Ο Μέγας Αντώνιος είχε φτάσει σε ηλικία τα 105 χρόνια! Παρά ταύτα, όπως το συνήθιζε, επισκεπτόταν τους μοναχούς που ασκήτευαν στον "έξω βουνό", στην έρημο Πισπίρ. Όταν, φωτισμένος από τη θεία πρόνοια, προαισθάνθηκε το τέλος της επίγειας ζωής του, τους επισκέφθηκε για μια ακόμη φορά και τους είπε: Αυτή η επίσκεψη θα είναι η τελευταία και δεν ξέρω αν θα ξαναϊδωθούμε. Ακούγοντας τον οι μοναχοί έκλαιγαν και τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν.

Αυτός όμως, όπως γράφει ο Μέγας Αθανάσιος, “σα να έφευγε από μια ξένη πόλη για τη δική του, συζητούσε χαρούμενος και τους προέτρεπε να μη δείχνουν αμέλεια στους κόπους, ούτε να απογοητεύονται κατά την άσκηση. Αλλά να ζουν σα να πεθαίνουν κάθε μέρα. Να φροντίζετε ώστε να φυλάγετε την ψυχή σας από ακάθαρτες σκέψεις και να μιμείσθε τους αγίους. Να μη πλησιάζετε τους αιρετικούς Μελιτιανούς και Αρειανούς, διότι γνωρίζετε τον πονηρό και βέβηλο σκοπό τους και η ασέβεια τους είναι φανερή σε όλους. Ούτε αν δείτε να τους προστατεύουν οι δικαστές να χάνετε την ηρεμία σας. Γι’ αυτό να διατηρείτε τον εαυτό σας καθαρό απ’ αυτούς και να κρατάτε και των πατέρων την παράδοση και πριν απ’ όλα την ευσεβή πίστη στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, την οποία έχετε μεν μάθει από τις Γραφές, αλλά κι εγώ πολλές φορές σας την υπενθύμισα”.

Έφυγε και επέστρεψε στο “μέσα βουνό”

Ενώ δε οι μοναχοί τον πίεζαν να μείνει κοντά τους και να πεθάνει εκεί, ο Αντώνιος δεν το δεχόταν. Γι’ αυτό έφυγε και επέστρεψε στο “μέσα βουνό” (το ενδότερον όρος), όπου μόναζε. Μετά από λίγους μήνες αρρώστησε. Κι αφού κάλεσε τους δύο μοναχούς, που τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έμεναν μαζί του και τον εξυπηρετούσαν στα γεράματά του, τους είπε:

“Εγώ, όπως είναι γραμμένο, ακολουθώ το δρόμο των πατέρων (πρβλ. Ιησ. Ναυή 23, 15), διότι βλέπω τον εαυτό μου να καλείται από τον Κύριο. Εσείς όμως αγρυπνάτε για να μη πάει χαμένη η πολυετής άσκηση σας, αλλά σα να κάνετε τώρα αρχή φροντίστε να διατηρείτε την προθυμία σας. Γνωρίζετε τους δαίμονες που σας επιτίθενται, ξέρετε πόσο άγριοι είναι, αλλά αδύναμοι στην ισχύ τους. Μη τους φοβηθείτε λοιπόν, αλλά περισσότερο να αναπνέετε πάντοτε το Χριστό και σ’ αυτόν να πιστεύετε. Να ζείτε σα να πεθαίνετε κάθε μέρα, προσέχοντας τον ευατό σας και ενθυμούμενοι τος συμβουλές που ακούσατε από μένα, … και φροντίστε περισσότερο να είστε μεταξύ σας ενωμένοι, κυρίως βέβαια με τον Κύριο, έπειτα δε και με τους αγίους. Ώστε μετά τον θάνατο σας να σας υποδεχτούν κι αυτοί στις αιώνιες σκηνές σαν φίλους και γνωστούς σας. Αυτά να σκέπτεστε, αυτά να έχετε ως φρόνημα”.

Έπειτα ζήτησε από τους δύο αφοσιωμένους μοναχούς, μόλις πεθάνει, να θάψουν το σώμα του και να το κρύψουν κάτω από το χώμα, ώστε κανένας να μη ξέρει τον τόπο της ταφής του. Τους είπε χαρακτηριστικά: Εγώ, κατά την ανάσταση των νεκρών, θα το πάρω και πάλι από το Σωτήρα άφθαρτο.

