Κυριακή των Μυροφόρων: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα.

«ΤΑΦΗ Η΄ ΚΑΥΣΙΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ;»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 28-4-1996] (Β334)

Προς τιμήν όλων εκείνων των προσώπων, ανδρών και γυναικών, που συνετέλεσαν στην φροντίδα του νεκρού σώματος του Χριστού, είναι αφιερωμένη τούτη η Κυριακή, αγαπητοί μου. Και ονομάζεται Κυριακή των Μυροφόρων. Όπως της Μαρίας της Μαγδαληνής, της Μαρίας του Ιωσή, της Μαρίας του Ιακώβου και άλλων γυναικών, αλλά και ανδρών, όπως ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, και μάλιστα ευσχήμων βουλευτής και ο Νικόδημος, ένας πλούσιος άνθρωπος, που είχε εν καιρώ νυκτός επισκεφθεί τον Κύριον και τον ερώτησε πώς μπορεί να αναγεννηθεί ο άνθρωπος. Αυτοί που απεκαθήλωσαν το σώμα του Ιησού και το ενεταφίασαν.

Μάλιστα δια τον Ιωσήφ, μας πληροφορεί ο Μάρκος ο Ευαγγελιστής ότι: «Τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Προσέξτε. Ήτο βουλευτής. Και ήτο εὐσχήμων. Ήταν σπουδαίος, σοβαρός άνθρωπος. Το να ζητήσεις δε εσύ, ο βουλευτής, το σώμα ενός καταδίκου από τον Ρωμαίον διοικητή ήταν πράγματι θέμα τόλμης. Γι’αυτό λέγει εδώ ο Μάρκος: «Τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο», «και εζήτησε το σώμα του Ιησού». Και αφού εκείνος του το παρεχώρησε, λέγει στη συνέχεια: «Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν (:αγόρασε καινούριο σεντόνι, Τον αποκαθήλωσε, τον ξεκάρφωσε από τον Σταυρόν) ἐνείλησε τῇ σινδόνι (:τον τύλιξε με το σεντόνι) καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν τῷ μνημείῳ (:τον έβαλε… προσέξτε ενάρθρως: ἐν τῷ μνημείῳ· ήταν δικό του), ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου». Ήταν οικογενειακός τάφος, στον οποίον όμως, όπως μας λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, κανείς ποτέ δεν είχε εκεί ενταφιαστεί. Ήταν καινούριος τάφος.

Η πράξις αυτή των δύο αντρών, όπως και των Μυροφόρων γυναικών, θεωρείται πράξις τιμής και σεβασμού προς το νεκρό σώμα του Ιησού, αλλά και προς πάντα άλλον νεκρόν άνθρωπον.

Στις μέρες μας όμως ανακινείται το θέμα και θα το έχετε ασφαλώς ακούσει, το θέμα αν πρέπει να υπάρχει η ταφή ή η καύσις των νεκρών. Θα το έχετε σίγουρα ακούσει. Δεν είναι δε η πρώτη φορά που το θέμα αυτό ανακινείται. Αλλά και αυτές τις μέρες πάλι ανακινείται. Ωστόσο η Ιστορία και το παρελθόν θα μας βοηθήσουν, με την ευκαιρία της ευαγγελικής περικοπής, να απαντήσομε.

