ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ – Κάποια βραδυά ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν, καθώς προσευχόταν, ήρθε σε έκσταση ( μεταξύ ξύπνιου και ύπνου ) και βρέθηκε στα βασιλικά παλάτια του ουρανού. Εκεί τον καλεί ο Ουράνιος Βασιλεύς, ο Χριστός και του λέει.

Θέλεις να με υπηρετήσεις ολόψυχα και να σε κάνω έναν από τους στρατηγούς του παλατιού μου;
— Υπάρχει κανείς, Δέσποτα, που να μην θέλει το καλό του; αποκρίθηκε ο Άγιος Ανδρέας. Εγώ πάντως το επιθυμώ πολύ.
— Αν το επιθυμείς λοιπόν δοκίμασε τη γεύση της Βασιλείας Μου.
Συγχρόνως του πρόσφερε να πιεί κάτι. Έμοιαζε με χιόνι και ήταν τόσο γλυκό και νόστιμο, που δεν μπορούσε ο άνθρωπος να το φανταστεί. Μόλις το ήπιε είπε :
— Δος μου και άλλο, σε παρακαλώ, γιατί μόλις το ήπια ένιωσα να ευωδιάζει σαν Θεϊκό μύρο.
Εκείνος του έδωσε και δεύτερο που έμοιαζε στην όψη με κυδώνι. Αυτό όμως ήταν ξινό, πικρό σαν φαρμάκι, σαν την αψιθιά. Οταν το ήπιε απογοητεύθηκε, καταπικράθηκε και ξέχασε την προηγουμένη θαυμάσια γεύση που είχε. Βλέποντας τον λοιπόν λυπημένο ο Βασιλεύς τον ρώτησε:
— Είδες που δεν μπορείς να υποφέρεις την πικράδα του ποτού αυτού ή του φαγητού; Σου έδωσα να νιώσεις τον τελειότερο τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιος να Με υπηρετεί. Αυτή είναι ακριβώς η στενή και τεθλιμμένη οδός, η απάγουσα εις την ζωήν, εις την Βασιλείαν των Ουρανών.
— Μου φαίνεται πικρό το πράγμα, Δέσποτα. Ποιός μπορεί να σε υπηρετεί τρώγοντας ή και πίνοντας αυτό το φαρμάκι;
— Το πικρό το θυμάσαι αποκρίθηκε ο Βασιλιάς, το γλυκό το ξέχασες, Πριν από το πικρό δεν σου έδωσα το γλυκό;
— Ναι Δέσποτα, αλλά μου είπες ότι η οδός μοιάζει με το πικρό.
— Όχι, δεν σου είπα αυτό, κάτι άλλο. Η οδός αυτή βρίσκεται ανάμεσα στο πικρό και στο γλυκό. Το πικρό είναι οι κόποι και οι αγώνες και οι ιδρώτες για την αρετή ενώ το γλυκό και το νόστιμο είναι η δροσιά, είναι η ανάπαυσις και η παρηγοριά που προσφέρει η Αγαθότητά Μου σε όσους θλίβονται και υποφέρουν και μαρτυρούν για το χατήρι Μου. Δεν προσφέρω λοιπόν το πικρό μόνον, ούτε πάλι μόνον το γλυκό, αλλά πότε το ένα και πότε το άλλο. Το ένα διαδέχεται το άλλο. Αν θέλεις λοιπόν να Με υπηρετήσεις πες μου, να το ξέρω από τώρα.
— Δος μου και πάλι λέει, να τα δοκιμάσω και θα σου απαντήσω αποκρίθηκε ο μακάριος και Άγιος Ανδρέας.
Εκείνος του έδωσε πρώτα το πικρό και ο Ανδρέας καταπικραμένος του είπε:
— Δεν μπορώ να Σε υπηρετώ και να τρώω από αυτό το φαρμάκι, είναι πικρό και ανυπόφορο.
Ο Βασιλιάς χαμογέλασε και βγάζοντας από τον κόρφο του κάτι πύρινο και ανθηρό που μοσχοβολούσε του είπε:
— Πάρε και φάγε, για να ξεχάσεις όλα.
Πήρε πραγματικά και έφαγε. Για πολλή ώρα τόση ηδονή, τόση γλυκύτητα και χαρά, τόση ευφροσύνη, τόση μακαριότητα ώστε βρισκόταν εκτός εαυτού. Νόμιζε ότι ζούσε μέσα σε υπερβολικά ευωδία, δόξα, λαμπρότητα, θεία τερπνότητα.
Όταν συνήλθε έπεσε στα πόδια εκείνου του μεγάλου, Ουρανίου Βασιλέως και Τον παρακαλούσε:
— Ελέησέ με, Πανάγαθε Δέσποτα, και δέξε με να σε υπηρετώ, γιατί κατάλαβα πραγματικά πως η υπηρεσία σου είναι πολύ ευχάριστη.
— Πίστεψέ με, του λέει εκείνος ότι από τα πλούτη Μου, αυτό που σου έδωσα να γευτείς, είναι το πιο ασήμαντο! Ασφαλώς τώρα θα γυρίσεις πίσω. Στον υπόλοιπο χρόνο της ζωής σου, αν Με υπηρετήσεις σωστά και με αυταπάρνηση, τότε όσα έχω θα γίνουν δικά σου, θα γίνεις κληρονόμος της Βασιλείας Μου…

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.