Άγιος Παντελεήμων ο Μεγαλομάρτυς: Λες και είχαν συμμαχήσει εναντίον του οι σκοτεινές δυνάμεις, με όργανα τους δημίους, που ευφραίνονταν κάθε φορά που επινοούσαν φρικτότερους τρόπους βασανισμού των Ομολογητών της Πίστεως.

Άγιος Παντελεήμων ο Μεγαλομάρτυς: Αφόρητα μαρτύρια και θεία προστασία

Κατά πρώτον, τον κρέμασαν σ΄ ένα ξύλο και, ενώ με σιδερένια νύχια καταξέσχιζαν το σώμα του, με αναμμένες λαμπάδες του έκαιγαν τα πλευρά, προκαλώντας αβάσταχτους πόνους. Όμως εκείνος υπέμενε με καρτερία, διότι δεν πρόσεχε τις πληγές και τα καύματα των λαμπάδων, αλλά προσευχόταν ε υψωμένα τα μάτια του στον ουρανό (Συμεών ο Μεταφραστής), απ΄ όπου αντλούσε τη δύναμη για να βαστάσει με θάρρος το μαρτύριο.

Στη συνέχεια, ο Διοκλητιανός διέταξε να λειώσουν σ΄ ένα μεγάλο καζάνι μόλυβδο κι ενώ οι δήμιοι θα τροφοδοτούσαν αδιάκοπα με ξύλα τη φωτιά, να ρίξουν μέσα στο λειωμένο μέταλλο τον Άγιο Παντελεήμονα. Καθώς οδηγούσαν τον Μεγαλομάρτυρα στη νέα αυτή δοκιμασία, εκείνος εύρισκε καταφυγή στην προσευχή, που ήταν ικανή «να σβήσει το καζάνι και να προκαλέσει θαυμαστή αναψυχή». Ιδιαίτερα αγαπητοί τού ήταν οι ψαλμικοί στίχοι, που τους χρησιμοποιούσε ως προσευχή: «Άκουσε, Θεέ, τη φωνή μου καθώς προσεύχομαι σ΄ Εσένα.

Από τον κίνδυνο του εχθρού φύλαξε τη ζωή μου. Κρύψε με από τις συνωμοσίες των κακούργων, από των παρανόμων τη σύναξη» (Ψαλμ. 63, 2-3), και «εγώ φώναξα στον Θεό και ο Κύριος θα με σώσει. Βράδυ, πρωί και μεσημέρι Τον επικαλούμαι και Αυτός ακούει τη φωνή μου» (Ψαλμ. 54, 17-18). Και στην περίπτωσή μας, ο Κύριος άκουσε την επίκληση του Μεγαλομάρτυρα «και εν των βράσματι του μολύβδου ένθα ο Άγιος εβλήθη…έδοξε εισελθείν μετ΄ αυτού» (Μηναίον, Ιουλίου ΚΖ΄), οπότε μεταποιήθηκε σε δροσερό, το καυτό μολύβι, όπως κάποτε είχε μεταβάλει σε δροσερό και το καμίνι μες στο οποίο είχαν ριχτεί οι Τρεις Παίδες στη Βαβυλώνα.

Η Θεία προστασία

Ο Μεγαλομάρτυς Παντελεήμων είχε ολοφάνερη σε όλους την θεία προστασία, αλλά και ο αδίστακτος τύραννος διέθετε τόση μανία και μίσος κατά του γενναίου αθλητή, που έδωσε αμέσως εντολή να ριχτεί στη θάλασσα. Οι δήμιοι κρέμασαν από τον τράχηλο του Μεγαλομάρτυρα μια βαριά πέτρα και τον πέταξαν στη θάλασσα της Νικομήδειας.

Ο Θεός όμως έκρινε ότι δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα για να ανέλθει ο Άγιος στους ουρανούς. Γι΄αυτό και με θαυμαστό τρόπο τον ελευθέρωσε από τη βαριά πέτρα΄ προς έκπληξη δε και θαυμασμό των παρισταμένων τον είδαν να βγαίνει στην επιφάνεια και σε λίγο να περπατά στην παραλία! Μετά από κάθε θαυμαστή διάσωσή του, αρκετοί από τους παρακολουθούντες τα γινόμενα, ομολογούσαν πίστη στον Θεό του Αγίου Παντελεήμονα, γεγονός που εξαγρίωνε πιο πολύ τον αυτοκράτορα.