Η ταφή των νεκρών, δηλαδή στη γη, σκάβομε έναν λάκκο και θάπτομε το νεκρό σώμα, αυτό λέγεται ταφή, η ταφή των νεκρών είναι η πρώτη και αρχαιοτάτη πράξις της ανθρωπότητος. Σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Όλων των εποχών ευρέθησαν τάφοι με σκελετούς ανθρώπους. Δηλαδή εγίνετο ταφή. Και πολιτισμένοι και απολίτιστοι λαοί εχρησιμοποίουν την ταφήν. Όπως οι Σκύθοι – ήτανε άγριοι άνθρωποι, βορείως της Ελλάδος- οι Σκύθοι, οι αρχαίοι Σλάβοι, οι Ινδοί, οι Πέρσαι, οι Έλληνες, οι Ασσύριοι, οι Αιγύπτιοι και βέβαια οι Ιουδαίοι. Όλοι αυτοί χρησιμοποιούσαν την ταφήν. Εξάλλου έχομε την μαρτυρία των ταφικών μνημείων. Εκ των οποίων τα σπουδαιότερα είναι τα ταφικά μνημεία της Αιγύπτου, οι γνωστές μας πυραμίδες. Κάτω από την κάθε πυραμίδα υπήρχε ένας τάφος. Εννοείται βασιλικός.

Και θεωρείτο πολύ μεγάλη προσβολή του νεκρού αν έμενε άταφος. Ας θυμηθούμε εδώ στην πατρίδα μας την Ελλάδα, ας θυμηθούμε την πράξη της Αντιγόνης, όπως ο Σοφοκλής μας διασώζει την υπόθεση σε ένα θεατρικό του έργο, παρά την απαγόρευση να μην ταφεί ένας αδελφός της που θεωρήθηκε ότι ήτο ο επαναστάτης κατά του θείου, του Κρέοντος δηλαδή, εκείνη πήγε να θάψει τον αδελφό της. Και όταν συνελήφθη είπε ότι πρέπει κανείς μάλλον να προσέχει στους θείους νόμους παρά εις τους ανθρωπίνους. Και είχε διαταχθεί από τον Κρέοντα να μην ταφεί ο αδελφός της Αντιγόνης μόνο και μόνο για να προσβληθεί. Σας είπα, εθεωρείτο μεγάλη προσβολή το να μείνει ένα σώμα άταφο.

Ακόμη θυμηθείτε μια ναυμαχία που είχαν κάνει οι Αθηναίοι και δεν περισυνέλεξαν οι αξιωματικοί τους ανθρώπους που επνίγηκαν στην θάλασσα, δέκα στρατηγοί, και κατεδικάσθησαν εις θάνατον δια την ασέβειαν που έδειξαν, το να μην περισυλλεγούν οι ναυαγοί. Πάντως το θέμα είναι ότι άταφος έμενε μόνον εκείνος που είχε πράξει αντικοινωνικές πράξεις. Ακριβώς δια να διαπομπευθεί, για τιμωρία του. Μάλιστα βρίσκομε την περίπτωση στο Λευιτικό, στο 20ό κεφάλαιο, 14ος στίχος, εάν κάποιος άνθρωπος έκανε μία πολύ σοβαρή σαρκική αμαρτία, δηλαδή συγκεκριμένα εάν είχε, συνήρχετο και με την γυναίκα του και με την μητέρα της γυναίκας του, την πεθερά του, η ποινή ήταν να καεί. Καύσις. Μάλιστα με μία διάκριση. Όχι να φονευθεί και να καεί. Να καεί ζωντανός. Πάντως καύσις.

Στην Ελλάδα ήταν γνωστή μόνον η ταφή. Δηλαδή έθαπτον τους νεκρούς. Αργότερα όμως, μετά από την κάθοδο των Δωριέων εδώ στον ελλαδικό μας χώρο, κάπου στα 1100 π.Χ. όταν τελείωνε πια η Μυκηναϊκή εποχή, τότε αυτοί, οι Δωριείς, χρησιμοποιούν και την ταφήν και την καύσιν. Έκτοτε εδώ στην Ελλάδα έχομε και τους δύο αυτούς τρόπους· και της ταφής και της καύσεως. Η καύσις δε είναι γνωστή εις τον Όμηρο που έζησε τον 8ον αιώνα προ Χριστού.