Ύστερα μοίρασε τα υπάρχοντά του, λέγοντας τους, στον Αθανάσιο (τον πατριάρχη Αλεξανδρείας και μετέπειτα βιογράφο του) να δώσουν μία μηλωτή “και το ρούχο εκείνο που είχα για στρώμα, το οποίο εκείνος μου είχε δώσει καινούργιο και σ’ εμένα πάλιωσε”, στον δε επίσκοπο Σαραπίωνα την άλλη μηλωτή. Οι δύο μοναχοί θα κρατούσαν το τρίχινο ρούχο του. “Και τώρα”, τους είπε, “φυλάγεστε, παιδιά μου, διότι ο Αντώνιος φεύγει από την παρούσα ζωή και δεν θα είναι πια μαζί σας”.

Αφού είπε αυτά τα τελευταία λόγια, οι δύο μοναχοί τον ασπάστηκαν. Ο μακάριος Αντώνιος άπλωσε τα πόδια του και βλέποντας ως φίλους εκείνους που τον είχαν επισκεφθεί, γεμάτος χαρά γι’ αυτούς πέθανε και προστέθηκε στους πατέρες. Οι δύο μοναχοί, καθώς τους είχε παραγγείλει, αφού τον περιτύλιξαν και τον κήδεψαν, έθαψαν το σώμα του στη γη. Και έκτοτε κανένας δεν γνωρίζει που είναι θαμμένος.

Το τέλος της επίγειας ζωής του

Αυτό υπήρξε το τέλος της επίγειας ζωής του, γράφει ο Μέγας Αθανάσιος, κι εκείνη η αρχή της άσκησης του. Και παρόλο που όσα εκθέτουμε είναι λίγα σε σύγκριση με την αρετή του, παίρνοντας αφορμή απ’ αυτά, σκεφθείτε ποιος υπήρξε ο άνθρωπος του θεού Αντώνιος, που από τα νιάτα του μέχρι και τα βαθιά γεράματά του διατήρησε αμείωτη την προθυμία για άσκηση. Κι όμως σε όλα του διατηρήθηκε υγιής:

“Διότι και τα μάτια του δεν είχαν πρόβλημα κι έβλεπε καλά, κι από τα δόντια του δεν είχε πέσει ούτε ένα … Αλλά και στα πόδια και τα χέρια παρέμενε υγιής και σε σύγκριση γενικά με όλους εκείνους που κάνουν χρήση ποικιλίας τροφής και λουτρών και διαφόρων ενδυμάτων, αυτός φαινόταν πολύ πιο χαρούμενος και έδειχνε πιο ακμαίος. Και το ότι η φήμη του είχα φτάσει παντού κι όλοι τον θαύμαζαν, ενώ κι όσοι δεν το είχαν καν ιδεί τον αγαπούσαν, είναι γνώρισμα της αρετής και της θεοφιλούς ψυχής του. Διότι ο Αντώνιος έγινε γνωστός όχι από τα συγγράμματα του, ούτε από την κοσμική σοφία του ή από κάποια τέχνη, αλλά εξαιτίας της θεοσέβειας του. Κι αυτό δεν θα μπορούσε κανένας να αρνηθεί ότι υπήρξε δώρο του Θεού. Διότι από που έγινε ξακουστός στην Ισπανία και στη Γαλλία και στη Ρώμη και στην Αφρική (και σ’ όλο το χριστιανικό κόσμο), ενώ ζούσε αφανής και στην έρημο, αν δεν ήταν ο Θεός που κάνει γνωστούς παντού τους δικούς του ανθρώπους; Έστω κι αν αυτό εργάζονται αθόρυβα,, έστω κι αν θέλουν να μη φαίνονται, όμως ο Κύριος τους προβάλλει σε όλους σαν φώτα, ώστε και ν’ αυτό τον τρόπο οι χριστιανοί να γνωρίζουν, ότι οι εντολές του Θεού είναι δυνατό να εφαρμοστούν και να παίρνουν θάρρος για την ενάρετη ζωή”.

Ο Μέγας Αντώνιος εκοιμήθη εν Κυρίω το έτος 356 και η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιανουαρίου.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.