Η 16η Φεβρουαρίου, ημερομηνία κατά την οποία θα γινόταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, πέρασε χωρίς να γίνει πραγματικότητα το σενάριο για το οποίο προειδοποιούσαν οι ΗΠΑ. Έκτοτε, οι «προφητικές» αναφορές των Αμερικανών και των Βρετανών συνεχίστηκαν με το ίδιο τέμπο, δίνοντας μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία στον Ρώσο Πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, να χτυπήσει την αξιοπιστία των δυτικών συμμάχων και να τους κατηγορήσει για προβοκάτσια.

Πλέον η διεθνής κοινότητα είναι στραμμένη στις περιοχές που ελέγχουν οι αυτονομιστές στην ανατολική Ουκρανία και τον κίνδυνο η κλιμάκωση της βίας που καταγράφεται τις τελευταίες ημέρες να αποτελέσει την αφορμή, όπως ισχυρίζονται οι δυτικοί, για να εισβάλει ο Πούτιν στη χώρα. Αναλυτές αναφέρουν όμως ότι ακόμα και δεν γίνει επίθεση, δεν σημαίνει ότι η κρίση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης θα εκτονωθεί. Τα μέχρι στιγμής διπλωματικά βήματα δεν απέδωσαν καρπούς και γίνεται πιο ξεκάθαρο ότι καθοριστικό ρόλο στην αποκλιμάκωση θα παίξουν οι συζητήσεις που αφορούν τις εγγυήσεις ασφαλείας και όχι τα όσα διαδραματίζονται στην ανατολική Ουκρανία.

Έτσι μέχρι να συμφωνήσουν στις εγγυήσεις ασφαλείας, η περαιτέρω στρατιωτική δράση δεν μπορεί να αποκλειστεί, ενώ η μορφή και η φύση αυτής της δράσης θα μοιάζει διαφορετική από αυτό που περιμένουν οι Δυτικοί.

Σύμφωνα με το Foreign Policy, η κατανόηση της κρίσης περνάει μέσα από τις αποφάσεις της ρωσικής κυβέρνησης. Στις 15 Φεβρουαρίου, οι Ρώσοι βουλευτές ενέκριναν μια έκκληση στον Πούτιν να αναγνωρίσει η Ρωσία την ανεξαρτησία των εδαφών που τελούν υπό τον έλεγχο φιλορώσων αυτονομιστών. «Το Κίεβο δεν τηρεί τις συμφωνίες του Μινσκ. Οι πολίτες και οι συμπατριώτες μας που ζουν στο Ντονμπάς χρειάζονται τη βοήθεια και την υποστήριξή μας», έγραψε στο Telegram ο πρόεδρος της Κρατικής Δούμας, της κάτω βουλής του ρωσικού κοινοβουλίου, και μέλος του κυβερνώντος κόμματος Ενιαία Ρωσία Βιτσισλάβ Βολόντιν.

Οι συμφωνίες του Μινσκ στις οποίες γίνεται αναφορά αποτελούν αντικείμενο διαμάχης μεταξύ της Μόσχας και του Κίεβου από τότε που συμφωνήθηκαν. Ακόμα και εάν ο Πούτιν δεν εγκρίνει το ψήφισμα, η κίνηση ουσιαστικά λειτουργεί ως προειδοποίηση της Μόσχας για τα επόμενα βήματα εάν η διπλωματία αποτύχει. Εάν ο Πούτιν αποφάσιζε να αναγνωρίσει τη Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονέτσκ και τη Λαϊκή Δημοκρατία του Λουχάνσκ ως ανεξάρτητα κράτη, αυτό από τη μια πλευρά θα είχε ελάχιστο πρακτικό αντίκτυπο από μόνο του, καθώς θα ήταν μια de jure αναγνώριση (τουλάχιστον από τη ρωσική νομοθεσία).

Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, αυτό θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με το τέλος της διαδικασίας του Μινσκ, η οποία είναι μια θεσμοθετημένη μορφή διεθνούς διαμεσολάβησης που έχει σχεδιαστεί για να καθοριστεί το καθεστώς αυτών των εδαφών εντός του πολιτικού συστήματος της Ουκρανίας και αποτελεί την κύρια μορφή για τη διαπραγμάτευση της ουκρανικής σύγκρουσης από τότε που ξεκίνησε το 2014.

