Η πτώση του διαβόλου είχε συνέπεια και ως προς τον άνθρωπον. Ό πεπτωκός και πονηρός πλέον Εωσφόρος «συνέλαβε το σχέδιο της παραπλανήσεως του ανθρώπου». Η όλη εικόνα του διαβόλου αποκλείει να δημιουργήθηκε υπό του Θεού ως κακός. Αντιθέτως, όταν δημιουργήθηκε, περιεκοσμήθη υπό αγιότητας από τον Θεόν.

Πλην όμως εγένοντο οί πρώην αγαθοί άγγελοι, «επινοηταί του κακού και διέστρεψαν εαυτούς ανεπανορθώτως και ούτω κατέστησαν πηγή και ζώσα αρχή του κακού».

Επιβουλεύονται έκτοτε την σωτηρίαν του ανθρώπου. Δεν δύνανται όμως να κατανικήσουν και να αφανίσουν τον άνθρωπον. «Διότι η δύναμις του διαβόλου είναι περιορισμένη και παρά πάντα “τον θύμο” αυτού, “μείζων ό εν ημίν” Κύριος ή “ό εν τω κόσμω” διάβολος, ό γεννηθείς δε εκ του Θεού τηρεί εαυτόν και ό πονηρός ούχ άπτεται αυτού» (Α’ Ιωάν. 3,8 , Ιούδ. 6 , Β’ Πέτρ. 2,4 , Α’ Τιμ. 3,6 , Εφεσ. 2,2 , Α’ Ιωάν. 3, 12-13 , Β’ Κορινθ. 2,10 , Α’ Πέτρ. 5,8 , Β’ Κορ. 4,4 , Αποκ. 20,10 , Ιακώβ. 4,7 , Αποκ. 12,11 , Α’ Ιωάν. 4,4 και 5,18). Την άρνηση της υπάρξεως του διαβόλου «των νεωτέρων θεολογούντων» απορρίπτει δια των λόγων του ό Απόστολος και Θεολό­γος Ιωάννης: «Εις τούτο εφανερώθη ό Υιός του Θεού, ίνα λύση τα έργα του διαβόλου» (Α’ Ιωάν. 3,8). Δεν θα υπήρχε ανάγκη να έλθει εις τον κόσμον ό Υιός του Θεού, εάν ό διάβολος δεν είχε δημιουργήσει αμαρτωλά έργα εις βάρος του ανθρώπου.

Η πτώση των δαιμόνων και η μεταβολή αυτών από αγαθών πνευμάτων εις πονηρά πνεύματα, είναι «φρόνημα καθολικό και ομόφωνο πάντων των πατέρων και Εκκλησιαστικών συγγραφέων». Καθ’ ότι οι δαίμονες δημιουργήθησαν υπό του Θεού «ουκ εν τη κα­τασκευή έχοντες το ακάθαρτο», «ουδέ φύσει πονηροί γεγονότες, αλλ’ αγαθοί όντες και επ’ αγαθώ γενόμενοι και μηδόλως εν εαυτοίς παρά του Δημιουργού κακίας εσχηκότες ίχνος», «αυθαίρετον όμως εν τούτω έχοντες την ζωήν και επ’ αυτοίς κειμένη την εξουσίαν ή παραμένει εν τω Θεώ ή αλλοτριωθήναι του αγαθού», ουκ «έμειναν εν οίς αυτούς εποίησε και διέταξεν ό Θεός, αλλ’ ενύβρισαν», «εκπεσόντες των ουρανών» (Ιδε Δογμ. Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, σελ. 443, Τόμ. Α’).

Τα πονηρά πνεύματα έχουν την δυνατότητα να παρενοχλούν τους ανθρώπους όχι μόνον έξωθεν, υποβάλλοντες εις αυτούς μύριους αισχρούς λογισμούς αλλά και να εισέρχονται και να διεισδύουν εντός αυτών. Έχουν ακόμη την δυνατότητα να αναμειγνύουν τας πο­νηρίας αυτών εις τα έργα εκείνων, που ως υπηρέται του Θεού υπηρε­τούν το Θεϊκό σχέδιο επί της γης. Αγωνίζονται δε παντοιοτρόπως, όπως παραπλανήσουν αυτούς και τους παρασύρουν εις την απώλεια και τον αιώνιο θάνατο.

