Ο καθηγητής Βασίλειος Γαϊτάνης γράφει: «Τό “παγκόσμιο” στήν ὀρθοδοξία, ἀπογυμνωμένο ἀπό κάθε ἔννοια χώρου, ἐνεργοποιεῖται ὡς “σῶμα μυστικό” μέσα στό τοπικό, τό ὁποῖο ἁπλῶς ἐκφράζει τόν τόπο γιά τήν πλήρη φανέρωση τοῦ Παρακλήτου. Ὁ “τόπος” εἶναι ἑνότητα “κοινωνίας”, εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐγκόσμια […]

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Ο καθηγητής Βασίλειος Γαϊτάνης γράφει: «Τό “παγκόσμιο” στήν ὀρθοδοξία, ἀπογυμνωμένο ἀπό κάθε ἔννοια χώρου, ἐνεργοποιεῖται ὡς “σῶμα μυστικό” μέσα στό τοπικό, τό ὁποῖο ἁπλῶς ἐκφράζει τόν τόπο γιά τήν πλήρη φανέρωση τοῦ Παρακλήτου. Ὁ “τόπος” εἶναι ἑνότητα “κοινωνίας”, εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐγκόσμια ἀρένα γιά τήν ἐμφάνιση τῆς “Βασιλείας”. Ἡ Ἐπικοινωνία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑδραιωμένη στό ἅγιο καί μυστικό σῶμα Χριστοῦ, εἶναι ἡ καθολική, παγκόσμια, una sancta Ἐκκλησία. Κατά τήν ἄποψη αὐτή, (ριζικά διαφορετική πρός τήν ἰδέα τῆς κοσμικῆς παγκοσμιότητας), δέν εἶναι δυνατόν ἄν ὑπάρχει “μέρος” τῆς ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδιαίρετη, δέν εἶναι ποτέ ἕνα ἄθροισμα. Ἡ ὀντολογική ἀναγωγή της δέν εἶναι παγκόσμιου κοινωνικοῦ τύπου, ἀλλά “ὑποστατικού”. Ἡ εὐχαριστιακή πραγματικότητα τοῦ Σώματος Χριστοῦ (τό ὁποῖο ἀποτελεῖ καί τήν ὑποστατική ἐγκαθίδρυση τῆς κοινωνίας), ἐμπεριέχει τήν ξεχωρότητα τῶν μελῶν σέ μία παγκόσμια ἀναγωγή πέρα ἄπ΄ τίς ἔννοιες τῆς “χωρικότητας” καί τοῦ “χρονικοῦ”[1].

Όλη η κτίση του Θεού, όλος ο κόσμος μέσω της προσευχητικής άσκησης γίνεται μια μεγάλη «οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ», με άλλα λόγια μια «κοινωνία παντός κτιστοῦ ὄντος μετά τοῦ Κτίστου αὐτοῦ»[2], γίνεται δηλαδή Εκκλησία, «τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί Οἴκος τοῦ Πατρός ἐν Πνεύματι»[3].

Χαρακτηριστική είναι η “οικουμενικότητα” της προσευχής του “στάρετς” Σεραφείμ της Βύριτσα, στην «παγκοσμιότητα του οποίου υπάρχει η παγκοσμιότητα ολόκληρου του κόσμου»[4].

«Με δάκρυα προσευχόταν και ικέτευε τον Κύριο να συγχωρήσει τις αμαρτίες των ανθρώπων και να σώσει την Ρωσία από τους βαρβάρους κατακτητές. Η προσευχή του αυτή απαιτούσε πολύ υπομονή. Ήταν όντως μια πράξη μαρτυρική για την αγάπη προς τον πλησίον… τα γόνατά του πληγώνονταν. Φαίνεται πως ο ίδιος ο Κύριος τον στήριζε τις ώρες εκείνες. Όμως κανείς από εμάς δεν μπορούσε να αντικρύσει αυτή την σκηνή χωρίς δάκρυα. Τον παρακαλούσαμε επανειλημμένα να εγκαταλείψει την άσκηση αυτή. Όμως ήταν ανένδοτος… Με τις προσευχές τέτοιων αγίων ασκητών άντεξε η Ρωσία και διασώθηκε η Πετρούπολη. Έλεγε ο γέροντας: Μια σταγόνα μπορεί να αγιάσει ολόκληρο ωκεανό. Και ένας που προσεύχεται για την χώρα μπορεί να σώσει όλες τις πόλεις και τα χωριά.

Και έφαναν ως το θρόνο του Θεού οι προσευχές του αξέχαστου Στάρετς. Η αγάπη ανταποκρινόταν στην αγάπη. Πόσες ανθρώπινες ψυχές είχαν σώσει οι προσευχές αυτές, μόνον ο Κύριος γνωρίζει. Ένα ήταν αναμφίβολο: ότι οι προσευχές του γέροντα κατά ένα μυστικό τρόπο άλλαξαν τον ρουν πολλών γεγονότων»[5].

Το “εὐρίσκεσθαι” και το “μετέχειν” στην Εκκλησία δεν αποτελεί στατική, αλλά δυναμική κατάσταση. Για την ύπαρξη, τη συνέχιση και την αύξηση της απαιτείται διαρκής προσπάθεια, στράτευση, ασκητικός αγώνας, νηπτική εγρήγορση και συνεχής άθληση από μέρους των πιστών.[6] Μόνο τότε “παγκόσμιος” μέσω της προσευχής άνθρωπος εντάσσεται στο “μυστικό Σώμα του Χριστού”, γεγονός που μπορεί να κατανοηθεί μόνο με «ἐνορατική σύλληψη ἤ μέ ἀποκαλυπτική σοφία»[7].

