Αξιότιμοι καθηγητές και εκλεκτοί συμμετέχοντες.

Είναι τιμή μου να συμβάλλω στον διάλογο αυτής της σημαντικής διημερίδας, αν και δυστυχώς προγραμματισμένες υποχρεώσεις εμποδίζουν την προσωπική μου παρουσία. Η διεξαγωγή αυτής της συζήτησής είναι πολύ σημαντική και επίκαιρη λόγω της καλπάζουσας επικράτησης των ψευδών ειδήσεων σε πολλούς τομείς.

Η εξέλιξη της τεχνολογίας με τα κοινωνικά δίκτυα δημιούργησε ένα τεχνοκοινωνιολογικό φαινόμενο που θέτει σε κίνδυνο τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατίας. Στην σημερινή εποχή των πολλαπλών κρίσεων, της απόσυρσης των ιδεολογιών του προηγούμενου αιώνα από το κέντρο της σκέψης των ανθρώπων και του αισθήματος της ανασφάλειας που υπάρχει, πολλοί άνθρωποι στράφηκαν για στήριξη σε παλαιές αξίες και την θρησκεία.

Ο συνδυασμός των προαναφερόμενων γεγονότων δημιούργησε το φαινόμενο της έντονης παραπληροφόρησης στο θρησκευτικό πεδίο. Ένα γεγονός που ενισχύεται από γεωπολιτικά, πολιτικά, εξουσιαστικά και οικονομικά συμφέροντα:
– Ξένα κράτη χρησιμοποιούν την θρησκεία για να πλήξουν την Εκκλησία της Ελλάδας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα μας.
– Πατριδοκάπηλα κόμματα χρησιμοποιούν στρεβλές εκδοχές της διδασκαλίας της Εκκλησίας μας για να κερδίσουν ψηφοφόρους μέσω του θρησκευτικού λαϊκισμού. Κομματάρχες “θεολογούν” – σε εισαγωγικά – προσπαθώντας να εκτοπίσουν την Εκκλησία και να ηγηθούν νέων πολιτικοθρησκευτικών κινημάτων.
– Ρασοφόροι τρομοκρατούν τον κόσμο και ψευδοθεολογούν με σκοπό την απόκτηση οπαδών, χρημάτων, εξουσίας.
– Διάφοροι απατεώνες του διαδικτύου κατασκευάζουν βίντεο με ψευδοπροφητείες και ψευδοδιδασκαλίες με σκοπό το οικονομικό κέρδος από τα κλικ και τις διαφημίσεις. Αρκεί να κυκλοφορήσει μια φήμη πως ανώνυμοι “γέροντες” από το Άγιο Όρος είπαν κάτι για να “πάρει φωτιά” το διαδίκτυο, φήμες που μπορεί άνετα να κατασκευάσει ο οποιοσδήποτε.

Στο επίκεντρο της θρησκευτικής παραπληροφόρησης στο Άγιο Όρος και την Ελλάδα εδώ και μισό αιώνα βρίσκεται δυστυχώς η Μονή μας, ενώ η αδελφότητα της Μονής μας για πάνω από δυο δεκαετίες βρίσκεται – με κίνδυνο της ζωής των μελών της – στη πρώτη γραμμή του μετώπου κατά της παραπληροφόρησης. Παλαιότερα έχουμε δεχθεί αιματηρή επίθεση. Σήμερα φτάσαμε στο σημείο, η αδελφότητα της Μονής μας να στοχοποιείται συστηματικά και σε εβδομαδιαία βάση από ραδιοφωνικό μέσο επιρροής συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, το οποίο βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία και ιδεολογική συμπόρευση με τους καταληψίες της Μονής μας. Συκοφαντίες, λασπολογία και ψευδείς κατηγορίες εκτοξεύονται εναντίον μας θέτοντας μας σε άμεσο κίνδυνο.

Ενώ η υπόθεση της Μονής μας έχει λήξει προ πολλού εκκλησιαστικώς και δικαστικώς, η Ελληνική Πολιτεία “νίπτει τας χείρας της” μη εφαρμόζοντας τις δικαστικές αποφάσεις και αφήνοντας το ιστορικό κτήριο της Μονής μας και τα κειμήλιά της απροστάτευτα. Το κατειλημμένο κτήριο της Μονής μας αποτελεί ένα “άτυπο άσυλο” κέντρο διάδοσης αντιδημοκρατικών-ρατσιστικών ιδεολογιών και θρησκευτικής παραπληροφόρησης.

Λόγω αυτής της πολύχρονής μας εμπειρίας στο θέμα της θρησκευτικής παραπληροφόρησης, λάβαμε το θάρρος να συμβάλλουμε στο διάλογο, που διεξάγεται σήμερα εδώ για να καταθέσουμε την μαρτυρία μας από την “πρώτη γραμμή” και να ζητήσουμε την συμπαράσταση όλων των υγιών δυνάμεων της κοινωνίας.