Γενικώς εργάζονται μετά μανίας εναντίον των ευσεβών και πι­στών ανθρώπων. Μετέρχονται πάσα δολιότητα, πάσα πανουργία, πάσα μέθοδο και πάσα κακίαν, δια να παραπλανήσουν τους ανθρώπους και να τους περιπλέξουν εις αφάνταστους περιπε­τείας. Οι δαίμονες δεν είναι τυφλά και αλόγα όντα. Δεν είναι ανύπαρκτοι ή ζωώδεις υπάρξεις. Είναι πνεύματα λογικά, οντότητες με πανουργία αφάνταστο. Δια τούτο βλέπομε να ομιλούν, να απαντούν εις τας ερωτήσεις, να παρακαλούν, να ζητούν και να ικετεύουν όπως μη απέλθουν πρόωρος εις την άβυσσο της κολάσεως. Τους βλέπουμε ακόμη να υποτάσσονται, να φοβούνται, να τρέμουν, να χρησι­μοποιούν το ανθρώπινο σώμα όπου εισέρχονται και κατοικούν δια να ομιλούν δια μέσω αυτού, να εκδηλώνονται ποικιλοτρόπως και να κάνουν σατανικά θαύματα.

Υποκρίνονται δε και υποδύονται άλλοτε τον ρόλο του άρρενος και άλλοτε τον ρόλο του θήλεως, όπως χαρακτηριστικώς επισημαίνει ό Μ. Βασίλειος όταν λέγει: «Φοβήθητι, φύγε, δραπέτευσον, αναχώρησον δαιμόνιον ακάθαρτον… ή ως άρσεν, ή ως θήλυ…» (Ιδε Εξορκ. Μ. Βασιλείου). Ό αρχέκακος διάβολος, ως θα είπωμεν λεπτομερέστερων εις την συνέχεια, δεν διακρίνεται ευκόλως, όταν εισέλθη εις τον άνθρωπο. Εμφανίζεται κατ’ αρχάς ως μία μικρά ασθένεια, η οποία συν τω χρόνω αυξάνεται και παραμένει απροσδιόριστος. Ολίγον δε κατ’ ολίγον από φυσιολογική ασθένεια, που εθεωρείτο κατ’ αρχάς, εμφανίζεται ετέρα δύναμις εντός του οργανισμού του ανθρώπου, που τον κατευθύνει εις πράξεις αποστροφής και αφανισμού. Είναι δε ικανά τα πονηρά πνεύματα να κάνουν τοιαύτην κατοχή εις τον ανθρώπινο οργανισμό και να ενισχύονται με περισσότερες δυνάμεις κατα­λήψεως του ανθρώπου, με χιλιάδες δαιμόνων.

Η λεγεώνα, που κατοικούσε εις τον δαιμονισμένο των Γαδαρηνών, είναι ενδεικτική. Έχομε περιπτώσεις, που αντί της μιας λεγεώνας υπάρχουν δύο και τρεις λεγεώνες δαιμονίων εντός του ανθρώπου. Ολόκληρος ό οργανισμός του ανθρώπου καταλαμβάνεται υπό των δαιμόνων. Άπτονται τότε του νευρικού συστήματος. Του αίματος, των σπονδύλων, των φλεβών, των αρθρώσεων, των οφθαλμών, των αρτηριών, των ονύχων, των τριχών της κεφαλής. Ίσως πάσα νευρική διαταραχή να είναι έργο επιδράσεως του διαβόλου επί του ανθρωπίνου οργανισμού. Είναι «ό απτόμενος των νεύρων και των αρτηριών» ως επισημαίνεται χαρακτηριστικώς υπό των ευχών της Εκκλησίας.