Στον χριστιανικόν όμως κόσμον ουδέποτε έγινε διανοητή η καύσις των νεκρών. Ουδέποτε.Όπως και εις τους Εβραίους, απ΄ όπου και παρελάβαμεν την συνήθειαν αυτήν. Γι’αυτό ο Ιησούς δεν καίγεται, αλλά θάπτεται. Μάλιστα όταν η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου, ευγνωμονούσα δια την ανάστασιν του αδελφού της του Λαζάρου, αγόρασε μεγάλη ποσότητα μύρου και ήλθε και άλειψε τα πόδια του Ιησού Χριστού. Κάπου εκεί ο Ιούδας διεμαρτυρήθη, την ιστορία την ξέρετε, γιατί τόση δηλαδή σπατάλη. Και ο Ιησούς είπε εις τον Ιούδα, τον Ισκαριώτην: «Ἄφες αὐτήν(:Άφησέ την, άστην να κάνει αυτό που κάνει), εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό». Το εφύλαξε για την ημέρα του ενταφιασμού μου. Όταν δηλαδή θα με θάψουν. Και τότε που εσυνηθίζετο να χρησιμοποιούν αυτά τα μύρα, όπως χρησιμοποίησε και ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, αλλά δεν θα προλάβαινε όμως η Μαρία ή οι άλλες γυναίκες, δεν θα προλάβαιναν να αλείψουν το σώμα του Ιησού, διότι όταν πήγαν, επειδή το Σάββατο, λέγει, ησύχασαν, δηλαδή ήταν αργία και δεν μπορούσαν να πάνε, πήγαν πολύ πρωί την τρίτη ημέρα. Ο Χριστός είχε αναστηθεί. Έτσι η πράξη της Μαρίας, της αδελφής του Λαζάρου, έγινε εκ των προτέρων, α priori. Γι΄αυτό ο Κύριος είπε ότι: «Άφησέ την, το φυλάττει το μύρον αυτό για την ημέρα του ενταφιασμού μου. Αλλά το χρησιμοποιεί τώρα, πριν ακόμη εγώ πεθάνω επί του Σταυρού». Είδατε; «Την ημέρα του ενταφιασμού μου». Δηλαδή ταφή.

Βέβαια, αν υποτεθεί, εδώ θέλω να το προσέξετε και να το θυμόσαστε, σας είπα είναι ένα θέμα που ανακινείται πάλι, αν υποτεθεί ότι έχομε καύση νεκρών, ας πούμε ότι θα καθιερωθεί, δεν σημαίνει αυτό ότι γίνεται κώλυμα, δηλαδή εμπόδιο στην ανάσταση των σωμάτων. Όχι. Όποιος κι αν είναι ο τρόπος τύχης ενός νεκρού σώματος, είτε καεί είτε θαφτεί, αυτό θα αναστηθεί. Δεν είναι εμποδιστικό λοιπόν της μελλούσης κοινής αναστάσεως των πάντων. Αυτήν την αλήθειαν την βρίσκομε στην Αποκάλυψη, είναι στο 20ό κεφάλαιο, 13ος στίχος, που λέγει εκεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Καὶ ἔδωκεν ἡ θάλασσα τοὺς νεκροὺς τοὺς ἐν αὐτῇ(:έδωσε η θάλασσα τους νεκρούς της. Δηλαδή όσοι πνίγηκαν εις την θάλασσαν, τους έφαγαν βεβαίως τα ψάρια. Αυτοί δεν ετάφησαν), καὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης ἔδωκαν τοὺς νεκροὺς τοὺς ἐν αὐτοῖς». Έχομε λοιπόν μία διαφοροποίηση. Αυτοί που θάφτηκαν κι αυτοί που δεν θάφτηκαν. Είδατε; Και βάζει την θάλασσα. Μπορούσε να βάλει το πυρ, ότι μπορούσαν να καούν οι άνθρωποι. «Όλοι», λέει, «αυτοί», «ἐκρίθησαν ἕκαστος κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν». Δηλαδή αναστήθηκαν και κρίθηκαν σύμφωνα με τα έργα τους. Δεν έχει λοιπόν σημασία ποιος θα είναι ο τρόπος ταφής, διότι η ανάστασις δεν εμποδίζεται από τίποτε. Η μη καύσις, δηλαδή η ταφή απλώς εκφράζει σαν σύμβολο την ανάσταση των νεκρών, σαν σύμβολο. Χωρίς να καθορίζει βεβαίως και την ανάσταση. Δεν την καθορίζει. Είναι ένα σύμβολον και μόνο ένα σύμβολον η ταφή. Ότι θα αναστηθεί ο άνθρωπος.

