ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ: Ὁ μέ­γας Ἀρ­χι­στρά­τη­γος τοῦ Θε­οῦ Μι­χα­ήλ, ἀ­πό πα­λαι­ά ἀ­κό­μα καί πρίν τήν ἔν­σαρ­κη οἰ­κο­νο­μί­α, εἶ­χε εὐ­σπλα­χνί­α καί κη­δε­μο­νί­α πρός τό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος καί ἔ­δει­χνε πρός αὐ­τό πολ­λές εὐ­ερ­γε­σί­ες. Με­τά ἀ­πό τήν ἐ­πί γῆς ἔν­σαρ­κη πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ Λό­γου, ἔ­δει­ξε πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­σπλα­χνί­α καί ἀ­γά­πη σέ ἐ­μᾶς τούς Χρι­στια­νούς, τούς καυ­χώμε­νους στό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ.

Αρχάγγελος Μιχαήλ – Εορτή 6 Σεπτεμβρίου

Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν καί με­τά τρέ­χει νο­ε­ρά σέ ὅ­λα τά μέ­ρη τῆς οἰ­κου­μέ­νης δίνοντας πλού­σια τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες του. Κά­ποι­α στιγ­μή κα­τοί­κη­σε καί σέ ἕ­ναν τό­πο τῆς Φρυ­γί­ας, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Χε­ρέ­τω­πα.

Ὁ μέ­γας εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης ὁ Θε­ο­λό­γος, κη­ρύσ­σον­τας τό Εὐ­αγγέ­λιο σέ ἐ­κεῖ­να τά μέ­ρη, εἶ­πε προ­φη­τι­κά, ὅ­τι με­τά ἀ­πό λί­γον και­ρό θά γίνη θεί­α ἐ­πί­σκε­ψις καί ξε­χω­ρι­στή πρό­νοι­α τοῦ ἀρ­χη­γοῦ τῶν Ἀγ­γέ­λων Μι­χα­ήλ σέ ἐ­κεῖ­νο τόν τό­πο.

Καί πράγ­μα­τι, μό­λις πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός ἀ­πό αὐ­τήν τήν πρόρ­ρη­σι, ἡ γῆ ἐ­κεί­νη ἀ­νέ­βλυ­σε νε­ρό ἁ­γι­ά­σμα­τος μέ­ τήν δύ­να­μι τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου, τό ὁ­ποῖ­ο γι­ά­τρευ­ε κά­θε ἀ­σθέ­νεια τῶν ἀν­θρώ­πων.

Ὅ­ταν λοι­πόν μιά κό­ρη εὐ­ερ­γε­τη­μέ­νη ἀ­πό τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο γι­α­τρεύ­τη­κε ἀ­πό τήν ἀρ­ρώ­στια της ἀ­πό τό ἀ­να­βλύ­ζων νε­ρό τοῦ ἁ­γι­ά­σμα­τος, ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­κτι­σε ἐ­κεῖ ἕ­ναν ὡ­ραι­ό­τα­το Να­ό στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἀρ­χι­στρά­τηγου. Πά­νω στό ἁ­γί­α­σμα ἔ­κτι­σε καί μιά πά­ρα πο­λύ ὄ­μορ­φη καί ἀ­κρι­βῆ σκε­πή.

Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν ἐ­νε­νῆν­τα χρό­νια, πῆ­γε στόν πιό πά­νω να­ό τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου κά­ποι­ος θε­ο­φι­λής καί εὐ­λα­βής νέ­ος, ὁ Ἄρ­χιπ­πος, πού κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά­πο­λι, ὁ ὁποῖος λόγῳ τοῦ πό­θου, πού εἶ­χε πρός τόν Ἀρ­χι­στρά­τη­γο Μι­χα­ήλ, τοποθετήθη-κε φύ­λα­κας καί ὑ­πη­ρέ­της τοῦ να­οῦ του, περ­νῶντας τήν ζω­ή του μέ πολ­λή ἄ­σκη­σι καί ἐγ­κρά­τεια.

