Ο κατά κόσμον Γεώργιος Χαμακιώτης, γεννήθηκε το 1891 στην Τουρλάδα, ένα μικρό ορεινό χωριό των Καλαβρύτων. Σε ηλικία 15 χρόνων έγινε δόκιμος μοναχός στην Αγία Λαύρα, όπου μόναζε και ο θείος του. Επτά χρόνια μετά και αφού τελείωσε την ιερατική σχολή της Άρτας, εκάρη μοναχός με το όνομα Αθανάσιος. Σε ηλικία 25 ετών χειροτονήθηκε διάκονος και πέντε χρόνια αργότερα το 1921 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Το 1931, λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να αφήσει τον τόπο του και να ζήσει στην Αθήνα, όπου υπηρέτησε σε διάφορους ναούς. Το 1936 διορίστηκε εφημέριος σε ένα πολύ παλιό και όμορφο εκκλησάκι, την Παναγία τη Νερατζιώτισσα στο Μαρούσι το οποίο έμελλε να γίνει γνωστό σε ολόκληρη την Αττική εξαιτίας του πλούσιου έργου του.

Η ανακομιδή των λειψάνων

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ιστοσελίδα της Ι.Μ. Κηφισίας «ανεπανάληπτες έχουν μείνει οι Θείες Λειτουργίες και οι Ακολουθίες που τελούσε, η φιλανθρωπία του καθώς και αμέτρητο είναι το πλήθος των ανθρώπων που ανεπαύθησαν στο πετραχήλι του… Ο Γέροντας Αθανάσιος, ο ταπεινός λευΐτης της Νερατζιώτισσας στο Μαρούσι, έμοιαζε απόλυτα με το φιλάνθρωπο Κύριό μας. Ήταν η εικόνα της έμπρακτης αγάπης, της ελεημοσύνης, της συμπάθειας, ήταν «εις τύπον και τόπον Χριστού».»

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του έζησε σε ένα μικρό μοναστηράκι, την «Παναγία τη Φανερωμένη», που έφτιαξε ο ίδιος στη σημερινή Ροδόπολη (Μπάλα) Αττικής. Εκοιμήθη στις 17 Αυγούστου του 1967 και ενταφιάστηκε στο μοναστηράκι της Παναγίας όπου ακόμη υπάρχει το κελί στο οποίο ζούσε, τα προσωπικά του αντικείμενα και φυσικά τα λείψανά του.

Σύμφωνα με την πρόταση του μητροπολίτη Κηφισίας Κυρίλλου, εφόσον ληφθεί η σχετική απόφαση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η μνήμη του γέροντα Αθανάσιου Χαμακιώτη θα γιορτάζεται στις 17 Αυγούστου, την ημέρα δηλαδή της κοιμήσεως του αλλά και στις 23 Οκτωβρίου ημέρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή των λειψάνων του.

Το 1990 μεγάλη φωτιά ξέσπασε στην περιοχή .

Η πύρινη λαίλαπα καίγοντας τα πάντα, έφτασε στο ησυχαστήριο . Οι μοναχές ήδη το είχαν εγκαταλείψει. Όμως το μοναστήρι έμεινε απείραχτο από τι φλόγες. Η φωτιά κύκλωσε το μοναστήρι, έφτασε στις δεξαμενές πετρελαίου και έσβησε. Έφτασε στο ξύλινο παράθυρο του κελλιού του γέροντα και δεν το πείραξε. Ούτε τα δένδρα μέσα στο μοναστήρι πειράχτηκαν. Και λίγο πιο πάνω, οι φλόγες σεβάστηκαν και το εκκλησάκι του «αφέντη» Άι Γιάννη, όπως επίσης και τα πανύψηλα δένδρα που στόλιζαν το γραφικό εξωκλήσι.

Την άλλη μέρα ο τότε Μητροπολίτης Δωρόθεος ήλθε στο μοναστήρι, πήγε κατευθείαν στον τάφο του γέροντα, γονάτισε και είπε: – Ευχαριστούμε γέροντα, που δεν επέτρεψες να καεί το μοναστήρι σου.

Ο Γέροντας Αθανάσιος, ο ταπεινός λευΐτης της Νερατζιώτισσας στο Μαρούσι, έμοιαζε απόλυτα με το φιλάνθρωπο Κύριό μας. Ήταν η εικόνα της έμπρακτης αγάπης, της ελεημοσύνης, της συμπάθειας, ήταν «εις τύπον και τόπον Χριστού». Ζούσε πραγματικά σε ένα παροξυσμό ψυχικής κενώσεως στις ανάγκες του πλησίον, αυτοπροσφερόταν στους ενδεείς, στα μοναχικά πρόσωπα, στους αξιοπρεπείς, τους οποίους οι συνθήκες της ζωής κατήντησαν νεοπτώχους, εμπεριστάτους. Και ο Θεός του ελέους και των οικτιρμών δεν άφηνε ποτέ τα χέρια του Γέροντος αδειανά.