Ωστόσο είναι κάτι ακόμη. Αν είχαμε την καύση, δεν θα είχαμε τα λείψανα των αγίων· που μας είναι τόσο πολύτιμα. Δεν προχωρώ πιο πολύ. Πάνω σ’ αυτό θα είχα πάρα πολλά να πω. Αλλά και λόγοι ψυχολογικοί, αλλά και συναισθηματικοί το επιβάλλουν να μην υπάρχει η καύσις. Αισθάνεσαι άσχημα να δεις να βάζουν το αγαπημένο σου πρόσωπο μέσα εις τον φούρνον, στα γνωστά μας κρεματόρια, ειδικοί φούρνοι και να σου δίνουν μετά μια φούχτα στάχτη, που την βάζουν μέσα σε μια λήκυθο, όπως έκαναν και οι αρχαίοι, σε ένα σταμνί κ.λπ. ή να σκορπιστεί στο Αιγαίον -κάποιοι, δυο δικοί μας το ζήτησαν αυτό, η Κάλλας η τραγουδίστρια και ο Μητρόπουλος, διευθυντής ορχήστρας· ζήτησαν να σκορπιστεί η τέφρα των εις το Αιγαίον. Ε, ρομαντισμοί και τίποτε περισσότερον. Πάντως δεν αισθάνεσαι καλά, είναι κάτι…δεν αισθάνεσαι καλά, πώς να σας το πω;

Νομίζω ότι εις τον θόρυβον που γίνεται για την καύση, με διάφορα επιχειρήματα, δεν πρέπει να καθιερωθεί. Πρέπει να αντιδράσομε. Εγώ πιστεύω εις την ταφήν των νεκρών. Θα επαναλάβω για δεύτερη και τρίτη φορά. Δεν εμποδίζεται όμως η ανάστασις των νεκρών. Η καύση απλώς είναι κι αυτή ένα σύμβολον. Σύμβολον εκμηδενισμού του ανθρώπου. Κάηκε. Έγινε στάχτη. Οπτικώς τουλάχιστον. Ενώ λοιπόν η ταφή, παραμένει το σώμα, σύμβολον της αναστάσεως, η καύσις σύμβολον της εξαφανίσεως του ανθρώπου. Σύμβολα και τα δύο, ε; Και πόσο θα το επιθυμούσαν αυτό ομολογουμένως πολλοί αμαρτωλοί, να μην αναστηθούν για να μην κριθούν…

Ακόμη και γιατί είναι συνήθεια, δεν θα έπρεπε να γίνεται η καύσις, γιατί είναι συνήθεια και ειδωλολατρική. Αν και όχι βεβαίως ολοκλήρου του εθνικού κόσμου, όπως σας είπα και προηγουμένως. Παρότι δεν αποδεικνύει την ταφή εκείνο το αγιογραφικόν που είπε ο Θεός και που το λέμε σε κάθε κηδεία: «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει (:Είσαι χωματένιος και στο χώμα ξαναγυρνάς)». Παρότι αυτό, σας ξαναλέγω, δεν αποδεικνύει ότι πρέπει να θάπτομε τον νεκρόν, όμως μας δίνει μια πολύ ωραία παραστατική εικόνα, ότι ο άνθρωπος επλάσθη από το χώμα, από την γη. Δηλαδή από τα συστατικά του υλικού κόσμου. Ασβέστιο, σίδηρος, τούτο, εκείνο. Και ένεκα της πτώσεώς του βεβαίως, τώρα τι; Επιστρέφει στην γη. Θυμίζει ότι από κει πλαστήκαμε, εκεί γυρνάμε, για να έρθει η ανάστασις των νεκρών εν Χριστώ Ιησού. Όλα αυτά πάντοτε σαν μία εικόνα.