Ἐ­πει­δή προ­χώ­ρη­σε ἀρ­κε­τά καί στήν ἡ­λι­κί­α καί στήν ἀ­ρε­τή καί νί­κη­σε ἐν­τε­λῶς τά θε­λή­μα­τα τῆς σάρ­κας, γι’ αὐ­τό καί ἀ­ξι­ώ­θη­κε πολ­λῶν χα­ρι­σμά­των ἀ­πό τόν Θε­ό. Γι’ αὐτήν τήν αἰτία λοιπόν καί τά πλήθη τῶν ἀπίστων ἑλλήνων τόν κατηγοροῦσαν καί μέ θυμό κινοῦνταν ἐναντίον του τόσο, πού κάποια φορά, ἀφοῦ τόν ἔπιασαν ἀπό τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς του χτύ­πη­σαν μέ ρα­βδιά τά ἱ­ε­ρά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός του.

Ἀλ­λά καί ἀφοῦ ὥρ­μη­σαν καί ἐ­ναν­τί­ον τοῦ νε­ροῦ τοῦ ἁ­γι­ά­σμα­τος δο­κίμασαν νά τό ἐξα­φα­νί­σουν λόγῳ τοῦ φθό­νου τους. Ἀλ­λά, ὤ τῆς με­γί­στης δυ­νάμεως τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου!, σέ ἄλ­λους ἕλ­λη­νες τά χέ­ρια κοκ­κά­λω­σαν, χω­ρίς νά μπο­ροῦν νά κι­νη­θοῦν καί σέ ἄλ­λους πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπρο­στά τους φλό­γα, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τους νά γυ­ρί­σουν πί­σω ἄ­πρα­κτοι.

Ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σαν νά κα­τορ­θώ­σουν τούς κα­κούς σκο­πούς τους, σκέ­φθη­καν ἄλ­λο τέ­χνα­σμα· νά ἐ­κτρέ­ψουν, δη­λα­δή, μέ αὐ­λά­κια τόν πο­τα­μό, πού ἔ­τρε­χε ἐ­κεῖ δί­πλα, ὥ­στε νά ὁρ­μή­ση κα­τ’ εὐ­θεῖ­αν στόν να­ό καί νά πνί­ξη τό­σο τόν τί­μιο ἄν­δρα Ἄρ­χιπ­πο, ὅ­σο καί τό πλῆ­θος πού πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ καί νά ἀ­φα­νί­σουν τήν ἰ­α­μα­τι­κή δύ­να­μι τοῦ νε­ροῦ τοῦ ἁ­γι­ά­σμα­τος, κα­θώς θά ἑ­νω­θῆ μέ αὐ­τά τά νε­ρά τοῦ πο­τα­μοῦ.

Αὐ­τά σκέ­φτον­ταν νά κά­νουν οἱ ἀ­νό­η­τοι, ἀλ­λά ὁ πο­τα­μός, ὤ τῶν θαυ­μα­σί­ων σου Κύ­ρι­ε! σάν νά ἦ­ταν ζων­τα­νός γύ­ρι­σε πρός τό ἄλ­λο μέ­ρος καί δέν ἔ­κα­νε αὐ­τά πού ἤ­θε­λαν νά κά­νουν οἱ ἄ­πι­στοι.

Αρχάγγελος Μιχαήλ – Εορτή 6 Σεπτεμβρίου

Οἱ ἀ­σε­βεῖς τό­τε θύ­μω­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο καί σκέ­φθη­καν νά ἑ­νώ­σουν καί ἄλ­λους δύ­ο πο­τα­μούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­τρε­χαν σέ ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο, καί ἔ­τσι νά τούς ἀ­φή­σουν νά ὁρ­μή­σουν, γιά νά ἐ­ξα­φα­νί­σουν ὄ­χι μό­νο τό νε­ρό τοῦ ἁ­γι­ά­σμα­τος ἀλ­λά ἀ­κό­μα καί τόν ἴ­διο τόν να­ό καί τόν χῶ­ρο γύ­ρω ἀ­πό αὐ­τόν.