-Κοιμάμαι, έλεγε χαριτολογώντας, φτωχός και ξυπνάω πλούσιος. Χρήματα δεν έχω και χωρίς χρήματα δεν μένω.

Και δεν τα υπολόγιζε τα χρήματα ο Γέροντας. Αυτά είναι για να αλλάζουν χέρια και να καλύπτουν ανάγκες, έλεγε.

Η μοναδική αξία που έχουν είναι ότι με αυτά μπορούμε να αγοράσουμε Παράδεισο. Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ» (Παρ. ιθ 17). Και τούτο γιατί τίποτα από όσα ο άνθρωπος σκορπίζει σε αυτούς που έχουν ανάγκη δεν πηγαίνει χαμένο. Η «ελεημοσύνη εξιλάσεται αμαρτίας (Σοφ. Σειρ. 3, 30), μας απαλλάσσει από το βάρος πολλών αμαρτιών και μας καθαρίζει και μας αγνίζει. Μας ανοίγει τις πόρτες του Παραδείσου.

Όταν μας έρχονται χρήματα να μην χαιρόμαστε άσκοπα.

Να προβληματιζόμαστε για τη σωστή τους χρήση. Άλλωσε και ο ίδιος ο Κύριος με τη γραφίδα του προφητάνακτος Δαβίδ, δεν λέει:

«Ο ελεήμων εσκόρπισεν, έδωκε τοις πένησι, η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα» (Ψαλμ. 111, 9) και αλλού πάλι: «Μακάριος ο συνιών επί πτωχόν και πένητα» (Ψαλμ. 40, 1).

Γι’αυτό και στην επί του Όρους ομιλία του ο παντελεήμων Θεάνθρωπος διακηρύσσει: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» ( Ματθ. ε 7).

Ο ελεήμων άνθρωπος, μας λέει ο μέγας Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μοιάζει με λιμάνι σε όσους παλεύουν με τα βιοτικά κύματα. Δέχεται όλους ανεξαιρέτως τους ταλαιπωρημένους, τους ναυαγούς, τους κλυδωνιζομένους, τους κινδυνεύοντες και τους απαλλάσσει από τη δίνη.

Και είτε είναι κακοί, είτε αγαθοί, είτε ο,τιδήποτε άλλο εκείνοι που κινδυνεύουν, τους δέχεται στην αγκαλιά του, στα γαλήνια νερά του. Μακάριοι οι συνάνθρωποί μας, οι οποίοι γίνονται λιμάνια σε αυτούς που έχουν πέσει στην τρικυμία της φτώχειας, της ανέχειας, της ελλείψεως των αναγκαίων βιοτικών αγαθών.

Τα χρήματα ο Γέροντας Αθανασιος δεν ήθελε να μένουν επάνω του. Τα ένοιωθε μίασμα.

Αυτά, έλεγε, σταύρωσαν τον Χριστό μας. Αυτά φέρνουν πρόσκαιρη ευτυχία, αλλά μόνιμη δυστυχία στον κόσμο. Αλλοίμονο σε αυτούς που τα φιλάνε. Έχουν φίδια στον κόρφο τους.

Χαρακτηριστικό της φιλανθρωπίας και της ελεήμονος καρδιάς του Γέροντος είναι το εξής περιστατικό.

Κάποια μέρα τον επισκέφθηκε απελπισμένη μια χήρα γυναίκα. Κινδύνευε να της κάνουν έξωση, επειδή δεν είχε να πληρώσει το ενοίκιο. Ο Γέροντας τη συμπόνεσε, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχε καθόλου χρήματα.

-Παιδί, της είπε, δεν έχω δραχμή στην τσέπη μου. Όμως, μη φύγεις. Κάθησε έξω στους πάγκους να δω τι μπορεί να γίνει.

Ο εύσπλαχνος Γέροντας κατέφυγε με θέρμη στην αγαπημένη του προσευχή.

– Γιατί άφησες, Θεέ μου, τα παιδιά σου να έλθουν σε τέτοια δυστυχία; Λυπήσου, Κύριε, και αυτή τη δούλη σου και μην επιτρέψεις να την πετάξουν στο δρόμο!

Σε λίγο μια ευκατάστατη κυρία κατέφθασε και του παρέδωσε ένα φάκελο με σεβαστό ποσό. Ο Γέροντας ούτε άνοιξε το φάκελο να δει πόσα χρήματα περιείχε. Φώναξε με χαρά τη χήρα και της τα παρέδωσε. Η γυναίκα ανοίγοντας το φάκελο έμεινε άφωνη. Με το ποσό του περιεχομένου του ξωφλούσε τον ιδιοκτήτη της. Η φιλανθρωπία και η συμπόνοια του Γέροντος Αθανασίου δεν σταματούσε μόνο στο δόσιμο χρημάτων.

Η προσωπική προσφορά είχε μεγαλύτερη αξία.