Αλλά, ας ξαναγυρίσομε στην ευαγγελική περικοπή. Τα πρόσωπα που σήμερα τιμούμε, είχαν φροντίσει το νεκρό σώμα του Ιησού και την ταφή Του. Έτσι δημιουργείται σαν έσχατο καθήκον η φροντίδα μας για έναν νεκρόν άνθρωπον. Είναι η τελευταία φροντίδα. Ήταν αυτό και στους αρχαίους Έλληνες και στον αρχαίο εθνικό κόσμο γενικότερα, αλλά προπαντός εις τους Ιουδαίους. Και συνεπώς και εις τους Χριστιανούς, όπως ήδη σας ανέφερα. Εξάλλου το ρήμα «κηδεύω» αυτό σημαίνει. Από το κήδομαι, που θα πει φροντίζω. Λέμε «κήδομαι», «κηδεμών», «Φέρε τον κηδεμόνα σου», λέμε στο σχολείο, λέει ο καθηγητής. Είναι από το φροντίζω. Ακηδία με το στερητικόν α, που θα πει δεν φροντίζω. Ακηδία. Κήδομαι λοιπόν θα πει φροντίζω, επιμελούμαι. Όπως και η λέξη κηδεία, είναι από την λέξιν «κῆδος». «Κήδομαι», «κῆδος». «Κῆδος» σημαίνει φροντίδα.

Ο Τωβίτ – για να πάρομε κάποια παραδείγματα από την Αγίαν Γραφήν- εζήτησε από τον Τωβία, τον γιο του, να τον θάψει, αυτόν και την μητέρα του. Και μετά να φύγει από την Νινευί· διότι εδέχετο την προφητεία του Ιωνά, παρότι θα περνούσαν, πέρασαν εκατόν είκοσι χρόνια ότι η Νινευί οπωσδήποτε θα κατεστρέφετο. Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγον, λέει στο παιδί του τον Τωβία: «Παιδίον, ἐὰν ἀποθάνω, θάψον με -κοιτάξτε: Θάψον με. Δεν λέει: «Κάψε με»-, καὶ μὴ ὑπερίδῃς τὴν μητέρα σου (:μην περιφρονήσεις την μητέρα σου). Ὅταν ἀποθάνῃ, θάψον αὐτὴν παρ᾿ ἐμοὶ ἐν ἑνὶ τάφῳ (:όταν κι αυτή πεθάνει, βάλε την στον ίδιο τάφο)». Ξέρετε εδώ… πόσην ώρα θα μπορούσαμε να μιλάμε γι’αυτό… Ένας συναισθηματισμός. Παρότι, ξέρετε, ο Τωβίτ, πέρασε άσχημα με την γυναίκα του. Ήτανε σκληρή γυναίκα. Ήταν αγαθός ο Τωβίτ. Και τώρα τι ζητάει; Ζητάει εκείνο που κάποιος άλλος αν θα υπέφερε από την γυναίκα του, θα έλεγε: «Να μην με θάψετε με την μάνα σας, με την γυναίκα μου. Να την βάλετε χωριστά». «Θα με βάλετε στον ίδιο τάφο!».

