Γεννήθηκε στην Δημητσάνα Αρκαδίας την 25η Μαρτίου 1771 και ήταν γιος του χρυσοχόου Κουκουζή ή Κουκουζοπούλου, ενώ το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Φοίτησε αρχικά στη φημισμένη Σχολή Δημητσάνας, στο Άργος και μετέπειτα στη Σχολή της Σμύρνης. Χειροτονήθηκε διάκονος λαμβάνοντας το όνομα Γερμανός από τον Μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου Ιάκωβο. Στις αρχές του 1797 μετέβη στη Σμύρνη και υπηρέτησε δίπλα στον μητροπολίτη Γρηγόριο που ήταν συμπατριώτης και θείος του (ο μετέπειτα πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄), τον οποίον και ακολούθησε στη Κωνσταντινούπολη και στη μετέπειτα εξορία του στο Άγιο Όρος, γενόμενος αρχιδιάκονος του Μητροπολίτη Κυζίκου Ιωακείμ.

Την εποχή εκείνη ανέλαβε να διευθετήσει τις διαφορές που υπήρχαν στις σταυροπηγιακές μονές της Πελοποννήσου όπου και έφερε επιτυχώς σε πέρας κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του ανώτερου κλήρου σε βαθμό τέτοιο που επί μια επταετία διεκπεραίωνε όλες τις υποθέσεις των απόντων από την Κωνσταντινούπολη Αρχιερέων. Κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα στην περίφημη Πατριαρχική Σχολή Ξηροκρήνης. Το 1804, ο Γερμανός συμμετείχε σε μια ομάδα από καθηγητές και μαθητές της Πατριαρχικής Σχολής Ξηροκρήνης, η οποία επιμελήθηκε και εξέδωσε ελληνικό λεξικό, το οποίο αργότερα χαρακτηρίστηκε ως «Κιβωτός της Ελληνικής Γλώσσης». Στις αρχές του 1806 επί πατριαρχίας του Γρηγορίου, χειροτονήθηκε επίσκοπος και εκλέχθηκε Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών όπου και ανέλαβε καθήκοντα (ενθρόνιση) τον Μάιο του ίδιου έτους με ιδιαίτερη εντολή να καθησυχάσει τα πνεύματα των εκεί Χριστιανών σε μια προσπάθεια αναμόρφωσης, μετά τους τρομερούς πατριαρχικούς αφορισμούς κατά των Κλεφτών, που είχαν επιδράσει δυσμενώς. Έτσι ο νέος ιεράρχης επεδειξε μία αξιοθαύμαστη λεπτή διπλωματία που δεν άργησε να καταξιωθεί επ΄ αυτού και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των τότε “ραγιάδων” αλλά και των Τούρκων του Μωριά. Πολλές φορές μέχρι το τέλος της ζωής του κλήθηκε ως δικαστής (κριτής) να επιλύσει διαφορές μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων προυχόντων ή και μεταξύ Ελλήνων ομοίως όπως μεταξύ των Νοταραίων και του Κιαμήλ Μπέη στη Κορινθία ή των Σισίνηδων μετά του Σαΐτ Αγά Λαλαίου στην Ηλεία. Παράλληλα την περίοδο 1815-1817 υπήρξε μέλος της Πατριαρχικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης. Από το 1818 διέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του στη Πελοπόννησο. Το Νοέμβριο του 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Φιλικό Αντώνιο Πελοπίδα.

Η δράση του

Η δράση του Παλαιών Πατρών Γερμανού στη προετοιμασία της επικείμενης Επανάστασης ξεκίνησε από τις αρχές του επόμενου έτους της μύησής του όπου και άρχισε τις επαφές με τους Φιλικούς των Πατρών Ι. Βλασόπουλο, που την εποχή εκείνη ήταν πρόξενος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στη Πάτρα και Ι. Παπαρρηγόπουλο, πρώτο γραμματέα, διερμηνέα, του ρωσικού προξενείου στην ίδια πόλη, ενεργώντας υπό τη σκιά των διαφόρων ειδήσεων περί του Αλή Πασά (1820) την προετοιμασία του Αγώνα. Ο Γερμανός σε συνεργασία με τους Παπαρρηγόπουλο και Βλασόπουλο κατόρθωσε να πείσει τον Αλή να συνεχίσει τον αγώνα του κατά του Σουλτάνου και ότι δήθεν μεσολαβούσε προς τη Ρωσία ώστε αυτή να υποστηρίξει τον Αλή. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία μιας πολιτικής οργάνωσης και τη συγκέντρωση χρημάτων για την προετοιμασία της επανάστασης. Οι μυστικές αυτές κινήσεις γίνονταν υπό τον συνθηματικό τίτλο της “ίδρυσης επιστημονικής σχολής” και έτσι αναφέρονταν στην αλληλογραφία. Αρχές Ιανουαρίου του 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υπέβαλλε προς τη Φιλική Εταιρεία τους “Στοχασμούς των Πελοποννησίων περί καλού συστήματος”, όπου περιέγραφε την οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας στην Πελοπόννησο. Σε απάντηση ο Αλέξανδρος Υψηλάντης που είχε στο μεταξύ αναλάβει αρχηγός του Αγώνα, μαζί με κάποιες οδηγίες τον διόρισε μέλος της Παμπελοποννησιακής Εταιρείας. Κατόπιν αυτού αλλά και της είδησης περί της δολοφονίας του Φιλικού Κ. Καμαρηνού o Γερμανός ξεκίνησε άμεση δράση για προετοιμασία εξέγερσης που την απέδιδε σε προσωπική σπουδή του Α. Υψηλάντη.

