Ισχύς αναγκαστικών απαλλοτριώσεων εκκλησιαστικών κτημάτων που κηρύχθηκαν από το 1922 μέχρι το 1953

Κατά τον 20ο αιώνα, ιδίως τη δεκαετία του 1920 (συχνά και λόγω της πιεστικής ανάγκης αποκατάστασης των προσφυγικών πληθυσμών) έλαβαν χώρα αρκετές απαλλοτριώσεις μεγάλων εκκλησιαστικών κτημάτων. Oι απαλλοτριώσεις κηρύσσονταν μέσα σε καθεστώς συνταγματικής ανωμαλίας, κατά τη διάρκεια του οποίου η νομοθεσία επέτρεπε την κατάληψη του εκκλησιαστικού κτήματος από το Κράτος, πριν ακόμα συντελεσθεί η απαλλοτρίωση (η συντέλεση γίνεται με την πληρωμή της αποζημίωσης στον αρχικό ιδιοκτήτη κατά τον βασικό κανόνα στα ελληνικά Συντάγματα και στο τότε ισχύον Σύνταγμα του 1911, που προέβλεπε στο άρθρο 17 ότι η αφαίρεση της ιδιοκτησίας δεν ολοκληρώνεται χωρίς πληρωμή της αποζημίωσης).

Έτσι με την υπ’ αριθμ. 3473/14-2-5-3-1923 απόφαση της Επανάστασης του 1922 για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, η οποία κυρώθηκε με το ψήφισμα της Συντακτικής Συνέλευσης των Αθηνών από 7/6-15/9/1924, επιτράπηκε η απαλλοτρίωση ακινήτων κατά παρέκκλιση του άρθρου 17 του Συντάγματος του 1911. Κατ’ εφαρμογήν των παραπάνω έκτακτων νομοθετημάτων, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 2, 22, 25, 26, 39 και επόμενα του από 3/5.10.1924 Διατάγματος περί Κωδικοποιήσεως των αγροτικών νόμων και το άρθρο 25 παρ. 2 του από 24.11/26.12.1925 Νομοθετικού Διατάγματος «Περί τροποποιήσεως του Αγροτικού Κώδικος», που αντικατέστησε το άρθρο 25 της εν λόγω Κωδικοποίησης, προβλέφθηκε κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 25 ότι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της υπουργικής απόφασης που κηρύσσει την απαλλοτρίωση περιέρχονται στην κυριότητα και στη νομή του Δημοσίου τα κτήματα που απαλλοτριώθηκαν με την υπουργική απόφαση (πλην των εξαιρέσεων των άρθρων 3 έως 12).

Αποτέλεσμα της έκδοσης τέτοιων πράξεων απαλλοτρίωσης ήταν η αφαίρεση της νομής και κατοχής εκκλησιαστικών κτημάτων χωρίς προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης, η οποία, σε αρκετές περιπτώσεις, ουδέποτε τελικά έλαβε χώρα, παρά την κατάληψη του κτήματος από το Κράτος.

Την εξαιρετική αυτή κατάσταση επέτρεψε και το Σύνταγμα του 1927 (άρθρο 119) προς τον σκοπό της αποκατάστασης των προσφύγων. Όμοιο εξαιρετικό καθεστώς απαλλοτριώσεων (σε βάρος δηλαδή των ιδιοκτητών των υπό απαλλοτρίωση εκτάσεων) επέτρεψε και το Σύνταγμα του 1952 λόγω της ανάγκης αποκατάστασης γεωργών και κτηνοτρόφων μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Το άρθρο 104 του Συντάγματος 1952 επέτρεψε την έκδοση εξαιρετικού νόμου για τις απαλλοτριώσεις αλλά με ισχύ για μια τριετία (πράγματι εκδόθηκε το ν.δ. 2185/1952 που επέτρεπε απαλλοτριώσεις με καταβολή μόνο του 1/3 της αξίας των κτημάτων και απόκτηση της νομής του κτήματος από το Κράτος πριν την εξόφληση της (μειωμένης) αποζημίωσης -δυνάμει αυτού του νόμου συνήφθη και η σύμβαση αναγκαστικής εξαγοράς των 770.000 στρεμμάτων μοναστηριακής περιουσίας μεταξύ Δημοσίου, ΟΔΕΠ και Εκκλησίας της Ελλάδος -θα αναλυθεί σε άλλη ανάρτηση).

Εν όψει όμως της πραγματικής κατάστασης της μη εξόφλησης των αποζημιώσεων επί ζημία των ιδιοκτητών των απαλλοτριωμένων ακινήτων, ο νομοθέτης όρισε το 1939 μία προθεσμία για την εξόφληση των εκκρεμών αποζημιώσεων, και προέβλεψε ότι σε περίπτωση μη τήρησης αυτής της προθεσμίας, η απαλλοτρίωση «θεωρείται αυτοδικαίως ανακληθείσα» (δεν χρειάζεται καν αίτηση για άρση της απαλλοτρίωσης και έκδοση ανακλητικής πράξης).