Εξάλλου, η περιπέτεια του Τωβίτ, η περιπέτεια της τυφλώσεώς του, οφείλεται σ’ αυτή του την προσπάθεια να θάπτει τους νεκρούς. Ήταν κάτοικος της Νινευί. Ήτανε το βόρειο βασίλειο, ήταν αιχμάλωτο εις τους Ασσυρίους. Κι επειδή, κάπου επαναστατούσαν οι Εβραίοι, είχε θυμώσει ο Σενναχηρίμ, ο βασιλιάς της Ασσυρίας, και τότε σε μία τέτοια περίπτωση είχε δώσει εντολή να αρπάζουν Εβραίους μέσα από την πόλη και να τους πετούν από το τείχος. Πέφτοντας βέβαια, εσκοτώνοντο. Αλλά είχε δώσει εντολή και να μένουν άταφοι. Ήταν ημέρα της Πεντηκοστής, έρχεται ο γιος του, έπρεπε να φάνε το τραπέζι της Πεντηκοστής και λέει: «Πατέρα, ξέρεις, το και το». Σηκώνεται αμέσως, άφησε το τραπέζι του και πήγε κρυφά να πάρει τα πτώματα των πεθαμένων Εβραίων να τα θάψει. Γιατί, σας είπα, ήτανε μεγάλη προσβολή να μείνουν άταφα τα σώματα. Γι’ αυτό εξάλλου το έκανε και ο Σενναχηρίμ. Να προσβληθούν, σαν επαναστάται.

Βεβαίως γύρισε πίσω σπίτι, εθεωρείτο ακάθαρτος, δεν έφαγε το τραπέζι της Πεντηκοστής, κοιμήθηκε απέξω, έπεσε μια κουτσουλιά ενός πουλιού στα μάτια, έτριψε τα μάτια του, τυφλώθηκε. Αλλά πριν απ’ αυτό όμως λέγει: «Πορευθεὶς δὲ εἷς–σημειώνει στο α΄κεφάλαιο- τῶν ἐν Νινευῆ (:ένας άνθρωπος πήγε εκεί, κάτοικος της Νινευί), ὑπέδειξε τῷ βασιλεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι θάπτω αὐτούς -και είπε ότι ο Τωβίτ θάπτει τους νεκρούς-, καὶ ἐκρύβην(:κρύφτηκα) · ἐπιγνοὺς δὲ ὅτι ζητοῦμαι ἀποθανεῖν(:έμαθα ότι με ζητούν να με φονεύσουν), φοβηθεὶς ἀνεχώρησα(:αφού φοβήθηκα, έφυγα από την Νινευί). Καὶ διηρπάγη πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου –συνήθεια της εποχής: Μου άρπαξαν όλα τα υπάρχοντα-, καὶ οὐ κατελείφθη μοι οὐδὲν πλὴν ῎Αννας τῆς γυναικός μου καὶ Τωβίου τοῦ υἱοῦ μου (:και δεν σώθηκε παρά η γυναίκα μου και το παιδί μου. Όλα τα υπάρχοντά μου τα αρπάξανε. Γιατί με γύρευαν να με φονεύσουν)». Υπέστη όλη αυτή την ταλαιπωρία ακριβώς για να μην παραβεί την εντολήν της ταφής.

Ακόμη, η Σοφία Σειράχ μας λέγει πολλά, αλλά παίρνω μόνον έναν στίχο. «Τέκνον, ἐπὶ νεκρῷ, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ περίστειλον(:ανάλογα με την αξία του να τον σαβανώσεις) τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ μὴ ὑπερίδῃς τὴν ταφὴν αὐτοῦ». «Μην περιφρονήσεις την ταφήν του. Είτε σπουδαίος είναι, είτε άσημος είναι. Φρόντισε, παιδί μου», λέγει, «να θάψεις το νεκρό σώμα. Να το περιποιηθείς και να το θάψεις».