Επιδίωκε να έρχεται αρωγός σε κάθε εμπερίστατο, κάθε κινδυνεύοντα.

Ήταν ευσυμπάθητος με τους αρρώστους, με τους ανίατα ασθενείς, τους κατακοίτους ηλικιωμένους, αυτούς που δύσκολα κάνουν ακόμη και στοιχειώδεις κινήσεις.

Έτρεχε να βοηθήσει αυτούς οι οποίοι ήθελαν κάποιο δίπλα τους, να τους συμπαρασταθεί στην καθημερινότητά τους.

Έχουν αναφερθεί ζωντανά παραδείγματα ασθενών που συχνά επισκεπτόταν ο Γέροντας, και των οποίων οι συγγενείς και οι οικείοι συνέπασχαν μαζί τους.

Ήταν ο αρωγός σε ασθενείς και στους συνοδούς τους, που και αυτοί χρειάζονταν στήριξη και αγάπη. Ήταν ο άγγελος παρηγοριάς των εγκαταλειμμένων φυματικών της περιοχής.

Τους πήγαινε αυγά και άλλα τρόφιμα και έπαιρνε τα λερωμένα ρούχα τους, τα έπλενε, τα σιδέρωνε και τους τα πήγαινε με τα πόδια από το Μαρούσι στα Μελίσσια.

Και όλα αυτά «εν τω κρυπτώ». Η φιλανθρωπία και η προσωπική προσφορά διαλαλείται, δεν διατυμπανίζεται, δεν διαφημίζεται, αφού ο Κύριος μας είπε, «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. στ 3).

Όσο, όμως, και αν κρυβόταν, ο Θεός επέτρεπε, προς οικοδομή των πιστών να φανερώνονται οι πάμπολλες ευεργεσίες του. Αν και σίγουρα πολλά έμειναν κρυφά.

Πριν κοιμηθεί τον ύπνο των δικαίων στις 17 Αυγούστου του 1967 έλεγε:

—Γυμνός ήρθα, γυμνός και θα φύγω. Γι’ αυτό και πριν παραδώσει την ψυχούλα του στα χέρια του παντελεήμονος και πανοικτίρμονος Θεού μας δέχθηκε επίσκεψη της προσωποποιημένης ελεημοσύνης.

Η μοναχή που τον υπηρετούσε στις τελευταίες στιγμές του τον ρώτησε ποιός τον επισκέφτηκε, και της είπε:

—Η ελεημοσύνη, παιδί μου!

—Και τι της είπατε, ρώτησε εκείνη;

—Της είπα ότι ό,τι είχα το έδωσα. Δεν έχω τίποτα άλλο!

Η χριστιανική πίστη και ζωή είναι ευγένεια, ευγένεια, ευγένεια!

Η εξομολόγηση αρχίζει από τον Γολγοθά, ο ένας ληστής βλαστημάει, ο άλλος μετανοεί και εξομολογείται πάνω στο σταυρό και μπαίνει στον Παράδεισο.

Παιδί, (συχνά χρησιμοποιούσε τη λέξη «παιδί»), γαντζώσου από την Παναγία! και θα με θυμηθείς.

Μαζευτήκαμε όλοι μαζί στην Αθήνα για να μας εύρει όλους μαζί το κακό.

Το σπίτι ταυ Θεού (Εκκλησία) το φροντίζουμε με περισσότερη επιμέλεια και αφοσίωση, γιατί και αυτή η φροντίδα είναι μέρος της λατρείας μας προς ΕΚΕΙΝΟΝ!

Υπάρχει ακατάλληλη ώρα για το σπίτι του πατέρα; (έλεγε στα πνευματικά του τέκνα όταν του έλεγαν ότι τον ενοχλούν).

Ο Θεός έχει τα δικά Του μονοπάτια να οδηγεί τους ανθρώπους κοντά Του.

Μη μαλώνετε τα παιδιά. Πάντα με αγάπη και καλοσύνη να τα αντιμετωπίζετε.

Στον τεχνίτη εκκλησιαστικών ειδών: «Παιδί, φτιάξε καλά το Άγιον Ποτήριον, αργυρόν και χρυσόν, διότι εκεί επαναπαύεται ο Θεός». (Εννοούσε την Θεία Κοινωνία, που είναι Σώμα και Αίμα Χριστού, Αυτός ο Κύριος).

Δεν ήθελε να γίνονται γνωστά τα γύρω από τον εαυτό του και έλεγε: “Αυτά παιδί συμβαίνουν, αλλά μην λες πουθενά τίποτα”.

Τα πουλιά είναι οι συνεταίροι μας. Εσύ έχεις χέρια να φυτέψεις, να σπείρεις, να ποτίσεις, να θερίσεις. Τα πουλιά δεν έχουν χέρια. (Συστάσεις σε κάποιον που ήθελε να δηλητηριάσει τα σπουργίτια).