Ειδικότερα, τέθηκε εν ισχύι ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939 (ΦΕΚ Α΄ 192/15.5.1939) στο άρθρο 2 παρ. 2 του οποίου ορίσθηκε ότι :

«2.Απαλλοτρίωσις μη συντελουμένη κατά τα εν άρθρω 7 παρ. 1 του παρόντος νόμου οριζόμενα εντός διετίας από της κηρύξεώς της θεωρείται αυτοδικαίως ανακληθείσα. Ως προς τας κηρυχθείσας ήδη απαλλοτριώσεις, η διετία άρχεται από της ισχύος του παρόντος νόμου.»

ενώ κατά το παραπεμπόμενο άρθρο 7 παρ. 1 εδ. 2 του ιδίου νόμου προβλέπεται ότι :

«Συντέλεσις της απαλλοτριώσεως, δια μεταβιβάσεως της ιδιοκτησίας εις τον υπέρ ου ενεργήθη αύτη, επέρχεται μόνον από της εις τον δικαιούχον καταβολής της ορισθείσης προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως ή από της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως της γενομένης εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το άρθρον 24 του παρόντος νόμου καταθέσεως, ή, αν υπόχρεων προς καταβολήν είναι το Δημόσιον, είτε από της δημοσιεύσεως της καταθέσεως, είτε από της υπέρ του δικαιούχου εκδόσεως του χρηματικού εντάλματος πληρωμής.»

Οι ανωτέρω διατάξεις του Α.Ν. 1731/1939 κωδικοποιήθηκαν αμετάβλητες ως «Κώδικας Απαλλοτριώσεων», που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Β.Δ. της 29/30.4.1953 (ΦΕΚ Α΄ 109/30.4.1953) στο άρθρο 2 παρ. 3 του οποίου προβλέπεται :

«3. Απαλλοτρίωσις μη συντελουμένη κατά τα εν άρθρω 7 παρ. 1 του παρόντος Νόμου οριζόμενα εντός τετραετίας από της κηρύξεώς της θεωρείται αυτοδικαίως ανακληθείσα. Η προθεσμία αύτη ορίζεται:

α) διετής δια τας προ της ισχύος του παρόντος Νόμου κηρυχθείσας απαλλοτριώσεις, αρχόμενη από της ισχύος αυτού (25 Μαΐου 1939) ως και δια τας από της χρονολογίας ταύτης (25 Μαΐου 1939) μέχρι της ισχύος του Ν.Δ/τος 80/1941 (24 Μαΐου 1941) κηρυχθείσας τοιαύτας, αρχόμενη από της κηρύξεως των και

β) τριετής δια τας από της ισχύος του Ν.Δ/τος 80/1941 κηρυχθείσας απαλλοτριώσεις, εφ` όσον η τριετία είχε συμπληρωθή κατά την έναρξιν της ισχύος του από 13/14 Μαρτίου 1953 Β.Δ/τος. Η τετραετής ως άνω προθεσμία δύναται να παραταθή δια Β. Διαταγμάτων επί εν (1) εισέτι το πολύ έτος. Τα ως άνω οριζόμενα δεν έχουσιν εφαρμογήν επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων προς εκτέλεσιν έργων οδοποιϊας ή υδραυλικών ή λιμενικών ή σιδηροδρομικών έργων ή πρός εκτέλεσιν έργων δασικής οδοποιΐας και εγκαταστάσεων δασικών εργοστασίων. Το ανωτέρω εδάφιον ισχύει από της 13-7-44 ισχύος του Ν. υπ’ αριθ. 1537/44. Αι προ της ισχύος του Ν. Διατάγματος 1258/1949 κηρυχθείσα υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων αναγκαστικαί απαλλοτριώσεις, ων η συντέλεσις δεν επραγματοποιήθη εντός της υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 80/1941 οριζομένης τριετίας και της κατά το άρθρον 22 του Ν.Δ. 1258/1949 δοθείσης τυχόν διετούς παρατάσεως της ισχύος αυτών, δύναται να κηρυχθώσιν ισχύουσαι δι` αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών επί διετίαν εισέτι αφ’ ης έληξεν η κατά τ’ ανωτέρω πενταετής εν συνόλω προθεσμία εφ’ όσον ο από της λήξεως της πενταετούς ταύτης προθεσμίας μέχρι της ισχύος (27 Δεκεμβρίου 1951) του Ν. 1969/1951 διαδραμών χρόνος είναι ελάσσων της διετίας».