Βέβαια μέσα στα καθήκοντα για έναν νεκρόν, έχουν παρεισφρήσει πολλά απαράδεκτα στην φροντίδα την νεκρική. Και κάθε τόπος έχει τα δικά του. Είναι τόσο πολλά εκείνα που παρείσφρησαν, που δεν μετριούνται. Και που βέβαια όλα αυτά δεν είναι παρά έξω από τον Χριστιανισμόν. Είναι κατάλοιπα ειδωλολατρικά. Ωστόσο, μπορούμε να αναφέρομε μερικά, μόνο κα μόνο, τουλάχιστον αν ξέρομε πέντε δέκα, για να τα αποφεύγομε σαν ειδωλολατρικά και μη έχοντα σχέσιν με τον Χριστιανισμόν.

Πρώτον. Θέτουν χρήματα μέσα εις το φέρετρο, σε άλλους τόπους… εδώ στο στόμα ένα νόμισμα, για να μπορεί ο νεκρός να πληρώσει τον Χάρο! Για να περάσει απέναντι. Δεν σας θυμίζει τον αρχαίον Κέρβερον; Ήταν ένα σκυλί, λέει, το πλήρωνε η κάθε εισερχομένη ψυχή στον Άδη, για να μπορεί να μπει μέσα. Άλλοι βάζουν φρούτα εις το φέρετρο και ξηρούς καρπούς. Όταν τον αλλάζουν τον νεκρόν, όπως είναι γνωστό, τον σαβανώνουν, δεν κουμπώνουν όπου υπάρχει κουμπί και κουμπότρυπα, για να μπορεί, λέει, να πετά στον ουρανό! Του φορούν καινούρια παπούτσια, χωρίς καρφιά. Θα ήμουν περίεργος να πάω να ρωτήσω εις τα γραφεία τελετών, έτσι τώρα λέγονται, τα παπούτσια που βάζουν στους νεκρούς έχουν καρφιά άραγε; Θα ‘θελα να ρωτήσω. Για να μην έχει βάρος, λέει, το σώμα, να μπορεί να φύγει…

Σε κηδεία ιερέως, είναι πασίγνωστο, θέτουν στο φέρετρο ένα μπουκάλι κρασί ή μπουκάλι νερό. Μένει τρία χρόνια, το βγάζουν από κει, το μπουκάλι και τα μάτια τους μάλιστα, είναι το γνωστό μας φρυξονέρι. Όταν λέει, πάθεις φρύξη, σου δίνουν απ’ αυτό το νερό ή ακόμη από το κρασί, δίκην, σαν δηλαδή Θεία Ευχαριστία, σαν θεία κοινωνία. Φρικτά πράγματα. Ακόμη θέτουν στο τραπέζι του σπιτιού, αυτό είναι κοινότατο που σας λέγω, για 40 ημέρες, ένα πιάτο φαΐ, κάθε μέρα βάζουν ένα πιάτο φαΐ κι ένα ποτήρι νερό, για να έχει να πίνει και να τρώγει ο αγαπημένος που πέθανε στο σπίτι μας. Ακόμη ανάβουν και ξεχωριστό καντήλι, έξω από εκείνο που έχομε στις εικόνες μας, γιατί λέτε; Για να έχει φως εις τον Άδη! Ακούστε· να ΄χει φως εις τον Άδη. Σάμπως το φως να φθάνει εκεί. Το φως που βάζομε εις τον τάφον είναι προς τιμήν, όπως και τα κεριά που βάζομε στον νεκρό ή τον θυμιάζουμε, είναι προς τιμήν της εικόνος του Χριστού. Δεν παύει να είναι εικόνα του Χριστού ο νεκρός. Όχι όμως για να μπορεί να περπατάει, να κινείται εις τον Άδην.

