ΔΕΙΤΕ ΤΙ ΓΡΑΦΕΙ: Η ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ- Έχω ζηλέψει πολλές πατέντες στη ζωή μου –μία όμως μου έχει πραγματικά κλέψει την καρδιά. Δεν ξέρω ποιος την πρωτοσκέφτηκε, ούτε πόσω μάλλον ποιος ήταν τόσο προνοητικός ώστε να την κατοχυρώσει.

Εικάζω ότι δεν ήταν ένας, αλλά πολλοί, ίσως και ταυτόχρονα ή σχεδόν ταυτόχρονα στα πιο απόμακρα μέρη της υφηλίου. Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Η πατέντα πρέπει να χάνεται στα βάθη της προϊστορίας, τότε που το ανθρώπινο γένος άρχισε να αναρωτιέται τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του και μήπως –ό,τι και αν συμβαίνει εκεί μέσα- του χρησιμεύει για κάτι περισσότερο από το να τρώει, να πίνει, να ουρεί, να αφοδεύει, να συνουσιάζεται, να δέρνει και να κοιμάται. Υποθέτω επίσης ότι εκείνοι, οι πρώτοι άνθρωποι που ξεκίνησαν να σκέφτονται, δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς ανάμεσα στους υπόλοιπους. Μπορεί οι υπόλοιποι να θέλησαν να τους ξεφορτωθούν με μια ροπαλιά στο κούτελο και διόλου απίθανο να ξεφορτώθηκαν έτσι αρκετούς, πάντως όχι όλους. Έως ότου εξαλείψουν αυτή την ενοχλητική αίρεση των σκεπτόμενων ανθρώπων, είναι εξαιρετικά πιθανό να διαπίστωσαν ότι ορισμένες από τις σκέψεις των αιρετικών βελτιώνουν τη ζωή όλων και αυξάνουν τις πιθανότητες για την κοινή επιβίωση. Σε αυτό το λεπτό χρονικό σημείο, όπου κυριολεκτικά κρίθηκε το μέλλον της ανθρωπότητας, κάποιος ή κάποιοι πρέπει να σήκωσαν το ανάστημά τους και να είπαν στην ομήγυρη: «Ας μην σκοτώσουμε όλους τους σκεπτόμενους. Ας κρατήσουμε μερικούς ζωντανούς, τουλάχιστον για όσον καιρό θα μας εξυπηρετούν και δεν θα μπερδεύονται στα πόδια μας. Εκείνοι θα συνεχίσουν να σκέφτονται κι εμείς θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε».
Επιτρέψτε μου να επιμείνω. Δείτε την ομορφιά εκείνου του συναινετικού –λέμε, τώρα- προϊστορικού διαζυγίου μεταξύ της Επιστήμης και της Θρησκείας. Η πατέντα των «Μη Αλληλοκαλυπτόμενων Πεδίων», όπως την βάφτισε κουλτουριάρικα πολλές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια αργότερα ο διεθνούς φήμης καθηγητής Γεωλογίας και Ζωολογίας στο Χάρβαρντ Στέφεν Τζέι Γκουλντ, καθιέρωσε μια ανθρωπότητα δύο ταχυτήτων: «Η επιστήμη μελετά τον τρόπο με τον οποίο πορεύονται οι ουρανοί, ενώ η θρησκεία τον δρόμο που οδηγεί προς αυτούς». Μα δεν είναι αληθινά χαριτωμένη διευθέτηση; «Άνθρωποι, άνθρωποι», καθώς έλεγε και ο Χρήστος Τσαγανέας ως τρόφιμος ψυχιατρικής κλινικής στους “Γερμανούς ξανάρχονται” (1948), «προς τι το μίσος και η αλληλοεξόντωσις; Προς τι ο αλληλοσπαραγμός;». Αφού μπορεί να κάνει ο καθένας μας τη δουλειά του και να έχει ήσυχο το κεφάλι του (και, πρωτίστως, στη… θέση του), γιατί να χρονοτριβούμε με αδιέξοδες διαμάχες; Γιατί να επιχειρήσουμε επί ματαίω να πείσουμε τους άπιστους να πιστέψουν και τους πιστούς να απιστήσουν, εάν εξαρχής αποδεχτούμε ως δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας «κανονικότητας» τόσο τους πιστούς όσο και τους άπιστους;
Πείτε ότι έχετε απέναντί σας το ζεύγος Κιουρί και τους αδελφούς Γκριμ. Από το ζεύγος Κιουρί απαιτείτε να αναλώσουν όλη τους τη ζωή στην επιστημονική έρευνα και, καθώς το αντικείμενό τους στο εργαστήριο –η ραδιενέργεια- είναι εν πολλοίς ανεξερεύνητο, ακόμη και να την θυσιάσουν πρόωρα (όπως μελλοντικά, φευ, και αναρίθμητες άλλες ζωές), ενόσω παράλληλα διατηρείτε το δικαίωμα να ρίξετε στα σκουπίδια τους καρπούς του μόχθου τους, έτσι κι εμφανιστεί κάποιος άλλος επιστήμονας με νέα δεδομένα που ανατρέπουν τα προηγούμενα. Τουναντίον, από τους αδελφούς Γκριμ δεν ζητάτε παρά διασκεδαστικά –ενίοτε και τρομακτικά- παραμύθια, δίχως ποτέ ούτε καν να σκεφτείτε να τους υποβάλετε στη βάσανο των αποδείξεων. Με βάση την πατέντα που προαναφέραμε, δισεκατομμύρια συνάνθρωποί μας σε όλον τον κόσμο μπορούν να κλίνουν καθημερινά το γόνυ και να προσεύχονται σε κάποια παραλλαγή της Κοκκινοσκουφίτσας, της Χιονάτης ή της Σταχτοπούτας και να μην αμφιβάλλουν πως τα ανωτέρω πλάσματα όχι μονάχα υπάρχουν, αλλά και εισακούν τις προσευχές, παρεμβαίνουν, επιδεικνύουν έντονο και ειλικρινές ενδιαφέρον για όσα ταλανίζουν τους συνανθρώπους μας.
