Ἐνῶ τό εὐσεβές Ἔθνος μας ἐξακολουθεῖ νά ἑορτάζει, ὅσο οἱ ὑγειονομικές συνθῆκες τό ἐπιτρέπουν, τήν ἐπέτειο τῶν 200 χρόνων ἀπό τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση, καταφθάνει καί πάλι ἡ ἐπέτειος τῶν Νικητηρίων τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 μέ τήν συνακόλουθη ἑορτή τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Υπεραγίας Θεοτόκου.

Τήν πανάχραντη Σκέπη τῆς Ἀειπαρθένου, τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ τοῦ Γένους μας, ἐβίωσαν γιά μιά ἀκόμη φορά οἱ πατέρες μας στά κακοτράχαλα βουνά τῆς Ἠπείρου τόν χειμῶνα τοῦ 1940 – 41 καί καθ’ ὅλο τό διάστημα τῆς τριπλῆς Κατοχῆς τῆς Πατρίδος μας ἀπό Ἰταλούς, Γερμανούς καί Βουλγάρους.

Ὡς «Ἐλευθερώτρια» τιμᾶμε τήν πανεπίσημη αὐτή ἡμέρα τήν Θεομήτορα καί «ὡς σῶστρα», σάν ἀνταπόδοση τῆς διάσωσής μας ἀπό τόν πολλαπλό κίνδυνο, τῆς ψέλνουμε ὠδές εὐχαριστήριες. Παρακινοῦν σέ αὐτό οἱ μαρτυρίες τῶν στρατευμένων νέων τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁμολογίες τῶν ἀναπαυμένων στήν Μητρική Της πρόνοια μητέρων, συζύγων, τέκνων καί τῶν ἄλλων ἀμάχων. Εἶναι ἀκόμη ἡ πάγκοινη ὁμολογία τῶν Ὀρθοδόξων Ελλήνων: «Καταφυγὴ καὶ δύναμις ἠμῶν, Θεοτόκε, ἡ κραταιὰ βοήθεια τοῦ κόσμου…» Καί, βέβαια, ἡ ἐπαναλαμβανόμενη στό διᾶβα τῶν αἰώνων μυριόστομη ἱκεσία: «…ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, (Θεοτόκε)…»

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Ὁ ἀγώνας τοῦ ’40, ὅμοια κι ἀπαράλλαχτα μ’ ἐκεῖνον τοῦ ’21, εἶναι ἀγώνας καί ὑπόθεση ἐλευθερίας· ζήτημα ζωῆς ἤ θανάτου πνευματικοῦ. Τό διακύβευμα ὑπερβαίνει ἀναμφίβολα καί δίχως μέτρο σύγκρισης τά φθαρτά καί τετριμένα, τίς ἀνάγκες τῆς καθημερινῆς ἐπιβίωσης. Ἀναφέρεται στήν αἰωνιότητα τῆς ὕπαρξης, τίς ἀπειρόχρονες ἀξίες καί τά μεγάλα ἰδανικά, γιά τά ὁποῖα ἀξίζει νά μή λογαριάσει κανείς. Οἱ πατέρες μας εἶχαν συνειδητοποιήσει τή διάσταση αὐτή τῆς θυσίας τους: πώς γιά τέτοια προτάγματα ἀξίζει κανείς καί τήν ἐφήμερη ζωή ἀκόμη νά θυσιάσει.

Ὁ Σπαρτιάτης βασιλιᾶς Λεωνίδας, πρίν ἀπαντήσει λακωνικά τό ἀνυπέρβλητο «Μολῶν λαβέ» στήν ἰταμή ἀπαίτηση τοῦ Ξέρξη «Πέμψον τά ὅπλα», τοῦ εἶχε ξεκαθαρίσει, ἀποκρινόμενος στίς δελεαστικές του προτάσεις: «Ἄν ἤξερες τί εἶναι τό καλό στή ζωή, θά ἀπεῖχες ἀπό τό νά ἐπιθυμεῖς ξένα πράγματα. Γιά μένα, εἶναι κα-
λύτερο νά πεθάνω γιά τήν Ἑλλάδα παρά νά εἶµαι μονάρχης στούς ὁμόφυλούς μου».

Ὁ τελευταῖος τῶν Ρωμαίων Αὐτοκρατόρων Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ ὁ Παλαιολόγος ξεκαθάριζε στόν ὁσονούπω Πορθητή Μωάμεθ Β΄: «Τὸ δέ τήν πόλιν σοί δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστί οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινή γάρ γνώμη πᾶντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν». Δηλαδή: «Τό νά σοῦ παραδώσουμε τήν Πόλη δέν ἀνήκει σ’ ἐμένα οὔτε σέ κανέναν ἄλλον ἀπ’ τούς κατοίκους της. Γιατί ὅλοι τό ἴδιο φρόνημα ἔχουμε, τήν ἴδια ἀπόφαση ἔχουμε πάρει: Μέ τή θέλησή μας θά πεθάνουμε καί δέν θά λυπηθοῦμε τή ζωή μας».