Ακόμη με τους καρπούς που σας είπα, που βάζουν στο φέρετρο, στέλνουν και χαιρετίσματα σε προγενεστέρους νεκρούς, συγγενείς ή φίλους: «Πες στον τάδε που έχει πεθάνει προ πολλού, πες του χαιρετίσματα». Για να μη βρυκολακιάσει ο νεκρός, του θέτουν βαμβάκι στο στόμα. Όταν βγάλουν το φέρετρο από το σπίτι, σπάζουν κάποιο πιάτο ή ποτήρι, κυρίως πιάτο. Αλλού αφήνουν, στην Νάξο αυτό, αφήνουν το σπίτι τρεις μέρες ασκούπιστο, ακούστε, ακούστε, γιατί, λέει η ψυχή του πεθαμένου τριγυρνάει εκεί και μπορεί η ψυχή με το σκούπισμα να πεταχτεί στα σκουπίδια… Σκεφτείτε τι αντίληψη περί ψυχής έχουν οι άνθρωποι! Και ακόμη το χειρότερο, για να τιμήσουν τον νεκρό, προπαντός η σύζυγος παρακαλώ, τρία ή επτά χρόνια δεν πηγαίνει στην Εκκλησία. Να την σκοτώνεις, δεν πάει στην Εκκλησία… Θεωρούν ότι οι ψυχές με την ανάσταση του Χριστού, κάθε χρόνο που γιορτάζομε το Πάσχα, ανεβαίνουν στη Γη και επιστρέφουν το Σάββατο της Πεντηκοστής. Όλα αυτά είναι λαϊκές αντιλήψεις.

Αγαπητοί, αριθμός δεν υπάρχει… Σας είπα μόνον μερικά περιστατικά από όσα κάνουν, σε όσα κάνουν οι άνθρωποι για να τιμήσουν τον αγαπημένο τους νεκρό. Σχεδόν όλα είναι κατάλοιπα ειδωλολατρικά. Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι η ψυχή του ανθρώπου πηγαίνει εις τον οικείον τόπον. Ούτε περιφέρεται στο σπίτι, ούτε εις το μνήμα, ούτε πουθενά. Πηγαίνει εις τον οικείον τόπον. Εκεί που πρέπει να πάει. Και δεν τριγυρνά λοιπόν δώθε κείθε. Θα τιμήσομε τον νεκρόν, όπως ετίμησαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και οι Μυροφόρες γυναίκες, που τίμησαν το σώμα του Χριστού. Θα το τιμήσομε όπως πρέπει. Θα κάνομε τα μνημόσυνά του, θα κάνομε ελεημοσύνες για να την ψυχή του και θα τον μνημονεύομε στις κατ΄ιδίαν προσευχές μας. Ακόμη, και προπαντός, το πρόσφορό μας με το όνομά του στην Εκκλησία να μνημονευτεί. Αν προσέξομε αυτά τα πραγματάκια, είναι πολύ σπουδαία. Αλλιώτικα βαραίνομε την ψυχή του. Προσέξτε, βαραίνομε την ψυχή του.

Τα νεκρικά δείπνα που καλούμε ή στην κηδεία ή στα σαράντα δεν είναι απαραίτητο να γίνουν. Προσέξτε. Έκαναν και οι Εβραίοι. Αλλά δεν είναι απαραίτητο να γίνουν, το ξανατονίζω. Να φροντίσομε, πριν πεθάνει ο άνθρωπός μας να εξομολογηθεί, να συμφιλιωθεί με τον Χριστόν και να κοινωνήσει. Αυτό είναι το μέγιστο που έχομε να προσφέρομε στο πρόσωπο που αγαπάμε. Θα τιμηθεί ο άνθρωπός μας ως νεκρός, σαν εικόνα του Χριστού, όπως σας είπα. Κι εδώ όλα συμπεριλαμβάνονται πραγματικά. Για να λεγόμαστε Χριστιανοί κι όχι ειδωλολάτραι παρακαλώ. Και να μην λησμονούμε ότι οι νεκροί θα αναστηθούν. Μην το ξεχνούμε. Το λέμε κάθε μέρα στην προσευχή μας, στο Πιστεύω: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν».

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.