Αὐ­τα­πά­τη Ὁ­ρι­σμός: Νά πι­στεύ­εις λά­θος πράγ­μα­τα γιά τόν ἑ­αυ­τό σου καί συ­νή­θως κο­λα­κευ­τι­κά.

Πα­ρά­δειγ­μα: “Ἔ­πρε­πε νά τήν δώ­ση σέ μέ­να τήν θέ­σι! Ἐρ­γά­ζο­μαι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λους, εἶ­μαι ὁ πι­ό ἔ­ξυ­πνος καί οἱ ἡ­γε­τι­κές μου ἱ­κα­νό­τη­τες εἶ­ναι πα­ρα­πά­νω ἀ­πό προ­φα­νεῖς”.

Ἡ ἴ­δια ἡ αὐ­τα­πά­τη καί ἡ ἄ­γνοι­α εἶ­ναι ἀ­πό μό­να τους τό με­γά­λο μεῖ­ον στή ζω­ή, ἄν ὄ­χι ἡ κα­τα­στρο­φή της.

Καί στήν ἐκ­κλη­σί­α βλέ­που­με ὅ­τι ἡ ἠ­θι­κή αὐ­τα­πά­τη αἰχ­μα­λώ­τι­σε πολ­λούς ἀ­πό τούς χρι­στια­νούς. Ἔ­τσι ἄλ­λοι ἐ­νῷ κυ­λί­ον­ται στήν ἁ­μαρ­τί­α καί στήν δι­α­φθο­ρά θε­ω­ροῦν τούς ἑ­αυ­τούς των ἠ­θι­κούς καί τέ­λει­ους.

Ἄλ­λοι πά­λι, ἔ­χον­τας κα­τορ­θώ­σει με­ρι­κές ἀ­ρε­τές νο­μί­ζουν, ὅ­τι ἔ­φθα­σαν στήν τε­λει­ό­τη­τα λέ­γον­τας ὁ κα­θέ­νας ἀ­πό αὐ­τούς αὐ­τό πού εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος ὁ νε­α­νί­σκος τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου· «Ταῦ­τα πάν­τα ἐ­φυ­λα­ξά­μην ἐκ νε­ό­τη­τος. Τί ἔ­τι ὑ­στε­ρῶ;­». Μέ τόν λο­γι­σμό αὐ­τό ἐ­ξα­πα­τοῦν τόν ἑ­αυ­τό τους καί κοι­μοῦν­ται μα­ζί μέ τήν ἁμαρτία καί μέ­σα στήν ἁ­μαρ­τί­α.

Ὁ «κα­τά φαν­τα­σί­αν» Χρι­στια­νός:

1. Δέ­χε­ται ἀ­μέ­σως τίς ἐ­πι­δρά­σεις τῆς κο­σμι­κῆς ζω­ῆς.
2. Ὁ προ­σα­να­το­λι­σμός του εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἐ­ξω­στρε­φής.
3. Ἡ πνευ­μα­τι­κή του ζωή μει­ώ­νε­ται ἀ­πό τίς ἐ­ξω­τε­ρι­κές ἐ­πι­δρά­σεις
4. Εἶ­ναι πι­στός στό βαθ­μό πού ἐ­κεῖ­νος φαν­τά­ζε­ται.
5. Στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή του ζω­ή κυ­ρια­ρχεῖ ὁ σε­βα­σμός τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν τύ­πων. Ἡ οὐ­σί­α τῶν τύ­πων τόν ἀ­φή­νει ἀ­δι­ά­φο­ρο.
6. Τό ἀ­γω­νι­στι­κό του ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τή ζω­ή τῆς πί­στεως καί τοῦ ἁ­για­σμοῦ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στά ὅ­ρια πού προσ­δι­ο­ρί­ζει ἡ ἀρ­χή τῆς ἀ­νώ­δυ­νης πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, ἡ ὁ­ποί­α δε­σπό­ζει στα­θε­ρά στό πνεῦ­μα του.
7. Προ­σέρ­χε­ται στά μυ­στή­ρια τῆς Ἐ­ξο­μο­λο­γήσεως καί τῆς θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ἐ­πει­δή πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι «κά­νουν κα­λό».
8. Πι­στεύ­ει στό Θε­ό, ὅ­ταν ἡ ζω­ή του εἶ­ναι χω­ρίς θλί­ψεις καί δο­κι­μα­σί­ες.
9. Τίς πα­ρεκ­κλί­σεις του ἀ­πό τήν εὐ­αγ­γε­λι­κή ἀ­λή­θεια τίς δι­και­ο­λο­γεῖ μέ τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ δι­και­ώ­μα­τος νά αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται.
10. Ὁ κα­τά φαν­τα­σί­α χρι­στια­νός κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πό αἰ­σθή­μα­τα ἀ­να­σφά­λειας.
11. Φο­βᾶ­ται τόν θά­να­το καί ὑ­πάρ­χει μέ­σα του ἡ ἀ­γω­νί­α γιά τό ἄ­γνω­στο τέ­λος τῆς ὑ­πάρξεώς του.