Τήν αἰώνια ἐλευθερία πού θά τούς ἔφερνε ὁ ἔντιμος θάνατος παρά μιά ἐξαχρειωμένη, ἀτιμασμένη ζωή προτίμησαν οἱ Σουλιώτισσες, οἱ γυναῖκες τῆς Νάουσας, οἱ Μεσολογγίτες, οἱ ὑπερασπιστές τοῦ Ἀρκαδίου καί τόσοι ἀκόμη λιτανευτές αὐτῶν τῶν αἰώνιων ἀξιῶν στήν Ἀγορά τῆς Ἱστορίας, μέ κοινωνούς τῆς ἴδιας δόξας τούς μαχητές τῆς Πίνδου καί τούς ἀνυστερόβουλους ἀγωνιστές τῆς Ἐθνικῆς μας Ἀντίστασης.

Τό διαχρονικό, ἀντιστασιακό φρόνημα τοῦ λαοῦ μας συνόψισε τό πρωινό τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς στά τρία γράμματα τοῦ «ΟΧΙ» καί οἱ γενναῖοι πού ἐπεχείρησαν ἀποτελεσματικά τήν ἔφοδο τοῦ Ὕψους μέ τόν τιτάνιο ἀγῶνα τους τό φρόνημα αὐτό τό ἐνύλωσαν, ὡς ἄλλοι Τρεῖς Παῖδες ἐν Βαβυλῶνι, πού ἀρνήθηκαν νά ὑποταχθοῦν καί νά προσκυνήσουν τή χρυσῆ εἰκόνα τοῦ Ναβουχοδονόσορ, κι ἄς ρίχνονταν στό πυρακτωμένο καμίνι.

Χάρη σ’ αὐτό τό φρόνημα χαιρετίζουμε τήν Ἐλευθερία μας ὡς «ἀπ’ τά κόκκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τά ἱερά» κι ἀναγνωρίζουμε πώς «γιά νά γυρίσει ὁ Ἥλιος θέλει… νεκροί χιλιάδες νά ‘ναι στούς τροχούς… κί οἱ ζωντανοί νά δίνουν τό αἷμα τους».

Ἀγαπητοί μου,

Στήν ἐπετειο τῶν Νικητηρίων καί τήν παράλληλη ἐπέτειο τῶν διακοσίων χρόνων τῆς πολιτικῆς Ἐλευθερίας αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους ἄς ἀναλογισθοῦμε:

Πόσο κατανοητές εἶναι σήμερα οἱ θυσίες τῶν πατέρων μας γιά ἀξίες καί ἰδανικά; Καί τῶν Ἁγίων Μαρτύρων τῆς Πίστης μας ἀκόμη ἡ σταθερότητα στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐμμονή στήν πνευματική ἐλευθερία γιά πόσους λειτουργεῖ ὡς πρότυπο; Πόσους ἐμπνέει; Καί πόσοι, ἀντίθετα, χλευάζουν τέτοιες θυσίες, τίς ὑποτιμοῦν καί στήν πράξη τίς ἀπαρνοῦνται; Πόσοι ἀπομένουν ἄξιοι τοῦ ποταμοῦ τῶν αἱμάτων;

Ἄς συνειδητοποιήσουμε μέ ἐντιμότητα ὅτι βιώνουμε ὡς Ἔθνος μιάν ἀλλιώτικη καί τόσο ἐπικίνδυνη ἑθελοδουλεία στήν ἐκκοσμίκευση, στήν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰωνιότητας. Κι ἐμεῖς καί οἱ ἡγέτες μας μένουμε ἐγκλωβισμένοι στό ἐφήμερο, σέ μιά ἐπίπλαστη κι ὁλότελα πρόσκαιρη εὐημερία, πού ἑρμηνεύεται ὑλιστικά καί ἐπιδιώκεται ἐγκοσμιοκρατικά. Ἀδυνατοῦμε νά ὁραματισθοῦμε καί νά ὀρεχθοῦμε τά μένοντα, τά αἰώνια, αὐτά πού ἀξίζουν πραγματικά.

Ἄς εὐχηθοῦμε, λοιπόν, τό εὐσεβές ἡμῶν Ἔθνος νά ξαναβρεῖ τόν προσανατολισμό του· νά ἀναθεωρήσει τούς στόχους του· νά ἀνανοηματοδοτήσει ἀληθινά τήν Ἐλευθερία του· νά ξαναμάθει νά τήν κατακτᾶ, νά τήν ὑπερασπίζεται μέ ὅποιο κόστος. Καί, κατά χρέος ἱερό, ἄς ἀναλάβουμε -μαζί μέ τά παιδιά μας- τίς εὐθύνες μας.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΑ,

ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΑ, ΜΕ ΦΡΟΝΗΜΑ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΣΜΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ!

Μετά πολλῆς πατρικῆς ἀγάπης καί εὐχῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

† Ὁ Λευκάδος καί Ἰθάκης Θ ε ό φ ι λ ο ς

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.