Όταν εγώ θα απέλθω, θα έρχεστε όλοι στα μοναστήρι να κάνετε την αγρυπνία του Αγίου Αλεξίου. (Ο Άγιος Αλέξιος ήταν ο Άγιος της Αγίας Λαύρας , όπου φυλάσσεται η Τιμία Κάρα του και ήταν το ύψος της εγκρατείας).

Όταν Θα φύγω θέλω να έχετε τα λόγια μου μέσα στην καρδιά σας.

Παιδί, άμα βρω παρρησία στο Θεό, θα πρεσβεύω πολύ για το μοναστηράκι μας.

Παιδί, μη στενοχωριέσαι. Το νερό ο θεός γάλα το κάνει.

Προσέξτε πού δίνετε ελεημοσύνη, γιατί αν τη δίνετε αβασάνιστα, δημιουργείτε τεμπέληδες.

Όχι παιδί, ο Χριστός είναι, τον Χριστό θα πάρεις. (Όταν οι γονείς κοινωνούσαν τα παιδάκια και έλεγαν θα πάρεις χρυσό δοντάκι).

Παιδί, η χριστιανική πίστη και ζωή είναι ευγένεια, ευγένεια, ευγένεια.

Από Το Δεκαεξασέλιδο Πρόγραμμα Των Εκδηλώσεων Του Ιερού Καθεδρικού Μεταμορφώσεως Του Σωτήρος, Της Ιεράς Μητροπόλεως Κηφισιάς, Αμαρουσίου Και Ωρωπού, Για Τις Εκδηλώσεις “Σωτήρια 2011”, Τα Οποία Ήταν Αφιερωμένα Στον Γέροντα, Π. Αθανάσιο Χαμακιώτη.

Κατά κοινή ομολογία, η θεία Λειτουργία ήταν το κέντρο της ζωής του π. Αθανασίου. Συναισθανόταν βαθύτατα ότι δεν υπάρχει στον κόσμο τούτο μεγαλύτερο γεγονός από το να μπορεί ο θνητός, ο αδύναμος άνθρωπος να ζητάει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και Αυτό να κατέρχεται πάντοτε και απαραιτήτως στο πλαίσιο της θείας Λειτουργίας. «Η θεία Λειτουργία», γράφει κάποιος επίσκοπος, «υπήρξεν η σκέψις του, η επιθυμία της ψυχής του, το είναι του, υπήρξε το παν δι’ αυτόν. Τόσον πολύ επέδρα επ’ αυτόν η χάρις του μυστηρίου, ώστε μεταρσιώνετο κυριολεκτικά, όταν λειτουργούσε.».
Για να νιώσει ο λειτουργός τη θεία Λειτουργία χρειάζεται πάντα καλή κι επίπονη προετοιμασία. Και ο γέροντας πάντοτε ερχόταν προετοιμασμένος. Εξομολογείτο συχνά, μελετούσε, νήστευε, προσευχόταν. Διάβαζε όχι μία αλλά τρεις φορές την ακολουθία της θείας Μεταλήψεως. Αυτή την προετοιμασία συνιστούσε και στους ιερείς που καθοδηγούσε. Ιδιαίτερα τόνιζε να μην παραλείπουν την ακολουθία της θείας Μεταλήψεως. Κάποτε, σε ιερείς με πλήθος ποιμαντικών φροντίδων, συγκατέβαινε λέγοντας:
-Αν κάποιες φορές δεν προλαβαίνεις να την διαβάσεις λόγω φόρτου εργασίας, τουλάχιστον να αρχίζεις από την ευχή του Αγ. Συμεών «Από ρυπαρών χειλέων…» Αλλά μόνο σε ανάγκη. Να προσπαθεί σαν μην παραλείπεις την ακολουθία.
Την ημέρα που θα λειτουργούσε πήγαινε πρωί- πρωί στην εκκλησία, πριν το νεωκόρο. Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσκυνήσει όλες τις εικόνες. Άρχιζε από τον πρόναο, «χαιρέτιζε» με ευλάβεια μία – μία τις εικόνες του Κυρίου, της Παναγίας, των Αγίων. Ήθελε κατά κάποιο τρόπο να πάρει ευχή κι ευλογία, ή να ζητήσει συγχώρηση και να συμφιλιωθεί μαζί τους. Έπειτα άρχιζε την προσκομιδή, όπου διάβαζε πάρα πολλά ονόματα. Πολλές φορές διέκοπτε τον ήρεμο τόνο και μνημόνευε κάποια συγκεκριμένα ονόματα με πολλά δάκρυα. Δεν ήταν μια τυπική διαδικασία, αλλά έδινε και την καρδιά του, μνημόνευε με πόνο τα ονόματα αυτά, συμμετέχοντας στον πόνο των άλλων. Και όταν ερχόταν ο ψάλτης, ή τέλειωνε ο νεωκόρος, τους έβαζε να διαβάζουν το μεσονυκτικό, ή το ψαλτήρι, για να έχει περισσότερο χρόνο, να μνημονεύει πιο πολλά ονόματα.
Η θεία Λειτουργία ήταν σχετικά σύντομη, χωρίς να παραλείπει τίποτα. Είχε εμπνεύσει με το δικό του διακριτικό τρόπο τους ιεροψάλτες να ψάλλουν «μετά πολλής προσευχής και κατανύξεως.. βοαίς ατάκτοις και αναρμόστοις μη χρώμενοι», αποφεύγοντας τα αργά μέλη. Ο ίδιος ήταν λιτός στις τελετουργικές του κινήσεις, μετρημένος, απαλός, «βελούδινος», «σαν πούπουλο», όπως χαρακτηριστικά εκφράζονται τα πνευματικά του παιδιά. Το βάδισμά του ήσυχο, ταπεινό, το βλέμμα κάτω, τα άμφιά του απλά και καθαρά. Είχε μια ασυνήθιστη ευλάβεια και φόβο Θεού. Αξιοσημείωτο είναι ότι ποτέ δεν ακουμπούσε στην αγία Τράπεζα. Έλεγε σε νεότερο ιερέα:
-Δεν είναι σωστό να ακουμπάμε ή να αγγίζουμε την αγία Τράπεζα. Ο Μ. Βασίλειος στεκόταν ένα μέτρο μακριά από την αγία Τράπεζα!