Παρατηρούνται περιπτώσεις ασθενών, που εκδηλώνουν παντε­λή άρνηση οιασδήποτε κινήσεως. Αρνούνται να αναπτύξουν και την παραμικρά πρωτοβουλία. Τονίζομε ιδιαιτέρως εκ πείρας, ότι αι περιπτώσεις δαιμονισμού, ως επί το πλείστον, έχουν ως αιτία την αμαρτία. Η αμαρτία συνοδεύεται πάντοτε από την πλάνη, το ψεύδος και την εν γένει απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεόν. Δεν είναι εύκολος η απελευθέρωση από τους όνυχας ενός τοιού­του ασπόνδου εχθρού, ως είναι ό διάβολος. Όταν λάβει εξουσίαν, διότι άνευ της αδείας του Θεού ούτε εισέρχεται εις τον άνθρωπο ούτε εξέρχεται από αυτόν, και εισέλθει εις τον ανθρώπινο οργανισμό ό διάβολος λόγω της αμαρτίας, δεν είναι εύκολος η εκδίωξις αυτού. Τα βάσανα της κολάσεως, το πυρ το αιώνιο, το σκότος το εξώτερον και το ψηλαφητό δεν υπάρχουν εις την γη.

Δια τον σκοπό τούτον επαναπαύεται ό διάβολος εις τον άνθρωπο. Τον κατατρώγει ολίγον κατ’ ολίγον έως να καταλάβει την ψυχή του. Παραχωρείται δε, η άδεια εις τον διάβολο να εισέλθει εις τον άνθρωπο δια παιδαγωγικούς κυρίως λόγους. Δια της δοκιμασίας αυτής ό άνθρωπος πλησιάζει τον Θεόν. Αναγκάζεται δια της δοκιμασίας να κατασπασθή την προσευχήν, την νηστεία, τον εκκλησιασμό, την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Ιερών βιβλίων. Έργον το οποίον ουδέποτε θα επιχειρούσε εάν ό διάβολος δεν καταπίεζε την ζωή του. Τας μεθόδους του διαβόλου έχομε παρακολουθήσει εις μέγα πλήθος περιπτώσεων. Αναρίθμητες είναι οι παγίδες του, προκειμέ­νου να κυριαρχήση επί του ανθρώπου. Διαθέτει πείρα χιλιετιών και είναι ό παμπόνηρος πρόθυμος να ειπεί 999 αληθείας, δια να αναμίξει με αυτάς ένα ψεύδος και να γίνει πιστευτός.

Αυτό το ψευδός είναι δυνατόν να κατακρημνίσει πάσα προηγούμενη αλήθεια. Αλλάζει δε ό παμπόνηρος διαρκώς μορφές. Τώρα γίνεται φίλος και σύμμαχος του αντιπάλου του. Μετ’ ολίγον εχθρός και επίβουλος αυτού. Τώρα επαινεί και εντός ολίγου δυσφημεί. Την μίαν στιγμήν ανυψώνει και εντός ολίγων δευτερολέπτων καταβιβάζει τον αντίπαλό του έως του Άδου. Την αγιότητα με την οποίαν στεφανώνει τον αντίπαλο και μαχόμενο εναντίον του, μετ’ ολίγον μεταβάλλει εις απόγνωσιν και ειρωνεία αφάνταστο. Εάν στην προσπάθειά του ό διάβολος, να κατακρημνίσει τον αντίπαλό του στην απώλεια πετύχει του σκοπού του, τότε το ψεύδος που απεδέχθη ό καταπολεμών αυτόν μεταβάλλεται εις όλεθρο και καταστροφή.

