Η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως συνέπεσε φέτος με ένα τραγικό περιστατικό, πρωταγωνιστής του οποίου υπήρξε ένα «σταυροφόρος» δράστης. Ας δούμε όμως πρώτα, τί είναι η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και θα επανέλθουμε στην συνέχεια, για να ασχοληθούμε με το σχετικό «ανδραγάθημα» του εν λόγω «σταυροφόρου».

Μιλώντας λοιπόν για την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως εννοούμε την τρίτη Κυριακή των Νηστειών, την οποία εορτάσαμε πριν από λίγες ημέρες, και την οποία η Εκκλησία μας έχει ορίσει να την αποκαλούμε έτσι, διότι στο επίκεντρο της σχετικής Θείας Λειτουργίας βρίσκεται ο Σταυρός του Κυρίου με ό,τι Αυτός συμβολίζει και με όσα μάς διδάσκει συμπληρώνοντας την προτροπή του Εσταυρωμένου προς όλους μας, ο οποίος μάς λέει, τί πρέπει να κάνουμε, για να Τον ακολουθήσουμε στον δρόμο της σωτηρίας, που χάραξε για εμάς με την αυτοθυσία Του επάνω στον Σταυρό. Στην σχετική ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, ο Χριστός δείχνει στον καθένα, που θέλει να γίνει συνοδοιπόρος Του, τον προσωπικό του σταυρό, αλλά και το ανηφορικό μοναπάτι, για να φτάσει στον Γολγοθά.

Διότι Γολγοθάς χωρίς σταυρό δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει βέβαια και σωτηρία χωρίς Γολγοθά. Μάς λέει λοιπόν ο Ναζωραίος ότι, εάν θέλουμε να πορευθούμε πίσω από Αυτόν, πρέπει να απαρνηθούμε τον εαυτό μας, που κατηύθυνε την ζωή μας μέχρι σήμερα. Και ύστερα να φορτωθούμε τον σταυρό που μάς περιμένει και να Τον ακολουθήσουμε: «Όποιος θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι» (Μαρκ. η΄ 34-38). Και μάς εξηγεί, γιατί πρέπει να απαρνηθούμε τον εαυτό μας: Διότι ο εαυτός μας είναι η ζωή μας. Και εφ’ όσον η μέχρι τώρα ζωή μας ήταν ψεύτικη, εάν θέλουμε να κερδίσουμε την αληθινή ζωή, πρέπει να την χάσουμε, να την εγκαταλείψουμε αυτή την ψεύτικη ζωή, διότι μάς οδηγεί στην απώλεια. Ο λόγος του Χριστού με την απλότητα που τον διακρίνει, αλλά και με το θεϊκό βάθος που τον περιβάλλει μάς μεταφέρει από τα γήινα και τα εφήμερα στα επουράνια και αιώνια της Βασιλείας Του: «Ός γάρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν. Ός δ’ αν απολέσει την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου ούτος σώσει αυτήν». Και αιτιολογεί την προτροπή Του ο Ιησούς με μια μεγάλη και αδιαμφισβήτητη αλήθεια: «Διότι, τί θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, αλλά χάσει την ψυχή του; Ή τί αντάλλαγμα μπορεί να δώσει ο άνθρωπος για την ψυχή του»;

Κραυγαλέα παραφωνία στην πνευματική ατμόσφαιρα της Σταυροπροσκυνήσεως, που περιγράψαμε πιο πάνω, απετέλεσε τις ημέρες αυτές η συμπεριφορά ενός εγκληματία, ο οποίος έσφαξε την πρώην σύντροφό του μπροστά στα μάτια του φρουρού του Αστυνομικού Τμήματος των Αγίων Αναργύρων Αττικής (!) στο οποίο αυτή είχε καταφύγει ζητώντας την προστασία της Αστυνομίας, επειδή ο πρώην σύντροφός της την απειλούσε και την κατεδίωκε συνεχώς. Η ενασχόληση με τον δράστη αυτού του ειδεχθούς εγκλήματος δεν θα ξέφευγε από την συνηθισμένη εγκληματολογική του προσέγγιση, εάν αυτός δεν είχε κάποιο ξεχωριστό γνώρισμα που τον διέκρινε από τους άλλους εγκληματίες. Ο δράστης της εν λόγω γυναικοκτονίας, πέρα από τις δερματοστιξίες που εκάλυπταν όλο σχεδόν το σώμα του, φορούσε στο στήθος του ένα μεγάλο σταυρό! Ήταν λοιπόν «σταυροφόρος».

Τελευταία έχει γίνει της μόδας όλοι οι περιθωριακοί τύποι να φορούν ευμεγέθεις σταυρούς ως εξάρτημα της αμφίεσής τους. Το φαινόμενο αυτό το συνατούμε και σε όλους σχεδόν τους βαρείς εγληματίες: Στους εμπόρους ή διακινητές ναρκωτικών, στους απατεώνες, στους βιαστές, στους σωματέμπορους ή μαστρωπούς και σε όλους τους θιασώτες της βαρειάς εγκληματικότητας. «Σταυροφόρος» μάς εμφανίσθηκε και ο βιαστής και μαστρωπός της 12χρονης στον Κολωνό. Και την ίδια εικόνα του «σταυροφόρου» μάς έδειχνε σε κάθε πλάνο της δημόσιας εμφάνισής του και ο σφαγέας γυναικοκτόνος των Αγίων Αναργύρων Αττικής.