Ο συνήγορος του Διαβόλου θα μας έλεγε ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ακριβώς με αυτόν τον ιδανικό και αρμονικό τρόπο, την δοκιμασμένη πασιφιστική τακτική «από μακριά και αγαπημένοι». Βλέπετε, οι πιστοί όλων των θρησκειών δεν είναι δυσανεκτικοί μόνον απέναντι στους άπιστους, αλλά και απέναντι σε όσους πιστεύουν σε κάτι… άλλο. Η ίδια η λέξη «μισαλλοδοξία» -το μίσος για τη δόξα (πίστη, άποψη) του άλλου- φανερώνει τις εχθρικές τους διαθέσεις. Φανταστείτε, λόγου χάριν, σε μια κοινότητα με βαθιά πίστη στη Χιονάτη, να εμφανιστεί μια ωραία πρωία ένας περίεργος τύπος που να κηρύττει ότι ο μόνος αληθινός Θεός είναι ο Κοντορεβιθούλης. Μην πάτε τόσο μακριά. Θυμηθείτε πώς οι μουσουλμάνοι κατακτητές αποκαλούσαν όλους τους αλλόθρησκους κατακτημένους: γκιαούρηδες. Άπιστους. Καλά, ήταν σοβαροί; Άπιστη η γιαγιά που σταυροκοπιόταν ολημερίς και ολονυχτίς μπροστά στη Μεγαλόχαρη; Βεβαίως. Διότι σταυροκοπιόταν μπροστά στη λάθος Μεγαλόχαρη. Στη λάθος Χιονάτη.
Καθότι είναι υπερβολικά κουραστικό και ψυχοφθόρο να σκοτώνεις διαρκώς γκιαούρηδες, όλες οι θρησκείες ανακάλυψαν τελικά ένα modus vivendi. Με ολίγες ηχηρές εξαιρέσεις επίσης (όπως του Τζιμ Τζόουνς, εκείνου του σαλταρισμένου ιεροκήρυκα που ξέκανε το ποίμνιό του στη ζούγκλα της Γουιάνας με μια τελετουργική αυτοκτονία/δολοφονία) οι θρησκείες βρήκαν κοινό έδαφος συνεννόησης με τη στοιχειώδη νοημοσύνη, όπως και με τη στοιχειώδη υγιεινή: απαραίτητη προϋπόθεση για να προσέρχεται το ποίμνιο σου στους χώρους λατρείας είναι να βιοπορίζεται και να παραμένει ζωντανό (αδελφοί, έχουμε κι έξοδα). Ωστόσο, η επιδερμική αποδοχή μίνιμουμ κανόνων λογικής δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην και επέκτασή της στα απαραβίαστα χωράφια της δογματικής• εκεί οι παραβιάσεις της νοημοσύνης –τα αποκαλούμενα και «θαύματα»- δίνουν και παίρνουν. Μην σας πω ότι επιβάλλονται κιόλας. Δεν αρκεί να έχεις ανοιχτά τα θέατρα• πρέπει να ανεβάζεις και παράσταση.
Κάθε θρησκεία έχει τη δική της βιομηχανία παραγωγής «θαυμάτων» -αλλά ας περιοριστούμε στη δική μας. Ελλείψει χώρου, ας επικεντρωθούμε στις «εικόνες που δακρύζουν». Σχεδόν καθημερινά διάφορες εικόνες –της Παναγίας, ως επί το πλείστον- «δακρύζουν» ανά την επικράτεια. Με όλο τον σεβασμό προς τους «χαμηλούς τόνους» που επιλέγει η Παναγία για να εκφράσει τη δυσφορία της ή για να μας περάσει μια κρυπτογραφημένη προειδοποίηση, εγείρεται το εύλογο ερώτημα: γιατί δακρύζει η εικόνα; Γιατί δεν βήχει ή δεν φτερνίζεται; Αντιλαμβάνομαι πως άλλη εντύπωση προκαλεί μια Παναγία στενοχωρημένη και άλλη μια Παναγία συναχωμένη, αλλά πολύ φοβάμαι ότι την απάντηση θα μας την δώσει μονάχα ένας πρωτοετής της Σχολής Καλών Τεχνών: οποιοσδήποτε θόρυβος –από τον ψίθυρο έως το ουρλιαχτό- προϋποθέτει και μια ηχητική εγκατάσταση. Απεναντίας, για την αληθοφάνεια των δακρύων αρκούν λίγες χρωστικές ουσίες ή και μόνη η υγρασία. Βλέπετε, δεν είναι η εικόνα που δακρύζει• είναι η νοημοσύνη.
——————————————————————-
“Τα Νέα” 30 Ιανουαρίου 2021

Φανούρης Ευστράτιος

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.