Ό διάβολος εις πλείστας περιπτώσεις έχει επιτυχία. Η μεγαλυτέρα επιτυχία του διαβόλου, διάσπαρτος εις τους περισσοτέρους ανθρώπους, είναι η βεβαιότητα που κατόρθωσε να ενσπείρει εις τας ψυχάς των, ότι δεν υπάρχει. Τότε η επιτυχία του διαβόλου είναι εξασφαλισμένη άνευ αμφιβο­λίας. Αυτήν την επιτυχία του διαβόλου ανατρέπει πλήρως και εκ του ασφαλούς το φως του Ευαγγελίου. Η αλήθεια περί της υπάρξεως του διαβόλου αποκαλύπτεται πλήρως υπό του Ευαγγελίου. Αυτή η Ευαγγελική αλήθεια, το φως της Αγίας Γραφής, τα Θεόπνευστα λόγια, αυτά προφυλάττουν τον άνθρωπο από τον διάβολο. Δια της μελέτης της Αγίας Γραφής, ό άνθρωπος αποφεύγει τας παγίδας του διαβόλου. Λέγει ό Χρυσόστομος ότι στο σπίτι εκείνο όπου είναι Ευαγγέλιον, εκεί δεν εμβαίνει ό διάβολος. «Ει γαρ εν οικία ένθα αν Ευαγγέλιο ει κείμενον, ου τολμήσει προσελθείν ό διάβολος πολλώ μάλλον ψυχής νοήματα τοιαύτα περιφερούσης ούχ άψεται ποτέ, ουδέ επιβήσεται δαίμων ούχ αμαρτίας φύσις» (Ομιλ. 32, εις το κατά Ιωάν.).

Οι δε παλαιοί Χριστιανοί, είχον και από τον λαιμό τους κρεμασμένα μικρά Άγια Ευαγγέλια εις προφύλαξή τους και μάλιστα οι γυναίκες και τα παιδιά, ως μαρτυρεί ό αυτός Χρυσόστομος (Ιδε Χρηστοήθεια των Χριστιανών Ν. Αγιορ., σελ. 228-229). Είναι φανερό, ότι ό διάβολος ουδέποτε οπισθοχωρεί ειμή μόνον εν τω Ονόματι ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, εις το Οποίον «πάν γόνυ κάμπτει επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων». Το Όνομα, το υπέρ παν Όνομα του Ιησού αποτελεί ακατανίκητο δύναμιν κατά του διαβόλου. Είναι άξιον ιδιαιτέρας προσοχής η παρατήρησις του αγίου Ιουστίνου και μάρτυρος, ό οποίος επιγραμματικώς αναφέρει ότι «ανα­ρίθμητοι δαιμονιζόμενοι ανά τον κόσμον ολόκληρο θεραπεύθηκαν από Χριστιανούς, οί οποίοι εξώρκιζον εν τω Ονόματι του Ιησού Χριστού…».

Τούτο μετά μεγάλης χαράς ανέφεραν οι μαθηταί, όταν επέ­στρεψαν εκ της περιοδείας των, που απεστάλησαν υπό του Κυρίου: «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσονται ημίν εν τω ονόματί Σου». Φάρμακο απολυτρώσεως εκ της καταδυναστείας του διαβόλου είναι η πίστις εις τον σταυρικό θάνατον του Χριστού και το Θεϊκό Του Αίμα, που εχύθη επί του Γολγοθά. Με το μέγα τούτο εφόδιο, όταν ό άνθρωπος χρησιμοποίηση την θέλησίν του και αντισταθεί στον διάβολο, κατά την αποστολική επιταγήν «αντίστητε τω διαβόλω και φεύξεται αφ’ ημών» (Ιάκωβ. 4,7), απελευθερώνεται από τα δεσμά του.