Ὁ πραγματικός Χρι­στια­νός:

1. Ἡ πνευ­μα­τι­κή του αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α εἶ­ναι εὐ­αγ­γε­λι­κή καί ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή. Τόν ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ οὐ­σί­α τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν τύ­πων.
2. Βα­σι­κός πνευ­μα­τι­κός στό­χος εἶ­ναι ὁ ἀ­δι­ά­λει­πτος δι­ά­λο­γός του μέ τόν ἔ­σω ἄν­θρω­πο τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ἐ­πι­δι­ώ­κει τήν νέ­κρω­σι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.
3. Στο­χεύ­ει πα­ράλ­λη­λα στήν ἐν Χρι­στῷ τε­λεί­ω­σι μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ.
4. Πυ­ξί­δα τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς του ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ πι­στή ἐμ­μο­νή του στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ.
5. Ὁ­λό­κλη­ρη την ζω­ή του τήν βι­ώ­νει προ­σευ­χη­τι­κά, κα­τά τό «ἀ­δι­α­λεί­πτως προ­σεύ­χε­σθε».
6. Εἶ­ναι ἄν­θρω­πος τῆς νή­ψεως καί τῆς ἐ­γρη­γόρ­σεως.
7. Βαδίζει θεληματικά τήν στε­νή καί τε­θλιμ­μέ­νη ὁ­δό τῶν θλί­ψε­ων καί ποι­κί­λων δο­κι­μα­σι­ῶν,
8 Ζεῖ στό πνευ­μα­τι­κό κλί­μα τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν.
9. Τήν γνῶσι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του τήν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται στόν φω­τι­σμό το­ϋ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Θέ­λει νά σκέ­πτε­ταί το «δέν εἶ­μαι τί­πο­τα, δέν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα κα­λό στόν ἑ­αυ­τό μου».
10. Ἀ­πο­κρού­ει κά­θε ἐ­σω­τε­ρι­κό λο­γι­σμό γιά κα­τά­κτη­σι κά­ποι­ας ἀ­ρε­τῆς ἤ ἁ­γι­ό­τη­τας.
11. Φρον­τί­ζει νά ἀ­γα­πᾶ τόν πλη­σί­ον του καί νά εἰ­ρη­νεύ­η, κα­τά τό δυ­να­τόν, μέ αὐ­τόν, ἀλ­λά καί νά ἀ­να­γνω­ρί­ζη τόν ἑ­αυ­τό του κα­τώ­τε­ρο ἐ­νώ­πιον ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων.
12. Ἡ μνή­μη τοῦ θα­νά­του εἶ­ναι ὁ κα­θη­με­ρι­νός του ἄρ­τος, πού τόν στη­ρί­ζει στόν δύ­σκο­λο δρό­μο τῆς στε­νῆς καί τε­θλιμ­μέ­νης ὁ­δοῦ.

Αὐ­τά εἶ­ναι τά γνω­ρί­σμα­τα τῆς αὐ­τα­πά­της καί μή καί τοῦ κα­τά φαν­τα­σί­αν καί ἀ­λη­θοῦς Χρι­στια­νοῦ.

π. Βενέδικτος Νεοσκητιώτης

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.