Το γεγονός της μετάδοσης της θρησκευτικής παραπληροφόρησης περιλαμβάνει τους παραγωγούς και τους καταναλωτές αυτής της πληροφορίας. Συνεπώς είναι ένα φαινόμενο που άπτεται πολλών επιστημών και όχι μόνο της θεολογίας. Είναι θέμα της επιστήμης της επικοινωνίας, της πολιτικής επιστήμης, της ιστορίας, της ψυχιατρικής και άλλων ίσως επιστημών.

Παραγωγοί θρησκευτικής παραπληροφόρησης υπήρχαν και δυστυχώς πάντα θα υπάρχουν. Το κύριο ζητούμενο είναι η ενημέρωση και εκπαίδευση του κοινού-καταναλωτή αυτών των πληροφοριών. Διότι οι επιτήδειοι παίρνουν δύναμη από την ελλιπή πληροφόρηση και γνώση των υπολοίπων.

Το θέμα του επανευαγγελισμού του πιστού λαού, ώστε να έχει τα σωστά κριτήρια πρόσληψης αυτών των πληροφοριών είναι ευθύνη της Εκκλησίας. Όσο βέβαια ο πιστός λαός είναι ευήκοος, διότι τελευταία υπάρχει η τάση να “δημιουργηθεί” μια νέου είδους θρησκεία, με νέους κανόνες, με βάση τις φήμες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.

Στην παρούσα παρέμβασή μου θα αναφερθώ στο ρόλο της δημοσιογραφίας στην μετάδοση της θρησκευτικής πληροφορίας, καθώς και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι πέφτουν συχνά θύματα της σχετικής παραπληροφόρησης δυσκολευόμενοι να μεταδώσουν με ακρίβεια τα γεγονότα. Ο αριθμός των δημοσιογράφων που ασχολούνται με το θρησκευτικό ρεπορτάζ στην Ελλάδα είναι ελάχιστος. Το νούμερο αυτό δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε την πλήρη, ούτε την έγκυρη κάλυψη των γεγονότων.

Το Άγιο Όρος έχει μεγάλη απήχηση στο κοινό και είναι πεδίο μεγάλης εκμετάλλευσης και μόχλευσης όσον αφορά την θρησκευτική παραπληροφόρηση. Παρόλα αυτά, δυστυχώς, η δημοσιογραφική κάλυψη επί του πεδίου είναι σχεδόν μηδαμινή και οι όποιες αναλύσεις επιδερμικές. Δημοσιογράφους βλέπουμε σπανίως, κυρίως όταν γίνεται επίσκεψη κάποιου αρχηγού κράτους. Η δημοσιογραφική κάλυψη γίνεται κυρίως εξ αποστάσεως με πληροφορίες από τρίτους. Αυτό συνεπάγεται πολλές φορές την ελλιπή και λανθασμένη πληροφόρηση για την πραγματικότητα.

Κατά την άποψή μας θα ήταν χρήσιμο περισσότεροι δημοσιογράφοι να καλύπτουν τα τεκταινόμενα στον εκκλησιαστικό χώρο. Οι απαραίτητες γνώσεις, οι βασικές αρχές λειτουργίας της Εκκλησίας και του Αγίου Όρους, ώστε να μπορεί να αποκωδικοποιηθεί η εκκλησιαστική επικαιρότητα, είναι ελάχιστες.

Η δημοσιογραφία δια τηλεφώνου δεν είναι επαρκής. Εφόσον όλοι μας καταλαβαίνουμε την σημασία της παραπληροφόρησης στο θρησκευτικό πεδίο, αλλά και την εξέχουσα θέση το Αγίου Όρους σε αυτό το θέμα, καλούμε τους δημοσιογράφους να έρθουν από κοντά να γνωρίσουν το Άγιο Όρος. Περισσότεροι δημοσιογράφοι ασχολούμενοι με τα θέματα της Εκκλησίας, περισσότερη αντικειμενικότητα, λιγότερες πιθανότητες για αποσιώπηση γεγονότων σημαντικών που επηρεάζουν έμμεσα όλη την κοινωνία. Δεν απαιτείται πτυχίο θεολογίας για να πληροφορηθεί κάποιος για τις βασικές αρχές λειτουργίας της Εκκλησίας και του Αγίου Όρους για να μπορεί να αποκωδικοποιεί τα γεγονότα. Δεν απαιτείται επίδειξη θρησκευτικής ευσέβειας, η οποία άλλωστε δεν αποτελεί εγγύηση αντικειμενικότητας.