Όλοι αυτοί οι «σταυροφόροι», που αναφέραμε πιο πάνω, δεν φορούν τον Σταυρό, για να υποδηλώσουν την πίστη τους στον Εσταυρωμένο και να εκφράσουν έτσι την θεοσέβειά τους, αλλά για να παραπλανήσουν τους άλλους ως προς την αληθινή εικόνα τους και να μπορέσουν έτσι πίσω από το άλλοθι του «σταυροφόρου» να ελιχθούν πιο εύκολα, ώστε να φθάσουν ως άτομα υπεράνω υποψίας στην επίτευξη των στόχων τους. Εάν όλοι αυτοί οι «σταυροφόροι» είχαν γνήσια και αληθινή πίστη στον Χριστό, η ζωή τους δεν θα ήταν απολογία έκφυλου ή ανήθικου βίου ή διαδρομή ανομίας και εγκλήματος, αλλά μαρτυρία ταπείνωσης και αληθινής αγάπης προς τον πλησίον, τον συνάνθρωπό μας. όπως μάς την εδίδαξε ο ίδιος ο Θεάνθρωπος. Αυτή η αγάπη είναι προσφορά στον συνάνθρωπό μας. Εκκένωση του εαυτού μας στην ικανοποίηση και στην υπηρεσία των αναγκών του. Ουδέποτε μετατρέπεται σε απομύζηση του αίματος και της ανάσας του ούτε σε σφετερισμό των αγαθών του. Η αγάπη δεν έχει μέσα της παρασιτικό χαρακτήρα, για να ζει από τους «χυμούς» των άλλων. Αντιθέτως συνιστά παντού και πάντα «μετάγγιση» των «χυμών» της δικής μας έγνοιας και φροντίδας σε όσους διψούν για αυτούς.

Το φαινόμενο των «σταυροφόρων» εγκληματιών μπορεί να παρουσιάζει σήμερα την μορφή, που περιγράψαμε πιο πάνω, δεν είναι όμως καινούργιο μέσα στο ιστορικώς γίγνεσθαι. Το εγκαινίασαν τον Μεσαίωνα (ακριβέστερα τον 12ο αιώνα) με την ίδια βλάσφημη προς τον Χριστό μορφή του οι ομώνυμες παπικές λεγεώνες, που έπνιξαν στο αίμα τους λαούς της Μέσης Ανατολής και εν συνεχεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ταυτίζοντας τον Χριστό, τον Θεό της Ειρήνης και της Αγάπης, τον οποίο υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν, με τις σφαγές, την βία και τις λεηλασίες. Βλέπουμε λοιπόν ότι διαχρονικώς η έννοια του «σταυροφόρου» είναι ταυτισμένη με όλη την βρωμιά και την σαπίλα, που κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή, με στοιχεία δηλ. προς τα οποία ουδεμία σχέση έχει η ατμόσφαιρα της πνευματικής ευωδίας, που αναδύεται από την Διδαχή του Ναζωραίου και το πρότυπο της κοινωνίας που αυτή απεργάζεται.

Επιστρέφοντας με τι σκέψεις αυτές στον τόπο του εγκλήματος του «σταυροφόρου» γυναικοκτόνου πρέπει να υπογραμμίσουμε εδώ μια μεγάλη, αλλά τραγική αλήθεια που μάς λέει ότι, δυστυχώς, το αίμα της σφαγιασθείσης γυναίκας των Αγίων Αναργύρων ούτε τον «πρόλογο» του «βιβλίου» του εγκλήματος συνιστά ούτε όμως και τον «επίλογο» αυτού μπορεί να αποτελέσει. Η χρονίως πάσχουσα από μια βαρειά μορφή «αιμοφιλίας» κοινωνία μας θα εξακολουθήσει να αιμορραγεί διαρκώς στο διηνεκές. Την «αιμοφιλική» παθογένεια της σημερινής κοινωνίας μόνον ο Χριστός θα μπορούσε να την θεραπεύσει. Τον διώξαμε όμως από την ζωή μας. Του κλείσαμε την πόρτα των σπιτιών μας και των σχολείων των παιδιών μας. Τί περιμέναμε λοιπόν να εισπράξουμε από αυτή την αλαζονική και θεοκτόνο συμπεριφορά μας; Και ας μάς είπε πολλές φορές και με πολλούς τρόπους ο Θεάνθρωπος Ιησούς: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Και ακόμη ότι «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε. Αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον». Εάν θέλουμε να αλλάξει κάτι στην κοινωνία μας, πρέπει να επιστρέψουμε, σάν το άσωτο υιό της παραβολής, στην αγκαλιά του Θεού-Πατέρα μας. Αλλιώς θα βυθιζόμαστε συνεχώς όλο και πιο βαθεία στο σκοτάδι της αβύσσου, από την οποία μάταια θα ελπίζουμε ότι θα καταφέρουμε να βγούμε κάπο

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.