί ἡ σχέση μας μαζί Του εἶναι καί λέγεται “ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. 3,15). Ἡ ὑποδοχή τοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τή δική μας κατάφαση στό μυστήριο τῆς σωτηρίας.

Καί αὐτό πού ζήσαμε κατά τόν Ἁγιασμό στήν Π.Υ. Γουμένισσας δέν ἦταν τό μόνο ὁρατό θαυμαστό καί ἐξαίσιο σημεῖο, πού ἐνεργεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα (διότι «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ἀγαθοδωρία ὡς Πατρί καί Υἱῷ συναστράπτει, ἐν ᾧ τά πάντα ζῇ καί κινεῖται»).

Ἀναπέμποντας τήν προβλεπόμενη δέηση “ὑπέρ εἰρήνης, ὑγείας, σωτηρίας…” γιά τό Διοικητή, Ὑποδιοικητή καί τό προσωπικό καί τούς ἐθελοντές τῆς Ὑπηρεσίας, τό Τίμιο Ξύλο καί ὁ Τίμιος Ἧλος “ἔτρεξαν” καί ἑνώθηκαν (σέ ἀντίθεση μέ τή φυσική ροή τῶν πραγμάτων, πού ποτέ τό ξύλο δέν ἑνώνεται μέ τό σίδερο), ὡσάν νά διαλαλοῦσαν ὁρατά τήν ἔλευση τῆς θείας χάριτος πρός εὐόδωση τῶν αἰτημάτων· ἦταν ὡσάν νά μᾶς ὁμιλοῦσε ὁ Κύριος γιά τήν εὐσπλαχνική Του παρουσία στή φτωχή μας εὐλαβική αἴσθηση καί κατάνυξη μέ τά θαυμαστά σημεῖα τοῦ Ἁγιασμοῦ μέ τό ἄχραντο Ξύλο καί τόν πάντιμο Ἧλο.

Ἐξήγησα στούς παρόντες ἁπλά πώς αὐτό τό αἰσθητό σημεῖο δέν σήμαινε πώς ἡ αἰτουμένη καί παρεχόμενη εὐλογία κατά τήν τέλεση οἱουδήποτε ἄλλου Ἁγιασμοῦ εἶναι “συνεσταλμένη”· καί μόνη ἡ διατήρηση τοῦ καθαγιαζόμενου ὕδατος κάθε Ἁγιασμοῦ εἶναι αἰσθητό σημάδι τῆς ἁγιαστικῆς ἀοράτου θείας Χάριτος· αὐτῆς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέ τήν ὁποία ἁγιάζεται τό νερό τῆς κολυμβήθρας σέ μᾶς ἤ τῶν ποταμῶν στήν ἱεραποστολή καί βαπτιζόμεθα, μετέχοντες στό μυστήριο τοῦ θανάτου καί τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Ἡ εὐσπλαχνία καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη καί ἡ φιλανθρωπία Του δέν εἶναι “ἀντικειμενικές παροχές”, ἀλλά δωρεές μετεχόμενες ἀπό ἀνθρώπους πού τό θέλουν καί καταξιώνονται ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό ἀνθρώπους μέ συναίσθηση τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, μέ συνείδηση ἀγαθή, δίχως κακότητα ἔναντι τῶν συνανθρώπων. Ἀπό ἀνθρώπους πού ἀπέχουν ἤ μετανοοῦν μέ φόβο Θεοῦ γιά πράξεις ἀσέβειας, βεβηλώσεως, ἀτιμίας, ἀδικίας. Τότε καί ἡ καρδιά καθαίρεται, ναοποιεῖται μέ τή χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Γουμένισσα, Μάρτιος 2022

†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.