Είναι ευρέως διαδεδομένη μια αντίληψη στους κύκλους των δημοσιογράφων, κάτι σαν “θεωρία συνομωσίας”, ότι η Εκκλησία μας δήθεν είναι ένας καλοκουρδισμένος οργανισμός στην οποία τα μέλη της κάνουν απόλυτη υπακοή, πως όλοι οι ιερωμένοι είναι απόλυτα συνεννοημένοι και συντονισμένοι, μια ελίτ με σκοπό καθυπόταξη και τον απόλυτο έλεγχο των μαζών, και πως αυτό το κάνει συνεχόμενα για εκατοντάδες χρόνια. Αυτή η αντίληψη είναι αντίθετη με την πραγματικότητα, τη στιγμή όπου ο κάθε τυχάρπαστος, ρασοφόρος ή μη, “σταρ του διαδικτύου” προσπαθεί να υποτάξει την Εκκλησία στο θέλημά του και να της υποδείξει πως να λειτουργεί. Γνωστή είναι και η μεγάλη δυσκολία να διοργανώσει η Εκκλησία μια μεγάλη Σύνοδο, λόγω του φαινομένου του εθνοφυλετισμού, του καπελώματος δηλαδή της Εκκλησίας από το εθνικό συμφέρον του κάθε κράτους, αλλά και της θρησκευτικής παραπληροφόρησης.

Ιδιαίτερα το Άγιο Όρος, κάποιοι δημοσιογράφοι το βλέπουν σαν ένα ανθρωπολογικό μουσείο, όπου θα έρθουν να μιλήσουν με τους ιθαγενείς, θα τους δουν ως εξωγήινους και θα τους θέσουν – τις ίδιες κάθε φορά – κλισέ ερωτήσεις π.χ. γιατί γίναν καλόγεροι, τι γνώμη έχουν για αυτά που στερούνται και άλλες παρόμοιες φαιδρές ερωτήσεις.

Άλλοι θέλουν να πουλήσουν μια εικόνα μεσαιωνικού μυστηρίου στο κοινό τους και ένα σασπένς παραβιάζοντας τα σύνορα του Αγίου Όρους και ασεβώντας απέναντί του. Αυτοί οι δημοσιογράφοι προσπαθούν να έρθουν σε επαφή με κατοικούντες στο Άγιο Όρος που θα τους προσφέρουν θέαμα. Προτεραιότητα είναι το θέαμα. Η μετάδοση της πραγματικότητας μπαίνει σε τελευταία μοίρα. Δυστυχώς, υπάρχει και αυτή η μειοψηφία των δημοσιογράφων που προβαίνουν σε παραπληροφόρηση στο θέμα της θρησκείας με σκοπό το ίδιον όφελος δια της ακροαματικότητας και των διαφημιστικών κερδών. Το φαινόμενο δηλαδή που προαναφέραμε για το διαδίκτυο, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Τέλος μια άλλη βασική παρανόηση είναι πως δήθεν όποιος φοράει μαύρο ένδυμα-ράσο είναι αυτομάτως και ιερέας και μάλιστα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στο δημοκρατικό πολίτευμα που ζούμε, όποιος θέλει μπορεί να αγοράσει ένα ράσο και να κάνει ό,τι δηλώσεις θέλει. Επίσης, αρκετοί ρασοφόροι δεν είναι μέλη της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά ιερείς σε διάφορα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα, όπως τις διάφορες εκκλησίες “γνησίων ορθόδοξων χριστιανών” (ΓΟΧ). Όταν ο δημοσιογράφος μεταδίδει μια είδηση για ένα ρασοφόρο, είναι ευθύνη του ιδίου να διερευνήσει αν είναι ιερέας, και αν ναι, σε ποια εκκλησία ανήκει και ποιος επίσκοπος έχει ευθύνη για αυτόν.

Αρκεί, λοιπόν, ο αλληλοσεβασμός και η διάθεση για απλή ανθρώπινη επικοινωνία μακριά από προκαταλήψεις και ένα άκριτο, παρωχημένο, γενικευμένο αντικληρικαλισμό, ώστε να υπάρχει σωστή συνεργασία και αντικειμενική θεώρηση της πραγματικότητας.

Επιστρέφοντας στην σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, παρατηρούμε πως ακροδεξιοί πολιτικοί και νοσταλγοί τυραννικών καθεστώτων ανεβαίνουν σε δημοτικότητα σε όλο το κόσμο. Ακόμα και μικρά ποσοστά να έχει ένα ακροδεξιό κόμμα είναι αρκετό για να επηρεάσει τις εξελίξεις απειλώντας την καταψήφιση νομοσχεδίων μιας κυβέρνησης εύθραυστης πλειοψηφίας. Εργαλείο αυτών των αντιδημοκρατικών δυνάμεων είναι συνήθως η εκμετάλλευση του θρησκευτικού συναισθήματος, ο θρησκευτικός λαϊκισμός βασισμένος πάντα στην παραπληροφόρηση.

Όλοι πλέον καταλαβαίνουν πόσο σημαντική είναι η καταπολέμηση της παραπληροφόρησης στο θρησκευτικό πεδίο. Οι υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο σε μια συστράτευση, ώστε να μην πλακώσει το σκοτάδι και κατακυριεύσει τα πάντα.

Αρχ. Βαρθολομαίος
Ηγούμενος Ι. Μ. Εσφιγμένου
Άγιο Όρος

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.