Έτσι λοιπόν, έδωσε νέα εντολή: Να ριχτεί ο άκαμπτος Χριστιανός στα άγρια θηρία, που προηγουμένως είχαν αφήσει νηστικά, ώστε να τον κατασπαράξουν. Αλλά συνέβη και εδώ ό,τι με τον Δανιήλ στο λάκκο των λιονταριών. Τα πεινασμένα ζώα, αντί να ορμήσουν και να τον κατασπαράξουν, στάθηκαν σε μικρή απόσταση απ΄ αυτόν και τον κοίταζαν ήρεμα, σε αντίθεση με τον αυτοκράτορα, ο οποίος είχε μεταβληθεί σε αιμοβόρο θηρίο. Το γεγονός τούτο προκάλεσε τη συμπάθεια του πλήθους, που αυθόρμητα άρχισε να φωνάζει΄ «μέγας ο των Χριστιανών Θεός εστίν, ο μόνος και αψευδής», ενώ απαιτούσε την απελευθέρωση του Αγίου Παντελεήμονα, με τη φράση «αφιέσθω ο δίκαιος».

Ο Διοκλητιανός δίνει εντολή να οδηγηθεί ο Μεγαλομάρτυς στη φυλακή, όπου οι δήμιοι τον υπέβαλαν στο μαρτύριο του τροχού, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού αυτός αποδεικνυόταν «και πάσης πέτρας στερρότερος» (έχοντας αντοχή μεγαλύτερη από κάθε πέτρα).

Τέλος, ο αυτοκράτορας έκανε μία ύστατη προσπάθεια να πείσει το γενναίο αθλητή του Χριστού ν΄απαρνηθεί την Πίστη του και να επιστρέψει στη λατρεία των ειδώλων. Όταν όμως διαπίστωσε εκ νέου ότι σώμα και ψυχή του Μεγαλομάρτυρος ήταν ολοκληρωτικά δοσμένα στον μόνο αληθινό Θεό και ον απέστειλε Ιησούν Χριστόν (Ιω. 17, 3) και ότι και σ΄ αυτόν είχαν εφαρμογή τα λόγια του Αποστόλου των εθνών Παύλου, «τι μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Μήπως τα παθήματα, οι στενοχώριες, οι διωγμοί, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι ή ο μαρτυρικός θάνατος;» (Ρωμ. 8, 35), έλαβε την τελική απόφαση: Να αποκεφαλίσουν τον Άγιο Παντελεήμονα με ξίφος.

Το μακάριο τέλος

Έτσι οι δήμιοι, σύμφωνα με παλαιό συναξάρι, οδήγησαν το γενναίο Ομολογητή και Μάρτυρα του Χριστού έξω από την πόλη της Νικομήδειας «κατά δυσμάς εν προαστείω τινός Αδαμαντίου σχολαστικού». Στη διαδρομή αυτή, εκείνος δεν έπαψε να προσεύχεται και ν΄ απαγγέλλει στίχους ψαλμικούς.

Όταν έφτασαν στο σημείο του μαρτυρίου, ο Άγιος Παντελεήμων έσκυψε τον αυχένα για να δεχθεί τον δια ξίφους θάνατο. Οι βιογράφοι και συναξαριστές του αναφέρουν ως εξής τις τελευταίες επί γης στιγμές του:

«Όταν ο δήμιος άπλωσε το χέρι, λύγισε το ξίφος και έλειωσε το μέταλλο σαν να΄ ταν από κερί. Βλέποντας το θαύμα οι στρατιώτες, πίστεψαν στον Χριστό. Τότε ο Άγιος Μάρτυς έσκυψε με τη θέλησή του τον αυχένα και αποκεφαλίστηκε. Λέγεται δε ότι, αντί για αίμα, έτρεξε γάλα και το δέντρο της ελιάς στο οποίο είχε δεθεί, ωρίμασε αμέσως τον καρπό της» (Μηναίον Ιουλίου, ΚΖ΄).

«Του έκοψαν το ιερό κεφάλι, λένε όμως ότι έτρεξε γάλα αντί για αίμα. Νομίζω δε πως αυτό είναι απόδειξη της καθαρότητας και της φωτεινότητας της ψυχής του» (Νικήτας ο Παφλαγών).

«Αφού ομολόγησε πίστη στον Χριστό, βασανίστηκε με διάφορους τρόπους. Στο τέλος καταδικάστηκε σε αποκεφαλισμό, οπότε δεμένος με αλυσίδες, οδηγήθηκε στον τόπο της θανάτωσης και δέθηκε στον κορμό μιας ελιάς. Όταν του έκοψαν το κεφάλι, έτρεξε αίμα και γάλα» (Βασίλειος ο Πορφυρογέννητος). Ήταν το έτος 305 μ.Χ.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.