Έναρξη της Επανάστασης

Ο Αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στα Καλάβρυτα. Πίνακας του Λουδοβίκου Λιπαρίνι
Ο Αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στα Καλάβρυτα. Πίνακας του Λουδοβίκου Λιπαρίνι
Περί τα τέλη του 1820 έφθασε στην Πελοπόννησο ο Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας με σκοπό να ξεκινήσει επανάσταση το συντομότερο. Ο Γερμανός και οι πρόκριτοι θεώρησαν πρόωρο και επικίνδυνο το ξεκίνημα της επανάστασης στις αρχές του 1821. Στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας, (στις 20 – 30 Ιανουαρίου του 1821), ο Γερμανός διατύπωσε τις επιφυλάξεις του για την ετοιμότητα για έναρξη της επανάστασης, αμφισβητώντας τα επιχειρήματα του Παπαφλέσσα με συνέπεια να έρθει σε σύγκρουση. Όταν όμως άρχισε να υποψιάζεται ότι οι Τούρκοι έχουν πάρει είδηση περί τής προετοιμασίας του Αγώνα και ειδικά όταν ο Καϊμακάμης της Τριπολιτσάς, Μεχμέτ Σαλίχ, στα μέσα Φεβρουαρίου, καλούσε όλους τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου σε μια σύσκεψη δήθεν για επείγοντα ζητήματα, (στη πραγματικότητα για να τους συλλάβει και να τους κρατήσει ομήρους, όπως αποδείχθηκε), πρώτος αυτός συνέστησε να μην υπακούσουν διότι πλησίαζε ο χρόνος εκδήλωσης της επανάστασης. Με διάφορα τεχνάσματα κατόρθωσε να κερδίσει χρόνο και να παρατείνει την παραμονή του ιδίου και των άλλων προυχόντων σε ασφαλή μέρη έως την έναρξη της Επανάστασης. Ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης είχε οριστεί η 25η Μαρτίου πράγμα που ανέμεναν και ξένοι ανταποκριτές. Ωστόσο, τα πρώτα χτυπήματα κατά μεμονωμένων Τούρκων σημειώθηκαν νωρίτερα σε διάφορα σημεία της Πελοποννήσου. Τον ίδιο καιρό (αρχές τρίτου δεκαήμερου του Μαρτίου) οι Τούρκοι της Πάτρας σταδιακά κλείστηκαν στο φρούριο το οποίο πολιορκήθηκε από τους επαναστάτες. Επειδή οι τελευταίοι δεν ήταν καλά οπλισμένοι, οι Τούρκοι κατάφερναν να κάνουν εξόδους και να πυρπολούν σπίτια, ενώ κανονιοβολούσαν και από το φρούριο. Έτσι οι Πατρινοί έγραψαν στα Νεζερά στον Π.Π. Γερμανό ζητώντας βοήθεια, ο οποίος μετέβη εκεί όπου στις 22 ή 23 -ή 25 Μαρτίου κατά τον Πουκεβίλ και άλλες πηγές – στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου ευλόγησε τους συγκεντρωμένους αγωνιστές και τα όπλα.

Το άγαλμα του Παλαιών Πατρών Γερμανού στο Πασαλιμάνι του Πειραιά
Το άγαλμα του Παλαιών Πατρών Γερμανού στο Πασαλιμάνι του Πειραιά
Σύμφωνα με μία ευρέως διαδεδομένη εξιστόρηση των γεγονότων, στις 25 Μαρτίου του 1821 ο Γερμανός ύψωσε τη σημαία του αγώνα και κήρυξε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, που χρησιμοποιούνταν ως σημείο συγκέντρωσης προεστών, οπλαρχηγών και κληρικών την περίοδο αυτή.

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός είχε πλούσια Διπλωματική και Πολιτική δράση στα χρόνια που ακολούθησαν. Προσπάθησε και βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις την ελεύθερη Ελλάδα και για την δράση του αυτή κατατάσσεται στα κορυφαία πρόσωπα της Επανάστασης, αλλά και της οικοδόμησης του νέου Ελληνικού κράτους. Αγάλματα και προτομές του Παλαιών Πατρών Γερμανού υπάρχουν σε πολλά μέρη της χώρας.

Η προτομή του Παλαιών Πατρών Γερμανού στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα
Η προτομή του Παλαιών Πατρών Γερμανού στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός πέθανε στο Ναύπλιο στις 30 Μαΐου του 1826, σε ηλικία 55 ετών. Η κηδεία του έγινε στο Ναύπλιο με κάθε μεγαλοπρέπεια και αργότερα τα οστά του μεταφέρθηκαν στην γεννέτειρά του Δημητσάνα.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.