Προς το τέλος του βίου του, όταν μια μέρα συλλειτουργούσε με άλλους ιερείς, ακούμπησε λίγο στη γωνία της αγίας Τραπέζης και αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει συγγνώμη:
-Πατέρες, με συγχωρείτε που ακουμπώ στην αγία Τράπεζα. Δεν μπορώ πλέον να σταθώ όρθιος, δεν με κρατάνε τα πόδια μου!

Όσο προχωρούσε η θεία Λειτουργία, τόσο περισσότερο αλλοιωνόταν. Όσοι τον έβλεπαν είχαν την αίσθηση ότι βρισκόταν σε άλλον κόσμο. Τα παιδιά του ιερού τον έβλεπαν να ιδρώνει κα να τρέμει από την ευλάβεια, το δέος, το φόβο του Θεού. Είχε πάντα ένα χοντρό μαντίλι, μάλλον πετσέτα, και σκουπιζόταν, γιατί ο ιδρώτας έτρεχε είτε είχε κρύο είτε είχε ζέστη.

Στη φωνή ήταν μάλλον κακόφωνος και λίγο παράφωνος. Όμως όπως γράφει ο π. Α.Μ.: «Αυτό δεν μας ενοχλούσε καθόλου. Παρ’ ότι δεν ήταν ωραία, μας φαινόταν η πιο ωραία του κόσμου, γιατί ήταν μια φωνή που έβγαινε από την καρδιά που αγαπούσε πολύ τον Χριστό».

Πολύ σημαντικός ήταν ο τρόπος που διάβαζε τις ευχές κι εκφωνήσεις της θείας Λειτουργίας. Ήταν από τους λίγους ιερείς που είχε την ευλογημένη συνήθεια να διαβάζει «εις επήκοον» του λαού τις ευχές. Το «μυστικώς» γι’ ατυόν σήμαινε «μυσταγωγικώς», κατανυκτικώς, χαμηλοφώνως, όχι σιωπηρώς. Έλεγε μάλιστα σε κάποιον ο οποίος τον ρώτησε γι’ αυτό το θέμα:
-Παιδί, αυτοί που έγραψαν τις ευχές, τις έγραψαν για να τις διαβάζουμε, να τις ακούει ο κόσμος, όχι να τις αποσιωπούμε ή να τις παραλείπουμε.

Ο π. Α.Ρ. υπογραμμίζει:
«Ένα άλλο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της αγίας μορφής του, ήταν ο τρόπος του ιδιάζοντος τονισμού κάποιων λέξεων ή και μικρών φράσεων με μεγάλο και σημαντικό νόημα, που αναφέρονταν στον Υπεράγιον Κύριό μας ή στις δραστηριότητές Του για τη σωτηρία μας. Αυτό το παρατηρούσαμε είτε στην εξομολόγηση είτε στη θεία Λειτουργία. Η λειτουργική του γλώσσα μετάγγιζε βιώματα αγιασμού και σωτηρίας. Κυριολεκτικά εντρυφούσε σε κάθε λέξη που αναφερόταν στο Θεό, στην Αγάπη, στην Αλήθεια, στη Σωτηρία. Καθώς λειτουργούσε, εδονείτο εσωτερικά και ανεπίδεικτα και μας μετέδιδε συγκλονιστικά και κατανυκτικά βιώματα».
Ήταν πράγματι λέξεις ή φράσεις που τις τόνιζε ή χρωμάτιζε αναλόγως με το νόημά τους και εντυπώνονταν καλύτερα στον πιστό. Π. χ. σε όσους έχει μείνει αξέχαστος ο τρόπος που έλεγε την αίτηση: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών…» και με πόση έμφαση τόνιζε τις τελευταίες λέξεις «και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα».