Μέχρι τώρα, η Ρωσία αντιμετώπιζε το Ντόνετσκ και το Λουχάνσκ ως μέρη της Ουκρανίας αλλά παρείχε «κρυφά» σε αυτά τα εδάφη ασφάλεια και οικονομική υποστήριξη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ρωσία έχει διατηρήσει τις στρατιωτικές της δραστηριότητες σε αυτά τα εδάφη περιορισμένες, κυρίως με τη μορφή «ασκήσεων».

Εάν το Κρεμλίνο αναγνώριζε το Ντόνετσκ και το Λουχάνσκ ως ανεξάρτητα κράτη, αυτό θα μπορούσε θεωρητικά να ανοίξει την πόρτα για μια πιο επίσημη ρωσική στρατιωτική παρουσία σε αυτά τα εδάφη. Το μόνο που θα χρειαζόταν είναι ένα επίσημο αίτημα της ηγεσίας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ και της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουχάνσκ να παρέμβει η Ρωσία για να προστατεύσει τους Ρώσους πολίτες – πολλοί κάτοικοι αυτών των περιοχών είναι ήδη κάτοχοι ρωσικών διαβατηρίων.

Στην περίπτωση μιας τέτοιας ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης, πιθανότατα θα περιοριζόταν στα εδάφη των περιοχών που ελέγχονται από τους αυτονομιστές και πιθανότατα δεν θα συνεπαγόταν περαιτέρω χερσαία εισβολή ή κατοχή εδαφών που ελέγχονται από την Ουκρανία. Αυτό θα έδινε στη Ρωσία τη δυνατότητα να πει ότι δεν εισβάλλει τεχνικά στην Ουκρανία, αλλά μάλλον παρεμβαίνει στα πρόσφατα αναγνωρισμένα ανεξάρτητα κράτη κατόπιν αιτήματος του δικού τους λαού και της ηγεσίας τους.

Η ελπίδα που γεννάει η διπλωματική πρωτοβουλία που ανέλαβε η Γαλλία και πιθανόν θα οδηγήσει στη συνάντηση Τζο Μπαίντεν και Βλαντιμίρ Πούτιν, δεν είναι καταδικασμένη να οδηγήσει σε αποκλιμάκωση. Σύμφωνα με αναλυτές, δύσκολα ο Ρώσος πρόεδρος θα κάνει πίσω χωρίς να πάρει κάτι σε αντάλλαγμα. Ενώ πολλοί έχουν ερμηνεύσει τη συγκέντρωση ρωσικών στρατευμάτων και τις ασκήσεις μεγάλης κλίμακας ως σημάδι ότι ο Πούτιν σχεδιάζει μια ευρείας κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία, μια εναλλακτική υπόθεση είναι ότι τέτοιες κινήσεις προορίζονται ως μέρος της διαπραγματευτικής του τακτικής για να φέρει τη Δύση εκεί που θέλει.

Ομοίως, η ψηφοφορία της Δούμας για την αναγνώριση του Ντόνετσκ και του Λουχάνσκ ως ανεξάρτητα κράτη δεν υποχρεώνει τον Πούτιν να το κάνει -ο ηγέτης του Κρεμλίνου μέχρι στιγμής απλώς «σημείωσε» την ψηφοφορία- αλλά τώρα του δίνει την επιλογή ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Αυτό που μπορεί να κάνει ο Πούτιν εδώ είναι να σηματοδοτεί με την πιθανή αναγνώριση αυτών των αυτονομιστικών δημοκρατιών ότι δεν είναι ικανοποιημένος με την εφαρμογή του Μινσκ από την Ουκρανία, και έτσι θέλει αυτή η διαδικασία να υποστηριχθεί από τη Δύση. Επιπλέον, και το πιο σημαντικό, ο Πούτιν θέλει να διαπραγματευτεί ένα νέο και πιο ολοκληρωμένο πλαίσιο ασφάλειας για την Ουκρανία και την Ευρώπη.

Το ερώτημα είναι τι μέτρα θα πάρει ο Πούτιν εάν δεν λάβει παραχωρήσεις από τη Δύση μετά από όλες αυτές τις συνομιλίες; Η αναγνώριση του Ντόνετσκ και του Λουχάνσκ ως ανεξάρτητων κρατών είναι μια εναλλακτική επιλογή σε μια ευρύτερη στρατιωτική εισβολή και κατοχή της Ουκρανία. Ενώ η διπλωματική διαδικασία είναι ακόμη σε εξέλιξη για να αποφευχθεί περαιτέρω κλιμάκωση, αναλυτές δεν αποκλείουν σύντομα η κατάσταση να πάρει μια τέτοια τροπή, εάν δεν σημειωθεί πρόοδος.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.