«Ό Θεός δεν ενεργεί εις τον άνθρωπο άνευ της συγκαταθέσεώς του, ούτε υποκαθιστά την θέλησή του και την συγκατάθεσή του δια της Θεϊκής Του ενεργείας». Ό Θεός συμμαχεί μετά του ανθρώπου και γίνεται συνεπίκουρος και συνεργάτης του κατά του διαβόλου, ό­ταν ό άνθρωπος Τον επικαλεσθεί και ζητήση την βοήθειάν Του. Ό Θεός δεν θαυματουργεί άνευ της συγκαταθέσεως του ανθρώπου. Αναγνωρίζει ό Θεός, ότι είναι αδύνατος ό άνθρωπος και συγκαταβαί­νει. Δηλαδή, κατέρχεται από τους ουρανούς εις βοήθειαν του ανθρώπου καθ’ ότι ό άνθρωπος αδυνατεί να ανέλθει εις τους ουρανούς. Πα­ραμένει εις μίαν απόσταση άνωθεν και αναμένει τον άνθρωπο να ανέλθει, δια της πίστεώς του και της απολύτου εμπιστοσύνης του εις τον Θεόν. Τότε, ανερχομένου του ανθρώπου και συγκαταβαίνοντος του Θεού, ενώνεται η πίστις με την Χάριν του Θεού και αμέσως επιτελείται το θαύμα.

Ακατανίκητο επίσης φάρμακο κατά του Διαβόλου παραμένει πάντοτε η συνταγή που εδόθη απ’ ευθείας υπό του μόνου ιατρού των ψυχών και των σωμάτων. Ό Θεός διαβεβαίωσε τους μαθητάς Του, ότι το γένος τούτο του διαβόλου «εν ουδενί εξέρχεται ειμή εν προσευχή και νηστεία», που συνοδεύονται δια της ακλονήτου πίστεως. Έχομε δύο ειδών προσευχάς, τας οποίας εάν δεν χρησιμοποιήσει ό πάσχων υπό των πονηρών πνευμάτων, δεν απελευθερώνεται. Είναι: α) Η ατομική ή προσωπική προσευχή, που ολοκληρώνεται με την λεγομένη προσωπική προσπάθεια και β) η προσευχή της Εκκλησίας. Δια τον σκοπό αυτόν, η Εκκλησία οφείλει να αναπτύξει όλη την δύναμίν της, που της εδόθη πλουσίως υπό του Θεού εις τον τομέα τούτον. Έχει υποχρέωση. Και είναι μέγα το αμάρτημα της αρνήσεώς της, να μη βοηθάει δηλαδή και να μη συμπαρίσταται και να μη συμπάσχει μετά των ασθενών προσώπων, που δοκιμάζονται φρικτώς από την κυριαρχία των ακαθάρτων πνευμάτων.

Η Άρνηση, ό φόβος, η κόπωση, η αδιαφορία καταδικάζον­ται από τον δικαιοκρίτη Θεό. Δεν επιτρέπεται ό στρατιώτης του Μεγάλου Βασιλέως, που έλαβε ως Ακατανίκητο όπλον την χάριν της ιεροσύνης, να βλέπει τον παμπόνηρο εχθρό της Εκκλησίας του Χριστού και να οπισθοχωρεί ή να παραδίδει τα όπλα. Ό διάβολος μόνον απειλεί. Ουδέποτε καταβάλλει τον στρατιώτη του Χριστού, όταν ό στρατιώτης ενός τοιούτου αοράτου και σημαντικού πολέμου είναι αποφασισμένος να πολεμήσει. Εκείνος που πιστεύει εις την παντοδυναμία του Θεού, ουδέπο­τε καταβάλλεται υπό του εχθρού. Διότι «ό Θεός της ειρήνης συντρί­ψει τον σατανά υπό τους πόδας ημών εν τάχει» (Ρωμ. 16,20). Οι σκοτεινές δυνάμεις δεν είναι εις θέση να καταβάλουν το θάρρος και την τόλμη εκείνου, που πιστεύει στην παντοδυναμία του Θεού. Διότι έχει σύμμαχο, υπερασπιστή και βοηθό και σκεπαστή τον παντοδύναμο Θεόν, «και πεποιθώς επ’ Αυτώ τροπούται τούτον», κατανικά δηλαδή ολοσχερώς τον διάβολο.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.