Στην ευχή της αναφοράς κυριολεκτικά συγκλονιζόταν. Τόνιζε και φώναζε τις λέξεις «χιλάαααδες αρχαγγέλων, μυριάααδες αγγέλων», όλος έκπληξη, σαν να τους έβλεπε μπροστά του.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που τον έβλεπαν την ώρα της θείας Λειτουργίας, ή κατά τη Μεγάλη Είσοδο, αλλά και άλλες στιγμές ακόμη και έξω από την εκκλησία, να λάμπει το πρόσωπό του και να μην πατάει στο έδαφος. «Αιθέριος ως ένα πήχυ ίστατο τας χείρας και το όμμα εις ουρανούς ανέχων και Θεώ ησύχως προσομιλών». Συχνά κάποιοι μεγάλοι που έβλεπαν αυτό το εξαίσιο θέαμα, έμεναν αποσβολωμένοι. Μόλις και μετά βίας συγκρατούσαν την έκπληξή τους και έπνιγαν τη φωνή τους για να μη δημιουργήσουν αταξία. Όμως τα μικρά παιδιά δεν μπορούσαν να κρατηθούν. Διέκοπταν με τις φωνές τους τη λειτουργία και φώναζαν:
-Μαμά, ο παπάς δεν πατάει στη γη! Ο παπάς πετάει!

Η κ. Γ.Κ. θυμάται με πολλή συγκίνηση.
Ήμουν πέντε χρονών κοριτσάκι τότε και τον είδα στο ιερό να είναι μισό μέτρο πάνω απ’ τη γη. Άρχισα να φωνάζω:
-Ο παπάς δεν πατάει στη γη!
Ο γέροντας έβγαινε από το ιερό με γλυκό ύφος και μου έλεγε:
-Ε! παιδί, σε παρακαλώ, μην το λες.
Και όσο παρακαλούσε ο γέροντας, τόσο εγώ φώναζα πιο πολύ:
-Ο παπάς δεν πατάει στη γη! Μαμά, θα πέσει κάτω!»
Και η κ. Ρ. Π. διηγείται:
«Ήταν ανήμερα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου. Ο γέροντας λειτουργούσε και ήλθε η στιγμή της Μεγάλης Εισόδου. Μόλις βγήκε απ’ το ιερό τον είδα μισό μέτρο πάνω απ’ το έδαφος. Τάχασα˙ γυρίζω σε μια κυρία και της λέω σιγά:
-Βλέπεις τίποτα;
-Όχι μου απάντησε.
Είχα μείνει αποσβολωμένη. Ο γέροντας με τα τίμια δώρα ήλθε προς το μέρος μου. γυρίζει και μου λέει:
-Σιωπή, παιδί.
Και συνέχισε…
Αναρωτιόμουν, πως ήταν δυνατό τα μάτια τα δικά μου να δουν τέτοιο θαυμαστό γεγονός!»
Το ασκητικό κορμί του γέροντα γινόταν αιθέριο. Οι νόμοι της βαρύτητας έχαναν την ισχύ τους και ο ίδιος έμοιαζε με τους ασώματους αγγέλους του Θεού. ένα θαυμαστό γεγονός που το έζησαν πολλοί άγιοι, με τη χάρη του Αγ. Πνεύματος, όπως γράφουν οι άγιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος Ξανθόπουλοι.

«Δια ταύτης της εν Αγίω Πνεύματι φωτιστικής δυνάμεως, έτι μετά σαρκός όντες, τινές των αγίων πατέρων… εν προσευχαίς τούτων ισταμένων και τα ευαγή και τίμια σώματα γήθεν ως υπόπτερα υπερήροντο, τω αναλωτικώ και ενθέω και αΰλω πυρί, τω της χάριτος, το σωματικόν πάθος, ναι μην και το βάρος, αποτεφρούμενοι˙ κούφως τε αίρεσθαι ενεργούμενοι, ω του θαύματος, μεταστοιχειούμενοι και μεταχαλκευόμενοι προς το θειότερον, τη θεουργώ παλάμη της ενσκηνούσης αυτοίς ισχύος και χάριτος».

Δηλαδή:
Με αυτή τη φωτιστική δύναμη που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα, μερικοί από τους αγίους πατέρες, μέσα στο σώμα ακόμη… όταν στέκονταν σε προσευχή, τα άγια και τίμια σώματά τους σηκώνονταν από τη γη, σαν να τα κρατούσαν φτερά, καθώς η ακαταμάχητη και ένθεη και άυλη φωτιά της χάρης μετέβαλε σε στάχτη τη σωματική παχύτητα και το βάρος και τους έκανε να ανυψώνονται πανάλαφροι – θαύμα εξαίσιο – καθώς μεταστοιχειώνονταν και αναχωνεύονταν προς το θειότερο με τη θεουργική παλάμη της ισχύος και της χάρης που κατοικούσε μέσα τους.