Αὐ­τό ἦ­ταν πο­λύ πι­θα­νό νά γί­νη, κα­θώς ὁ χῶ­ρος γύ­ρω ἀ­πό τόν Να­ό ἦ­ταν κα­τη­φο­ρι­κός καί αὐ­τό βο­η­θοῦ­σε πο­λύ νά πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ τό κα­κό τους ἔρ­γο. Ὅ­ταν μα­ζεύ­θη­καν οἱ ἐ­πι­κα­τά­ρα­τοι καί ἔ­σκα­ψαν βα­θύ χαν­τά­κι, τό ὁ­ποῖ­ο τό ἔ­φρα­ξαν τρι­γύ­ρω, ἐ­ξέ­τρε­ψαν τούς πο­τα­μούς μέ­σα σ’ αὐ­τό καί ἄ­φη­σαν τά νε­ρά νά ξε­χυ­θοῦν κα­τά τοῦ Να­οῦ τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου.

Τό­τε λοι­πόν ὁ ἀ­οί­δι­μος Ἄρ­χιπ­πος, ὁ φύ­λα­κας, ἀ­φοῦ κα­τά­λα­βε τούς κα­κούς σκο­πούς τῶν ἀ­σε­βῶν, πα­ρα­κά­λε­σε μέ θέρ­μη τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο.

Ὁ Ἀρ­χάγ­γε­λος τοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε καί τόν κά­λε­σε μέ τό ὄ­νο­μά του· ὁ Ἀρ­χιπ­πος ἐκ­πλα­γείς τό­σο ἀ­πό τήν θαυ­μα­στή θε­ω­ρί­α τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου, ὅ­σο καί για­τί τόν κά­λε­σε μέ τό ὄ­νο­μά του, βγῆ­κε ἀ­πό τόν να­ό καί ἔ­πε­σε στά γό­να­τα. Καί ὁ Μι­χα­ήλ τοῦ εἶ­πε· “Σή­κω καί ἔ­λα μα­ζί μου καί θά ἰδῆς τήν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη δύ­να­μι τοῦ Θε­οῦ”.

Καί, μό­λις ἔ­κα­νε τόν τύ­πο τοῦ σταυ­ροῦ ὁ Ἀρ­χάγ­γε­λος, ἀ­μέ­σως καί οἱ πο­τα­μοί στα­μά­τη­σαν σάν τεῖ­χος ἀ­κί­νη­τοι. Κα­τό­πιν χά­ρα­ξε τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ ἐ­πά­νω σε μί­α πέ­τρα πολύ ὑψηλή, πού ἦ­ταν κον­τά στόν Να­ό, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως ἔ­γι­νε μί­α βρον­τή φο­βε­ρή. Καί ἡ μέν γῆ, σεί­σθη­κε πο­λύ δυ­να­τά, ἐ­νῷ ἡ πέ­τρα σχί­σθη­κε. Ὁ Ἀρ­χάγ­γε­λος πά­λι ση­μεί­ω­σε τόν τύ­πο τοῦ σταυ­ροῦ καί εἶ­πε·

«Ἄς συν­τρι­βῆ ἡ δύ­να­μις τοῦ Δι­α­βό­λου καί ἄς πλημ­μυ­ρί­ση ἀ­πό ἐ­δῶ κά­θε ἀπαλλαγή κα­κῶν σέ ἐ­κεί­νους, πού πλη­σιά­ζουν μέ πί­στι».

Ἔ­πει­τα μέ με­γά­λη καί δυ­να­τή φω­νή δι­έ­τα­ξε τά ἑ­ξῆς στούς πο­τα­μούς λέ­γον­τας· «Στήν χο­ά­νη αὐ­τή, νά χω­νευ­θῆ­τε, ὦ πο­τα­μοί».

Ἔ­τσι ἀ­πό τό­τε καί μέ­χρι σή­με­ρα χω­νεύ­ε­ται ἐ­κεῖ τό νε­ρό μέ πα­ρά­ξε­νο τρό­πο. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­πό τήν αἰ­τί­α αὐ­τή «Χῶναι» ὠ­νο­μά­σθη­κε ὁ τό­πος, πρός δό­ξα τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ μας καί σέ ἔ­παι­νο καί τι­μή τοῦ πα­νεν­δό­ξου καί θερ­μοῦ μας ἀν­τι­λή­πτο­ρα Μι­χα­ήλ.

 

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.