Βάσει της τελευταίας εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε το Β.Δ. της 9/10.3.1956 (ΦΕΚ Α΄ 85/10.3.1956), με το οποίο ορίσθηκε ότι η από τις παραπάνω διατάξεις προβλεπόμενη τετραετής προθεσμία συντελέσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων παρατείνεται επί ένα ακόμη έτος. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στο δικαιούχο της δικαστικώς ορισθείσας προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης ή με τη δημοσίευση στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ανακοίνωσης για την παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της ανωτέρω αποζημίωσης ή αν υπόχρεω προς καταβολή της αποζημίωσης είναι το Δημόσιο, είτε από της άνω δημοσιεύσεως της γνωστοποίησης για την παρακατάθεση, είτε από της υπέρ του δικαιούχου εκδόσεως χρηματικού εντάλματος πληρωμής, (βλ. ΣτΕ 2083/1975 Ολομ., 2780/1972 Ολομ.).

Ειδικά μάλιστα για τις «προσφυγικές απαλλοτριώσεις», που είχαν σκοπό την αποκατάσταση των προσφύγων, το άρθρο 2 παρ. 5 του παραπάνω Κώδικα Απαλλοτριώσεων, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Β.Δ. της 29/30.4.1953 (ΦΕΚ Α΄ 109/30.4.1953) προέβλεψε ότι:

α) μπορούν να ανακληθούν οι προσφυγικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 119 του Συντάγματος του 1927 ή και βάσει προγενέστερων εξαιρετικών διατάξεων (που εισήγαγαν εξαίρεση από το άρθρο 17 του Συντάγματος του 1911) εάν μέχρι την 15.4.1957 δεν έγινε κατάληψη του κτήματος από το Δημόσιο ή εξόφληση της αποζημίωσης. Για την ανάκληση της απαλλοτρίωσης απαιτείτο η έκδοση βασιλικού διατάγματος.

β) ειδάλλως, εάν παρέλθει και η 15.4.1957 «άνευ καταλήψεως ή αποζημιώσεως» του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, η ανάκληση της προσφυγικής απαλλοτρίωσης επέρχεται αυτοδικαίως (χωρίς την ανάγκη έκδοσης ανακλητικού βασιλικού διατάγματος).

Συμπέρασμα :

 

1. αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, με όποιο τρόπο και εάν κηρύχθηκαν (βασιλικό διάταγμα, αναγκαστικό νόμο, νομοθετικό διάταγμα κ.λπ.), ακόμα και εάν η σχετική διοικητική πράξη κήρυξης της απαλλοτρίωσης προέβλεπε ότι το κτήμα αποκτάται από το Κράτος πριν την καταβολή της αποζημίωσης έχουν πάψει να ισχύουν και η κυριότητα ανήκει στον αρχικό ιδιοκτήτη :

 

α. εάν, προκειμένου περί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν πριν την 25.5.1939 η αποζημίωση δεν καταβλήθηκε εντός διετίας από την έναρξη ισχύος του αναγκαστικού νόμου 1731/1939, δηλαδή έως την 25.5.1941

 

β. εάν, προκειμένου περί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν μεταξύ της 25.5.1939 και της 24.5.1941, η αποζημίωση δεν καταβλήθηκε εντός διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της απαλλοτρίωσης

 

γ. εάν, προκειμένου περί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν μεταξύ της 24.5.1941 και της 14.3.1950, η αποζημίωση δεν καταβλήθηκε εντός τριετίας από την ημερομηνία κήρυξης της απαλλοτρίωσης

δ. εάν, προκειμένου περί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν μετά την 30.4.1953 η αποζημίωση δεν καταβλήθηκε εντός πενταετίας από την ημερομηνία κήρυξης της απαλλοτρίωσης (λόγω της παράτασης κατά 1 έτος που χορήγησε το Β.Δ. της 9/10.3.1956 (ΦΕΚ Α΄ 85/10.3.1956).

2. α) Ειδικά οι προσφυγικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 119 του Συντάγματος του 1927 ή και βάσει προγενέστερων εξαιρετικών διατάξεων (που εισήγαγαν εξαίρεση από το άρθρο 17 του Συντάγματος του 1911) εάνμέχρι την 15.4.1957 δεν έγινε κατάληψη του κτήματος από το Δημόσιο ή εξόφληση της αποζημίωσης μπορούσαν να ανακληθούν (για την ανάκληση της απαλλοτρίωσης απαιτείτο η έκδοση βασιλικού διατάγματος)

2. β) ειδάλλως, εάν παρήλθε και η 15.4.1957 «άνευ καταλήψεως ή αποζημιώσεως» η ανάκληση των προσφυγικών απαλλοτριώσεων επέρχεται αυτοδικαίως (χωρίς την ανάγκη έκδοσης ανακλητικού βασιλικού διατάγματος).

3. Το βάρος απόδειξης εάν η αποζημίωση καταβλήθηκε στον ιδιοκτήτη ή παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει το Δημόσιο ή ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση (μέσω εξοφλητικής απόδειξης ή γραμματίου παρακατάθεσης αποζημίωσης) και όχι ο ιδιοκτήτης.  

Χατζηγιάννης Μ

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.