Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ιγνάτιος ήταν Επίσκοπος στην Αντιόχεια κατά τους χρόνους του βασιλιά Τραϊανού (98 – 117). Λέγεται ότι, όταν ήταν ακόμα βρέφος, τον πήρε στα χέρια του ο Ιησούς Χριστός, ενώ εδίδασκε τον λαό στα Ιεροσόλυμα, λέγοντας.

«Όστις ουν ταπεινώσει εαυτόν ως το παιδίον τούτο, ούτος εστίν ο μείζων εν τη βασιλεία των ουρανών, και ος εάν δέξηται παιδίον τοιούτον εν επί τω ονόματί μου εμέ δέχεται» (Ματθ. 18:4-5).

Ο Άγιος Ιγνάτιος έγινε μαθητής του Ευαγγελιστού Ιωάννου και χειροτονήθηκε Επίσκοπος Αντιοχείας από τους ίδιους τους ιερούς Αποστόλους.

Όταν ο Τραϊανός νίκησε τους Τατάρους, κατελήφθη από μεγάλη φιλοδοξία και άρχισε αγριώτατο πόλεμο κατά των Χριστιανών, για να τους εξαναγκάση να προσκυνήσουν τους θεούς του, που τον είχαν βοηθήσει – όπως πίστευε – να νικήση. Έστειλε λοιπόν σ’ όλες τις πόλεις μήνυμα, πως, όσοι Χριστιανοί δεν θέλουν να θυσιάσουν στα είδωλα, πρώτα θα βασανίζονταν και μετά θα θανατώνονταν. Κάποιοι στρατιώτες τους τον πληροφόρησαν τότε, πως ο Ιγνάτιος δίδασκε τους ανθρώπους να προσκυνούν Θεό νεώτερο, εσταυρωμένο και αναστηθέντα, να μισούν την ευμάρεια και, το χειρότερο, να καταφρονούν τους θεούς των βασιλέων.

Μόλις τ΄ άκουσε αυτά ο Τραϊανός, διέταξε να τον φέρουν μπροστά του.

-Συ είσαι ο Ιγνάτιος εκείνος, που καταφρονείς τα προστάγματά μας και διαστρέφεις με την διδαχή σου όλη την Αντιόχεια, παρακινώντας τους ανθρώπους να καταφρονούν τους θεούς μας;

-Πώς ονομάζεις θεούς τα άψυχα είδωλα; Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός, ο μονογενής Υιός του Θεού και Πατρός, ο οποίος εδημιούργησε όλο τον κόσμο και ο οποίος, εάν τον εγνώριζες, βασιλεύ, θα στερέωνε τον θρόνο της βασιλείας σου και θα ελάμπρυνε το διάδημα της κεφαλής σου, απάντησε πλήρης θερμοτάτης πίστεως ο θείος Ιγνάτιος.

Όλο το βράδυ ο Τραϊανός σκεπτόταν πώς να γλυτώση από τον Ιγνάτιο, για να μη προσελκύση και άλλους στην πίστι του Χριστού, αποφάσισε λοιπόν να τον δώση βορά στα άγρια θηρία, ώστε έτσι να παραδειγματισθούν και άλλοι.

Όταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες μετέφεραν τον Άγιο Ιερομάρτυρα Ιγνάτιο στο θέατρο, για να τον ρίξουν στα λιοντάρια, εκείνος στράφηκε προς το πλήθος του λαού και με γενναίο φρόνημα είπε:

-Ώ άνδρες Ρωμαίοι και θεατές του αγώνα μου, να γνωρίζετε, ότι δεν έκανα κανένα κακό, άλλ’ ούτε και σε τίποτα έφταιξα, για να αξίζω τέτοιον θάνατο! Τον δέχομαι όμως με ευχαρίστησι, για να πάω κοντά στον Αγαπημένο μου Ιησού, τον εμόν Έρωτα, την εμήν Αγάπην. Γι’ αυτό αφήνομαι να με αλέσουν με τα δόντια τους τα άγρια θηρία, σαν καθαρό σιτάρι που είμαι, να γίνω και καθαρό ψωμί για τον Κύριό μου.

Μόλις είπε τα λόγια αυτά, οι Ρωμαίοι στρατιώτες ελευθέρωσαν τα λιοντάρια, τα οποία τον κατεσπάραξαν. Άφησαν μόνο τα μεγαλύτερα οστά και την καρδιά του Αγίου ανέπαφα! Βλέποντάς την δε ακέραια οι στρατιώτες, την έσχισαν με τις λόγχες τους και βρήκαν γραμμένες μέσα, με χρυσά γράμματα, δύο λέξεις: «Ιησούς Χριστός».

Όταν τα έμαθε όλ’ αυτά, και με τι θείο φρόνημα τα αντιμετώπισε ο θείος Ιγνάτιος, ο Τραϊανός μετενόησε γι’ αυτό που έκανε και εθέσπισε νόμο, βάσει του οποίου κανείς ηγεμόνας ή άρχοντάς του δεν επιτρεπόταν πλέον να σκοτώση Χριστιανό.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.