Όσο προχωρούσε η θεία Λειτουργία τόσο και ο γέροντας ανέβαινε. Η όψη του αλλοιωνόταν. Δεν ήταν ο άνθρωπος που γνώριζαν όλοι από το εξομολογητήριο, ή άλλες ώρες. Το «εν τω ναώ εστώτες της δόξης σου εν ουρανώ εστάναι νομίζομεν…» γινόταν πραγματικότητα. Όπως λέει και ο Σ. Σ., «τα χέρια του έτρεμαν, τα μάτια του έρρεαν δάκρυα. Εντελώς απορροφημένος από τα τελούμενα. Η φωνή του έπαιρνε ένα δραματικό ύφος, κλαψιάρικο. Κυριολεκτικά σε περόνιαζε, σου δημιουργούσε ρίγος. Όχι θεατρινίστικο, στομφώδες, υποκριτικό. Οι λέξεις έβγαιναν από τα βάθη της ψυχής του». Περιέγραφε αυτά που έβλεπε και ζούσε και έδινε στους πιστούς την αίσθηση ότι αυτή την ώρα ήταν παρόντες οι άγγελοι, οι άγιοι, η θεότητα, ο Ίδιος ο Κύριος, το εσφαγμένον αρνίον. Οι αναστεναγμοί του ακούγονταν μέχρι έξω. Κανείς δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος. Τόση ήταν η κατάνυξή του ώστε «δακρύειν αυτόν σφοδρώς εν τω καιρώ της αναιμάκτου θυσίας, προς έκπληξιν των ορώντων και δόξαν του των αγαθών δοτήρος Θεού».

Πολλοί έκλαιγαν μαζί του. Το εκκλησίασμα έκανε απόλυτη σιωπή για να τον ακούσει. Κάποιοι πήγαιναν μπροστά – μπροστά για να τον βλέπουν, να ακούνε καλύτερα και να ζουν τις συγκλονιστικές στιγμές.
Μια φορά ο γέροντας λειτουργώντας έκλαιγε πάρα πολύ με αναφιλητά, με λυγμούς. Τόσο που η φωνή του κόπηκε. Η λειτουργία σταμάτησε. Η ώρα περνούσε και απ’ το ιερό ακούγονταν μόνον οι λυγμοί του. δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Το εκκλησίασμα ανησύχησε, έπεσε σε αμηχανία. Τόση ώρα σιωπής! Μήπως έπαθε τίποτα; Τελικά ο γέροντας με πολλή δυσκολία συνέχισε τη λειτουργία. Όλοι κατάλαβαν και ησύχασαν.

Έλεγε ο μακαριστός Μητροπολίτης Άρτης Ιγνάτιος: «Τόση ήταν η ευλάβειά του και η αφοσίωσή του στη θεία Λειτουργία, ώστε και φίδια να τον δάγκωναν δεν θα έπαιρνε είδηση».
Όταν έλεγε «τα σα εκ των σων» ακουγόταν ένας γδούπος και όλοι έπεφταν γονατιστοί. Κανείς δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Ποιος μπορεί να περιγράψει τον τόνο και το χρώμα της φωνής του, όταν πρόφερε τα λόγια του καθαγιασμού.

Και ερχόταν η ώρα της θείας Μεταλήψεως. Η θεία Λειτουργία στο αποκορύφωμά της. Τα παιδιά του έφερναν στην κατάλληλη στιγμή το ζέον που έβραζε, έτσι το ήθελε.
-Να βράζει παιδί, το ζέον πρέπει να είναι καυτό.
Διηγείται ένα από τα «παπαδάκια»:
«Όταν του πηγαίναμε το ζέον, το σκεύος έκαιγε. Δεν πιανόταν. Αυτός δεν ενοχλείτο καθόλου. Το έπιανε με το χέρι του και το έριχνε σταυρωτά στο Άγ. Ποτήριο. Όλα τα παιδιά απορούσαμε πως δεν καιγόταν. Όσες φορές πήγαμε να το ακουμπήσουμε καιγόμασταν… Έπειτα μας έβγαζε από το ιερό. Ήθελε να μείνει μόνος του αυτή την ιερή στιγμή».

Και αυτό έχει την εξήγησή του, όπως γράφει ο π. Α. Ρ.: «Είχε ιδιάζουσες παιδαγωγικές αντιλήψεις. Φρόντιζε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την αγωγή των παιδιών που τον διακονούσαν στο ιερό Βήμα. Τα αγαπούσε πατρικά. Τα δίδασκε και τα κρατούσε αυθεντικά. Όταν έφτανε το χρονικό σημείο που επρόκειτο να «μελίσει τον άγιον Άρτον» και να μεταλάβει εκείνος, έπρεπε να μείνει μόνος, εκείνη τη μοναδική γι’ αυτόν άχρονη στιγμή.