Ο καθηγητής Β. Γαϊτάνης υπογραμμίζει: «Τό ἀληθινό ἀνθρώπινο πρόσωπο μόνο ὡς μέθεξη στό Σῶμα Χριστοῦ ἀποκτᾶ τήν παγκοσμιότητά του, γίνεται πραγματικά παγκόσμιο. Καί στό πρόσωπο ἑνός παγκόσμιου ἀνθρώπου τῆς ἀγάπης ἀνακαλύπτει καί ὁ κόσμος τήν ἴδια τήν παγκοσμιότητά του. Ὁ “παγκόσμιος ἀνθρωπος” τῆς ἀγάπης Χριστοῦ “μετέχει στήν κενωτική αὐτή ἀγάπη καί διδάσκεται τήν ἐφαρμογή τῆς ἀγάπης αὐτῆς πρός ὅλους. Ἀνοίγεται στήν αἰωνιότητα, ἀφθαρτίζει τήν κτιστότητα καί ζεῖ τήν παγκοσμιότητα”.

Ἡ θεία Λειτουργία, ἀλλά καί κάθε λατρευτική Ἀκολουθία μέ τήν αἴτηση “ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου” δίνει τό κατάλληλο ἔναυσμα γιά τήν ὀρθή ζωή τό πιστοῦ. Ἔτσι ἀναπτύσσεται σέ ἀληθινό πρόσωπο, σέ παγκόσμιο ἄνθρωπο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο δέν ἀνταποκρίνεται μόνο στόν μύχιο ἀνθρώπινο πόθο γιά παγκοσμιότητα, ἀλλά καί ἀντιμετωπίζει ἀποτελεσματικά τόν φοβερό γιά τό ἀνθρώπινο πρόσωπο κίνδυνο πού ἐγκυμονεῖ ἡ παγκοσμιοποίηση»[8].

Η προσευχητική άσκηση έχει πανανθρώπινο χαρακτήρα και παγκόσμιο, ακριβώς γιατί νοηματοδοτεί την διάστασή της στο εσχατολογικό νόημα του ευαγγελίου. Η λειτουργική προσευχή ως ριζοσπαστική μαρτυρία των εσχάτων, ως «προσωποποίηση τῆς ἐσχατολογική φύσης τοῦ χριστιανισμοῦ»[9] είναι παγκόσμια γιατί ταυτόχρονα αποτελεί «πρόγευση τῆς αἰωνιότητας, τῆς ὄντως ζωῆς καί ἐλευθερίας»[10].

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, αναφερόμενος στην ενότητα της “Ασκητικής της Θεολογίας” με την “Θεολογία της Ασκήσεως” υποστηρίζει ότι πηγάζει από την απλή αναγνώριση της ακαταμάχητης πραγματικότητας πως η Αγάπη γνωρίζεται μόνο ως ασκητική πράξη. Θεωρεί ότι η ίδια η ενσάρκωση αποτελεί αδιάσειστη απόδειξη, μιας και είναι η Άσκηση του Υιού του Θεού μέσα στην ιστορία. Η σαρκωμένη Αγάπη, ο ένσαρκος Λόγος του Πατρός, πάσχει από τη γέννησή Του μέχρι τον θάνατό Του για να μεταμορφώσει και να προσλάβει τον λαό του Θεού σε Σώμα Του[11].

Γι’ αυτό η διάδραση της προσευχής επεκτείνεται σε όλη την κτίση, γιατί είναι «σύμφυση στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ»[12], με απώτερο βίωμα την χριστοποίηση και εκκλησιοποίηση του ανθρώπου.

«Ἡ μέθεξη στήν κοινωνία τοῦ Παρακλήτου γίνεται “ἁγιοπνευματικῆ ἐπαφή μέ τά πέρατα τῆς γης”, ἀνιχνεύει συνειδήσεις καί μεταφέρει τή θαυματουργία σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο.

Τό ὅτι ὁ γέροντας Πορφύριος μέ τόν γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ ἐπικοινωνοῦσαν, χωρίς νά ἔχουν γνωριστεῖ ποτέ, καταδεικνύει τήν ὑπέρβαση τῆς κάλπικης ἐπικοινωνίας καί τήν ἐγκαθίδρυση τῆς κοινωνίας τῆς παγκόσμιας ἁγιοπνευματικότητας»[13].

Ο γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ παρατηρεί: «Δί’ ἠμᾶς τούς ἀνθρώπους τό ὕστατον ἐφικτόν μέτρον εἶναι νά προσευχώμεθα ὑπέρ ὅλου του Ἀδάμ, ὡς καί ὑπέρ ἠμῶν τῶν ἰδίων. Τοιαύτη προσευχή ἀποτελεῖ σημεῖον ὅτι ἀποκαθίσταται ἐν ἠμίν ἐκείνη ἡ “εἰκών”, ἤτις παρεσχέθη ἐξ ἀρχῆς εἰς τόν ἄνθρωπον»[14].

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.