-Και τώρα, Κύριε, Εσύ κι εγώ, έλεγε.
Ίσως τα παιδιά δεν θα μπορούσαν να εισπράξουν με το δέοντα σεβασμό τις «εκδηλώσεις» του προ του Κύριό του. Η παρουσία άλλων, σε τέτοιες στιγμές, επηρεάζει αρνητικά την κατάνυξη. Ο γέροντας δεν ήθελε, ή δεν μπορούσε να κοινωνεί χωρίς δάκρυα. Μιλούσε στον Κύριό του θερμά και απλά, «χωριάτικα». Καθώς έτρεχαν – κάποτε κρουνηδόν – τα δάκρυά του, ακουγόταν ιεροπρεπής και ικετευτική η αχνή κραυγή του, επίμονα και επαναληπτικά.
-Σχώρα με, Σχώρα με…
Και τότε, τον διαπερνούσε, εμφανώς και αισθητώς, ένας σεισμός θεϊκός! Μετά από κάθε θεία Λειτουργία, ήταν μούσκεμα, υποχρεωμένος να αλλάζει».
Θα παραθέσουμε τρεις ακόμη μαρτυρίες ιερέων – πνευματικών του παιδιών, που έζησαν τέτοιες στιγμές κοντά του.

Διηγείται ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος: «Κατά την ώρα του κοινωνικού απαγόρευε αυστηρά να υπάρχει άλλος άνθρωπος μέσα στο ιερό Βήμα. Τα παιδιά έβγαιναν έξω. Όταν κοινωνούσε αλλοιωνόταν η μορφή του. Ως διάκονος είχα αντικρύσει θέαμα εξαίσιο. Έκλαιγε σαν μικρό παιδάκι. Ή ένα μικρό παιδάκι έβλεπες ή τον π. Αθανάσιο ήταν το ίδιο. Και παράλληλα η μορφή του έλαμπε από ένα περίεργο φως όταν κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Τότε κατάλαβα γιατί δεν επέτρεπε στα παιδιά ή σε οποιονδήποτε άλλον να παραμείνει μέσα».

Και ο Κ. Β. γράφει: «Από την πρώτη μου συνάντηση μ’ αυτόν έμεινε στην ψυχή μου ανεξίτηλη η βιβλική μορφή του. Και δεν άργησα να διακρίνω στον ευλογημένο αυτόν Γέροντα, από τις αρετές της ευσεβείας μας, κυρίως: την βαθυτάτη πίστη και αγάπη του στο Χριστό, την μειλιχιότητά του, την άδολη παιδική ψυχή του, το ειρηνικό και πράο βλέμμα του, την κατανυκτική μετά δακρύων τέλεση της θείας Λειτουργίας και προπαντός τον ένθεο τρόπο της θείας Μεταλήψεως. Αυτός ο τρόπος της θείας Μεταλήψεως ήταν και η αιτία που σα ισχυρός μαγνήτης με είλκυσε κοντά του.
«Ενθυμούμαι, λοιπόν, ότι με την πρώτη επίσκεψή μου στην Νερατζιώτισσα τον επρόλαβα λειτουργούντα. Εισήλθα στο ιερό Βήμα και συμπροσευχόμενος παρακολουθούσα τα τελούμενα. Η άγνωστη παρουσία μου δεν τον επηρέασε. Λειτουργούσε με τον άγιο τρόπο του – αυτοεξυπηρετούμενος χωρίς να διακονείται από κανένα. Τότε ήταν πρώτη φορά που ένιωσα την αγία «Αναφορά» με βαθύ δέος και κατάνυξη. Ο όσιος Γέροντας στην αγία αυτή ¨Ευχή¨ δεν συνεκινείτο απλά, αλλά έκλαιγε με πολλά δάκρυα. Δεν είχα άλλοτε συναντήσει τέτοιο λειτουργό ιερέα. Άλλ’ εκείνο που συνεκλόνισε την ψυχή μου ήταν η ώρα της θείας Μεταλήψεως. Τότε, άκουσα εκεί τις ¨Ευχές¨ της προετοιμασίας να λέγονται με βαθειά συναίσθηση και συγκίνηση. Στα συνοδεύοντα δε λόγια Αυτής στο: «Ιδού προσέρχομαι…. Αναξίω Πρεσβυτέρω… πρόσθεσε τις λέξεις: «τω αναξιωτάτω και οικτροτάτω και ελεεινοτάτω Πρεσβυτέρω…» και στη συνέχεια επαναλάμβανε ζωηρά:… ¨το τίμιον (τίμιον, τίμιον, τίμιον) και πανάγιον (πανάγιον, πανάγιον, πανάγιον)…¨με ρέοντα θερμά δάκρυα.
Ομολογώ, ότι η θεία εκείνη Λειτουργία έμεινε βαθύτατα χαραγμένη στην ψυχή μου και ο εξαϋλωμένος λειτουργός της ιερό πρότυπο για την λειτουργική διακονία μου…»

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.