Μητροπολίτου Φαναρίου κ. Ἀγαθαγγέλου, Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

«Τό Ἑλληνικόν Ἔθνος ὀφείλει νά μή λησμονήσῃ ποτέ οὔτε τό πολεμικό ἄθλημα οὔτε τό φυλετικό ξερίζωμα. Ὅπως δέν ἐλησμό-νησεν ἐπί τέσσερες αἰῶνες τό 1453, ἔτσι δέν πρέπει νά λησμονῇ, ἀκόμη κι’ ἄν χρειαστοῦν αἰῶνες, τό 1922. Ἔθνη πού λησμονοῦν εὔκολα, εἴτε τούς θριάμβους των εἴτε τούς ὀλέθρους των, εἶναι καταδικασμένα σέ ἱστορικόν ἐξαφανισμόν. Χιλιοειπωμένο εἶναι αὐτό πού λέγω. Ἀλλά στήν πολυτάραχη ἐποχή τῶν ἀδοκίμων καί ἀλλοπροσάλλων νεοκραυγασμάτων πού ζοῦμε, σκόπιμο εἶναι νά ξανακούγωνται συχνότερα καί τά δόκιμα, τά συνετά, τά σταθερά χιλιοειπωμένα…».

Γεώργιος Ἀθανασιάδης Νόβας (πολεμικός ἀνταποκριτής-Πρωθυπουργός-Ἀκαδημαϊκός)

Ἡ ἁγιότητα, μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἰκογενειακή μας ὑπόθεση: «Γίνεσθε ἅγιοι, ὅτι ὁ πατήρ ἡμῶν ἅγιός ἐστι». Ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας εἶναι τρισάγιος. Ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τῶν Χριστιανῶν, εἶναι ἁγία καί Παναγία. Ὁ Χριστός, ὁ πρεσβύτερος ἀδελφός μας, εἶναι ἅγιος. Οἱ ἅγιοί μας εἶναι οἱ ἀδελφοί μας πού ἤδη τελείωσαν τόν ἀγώνα καί προαπολαμβάνουν τά βραβεῖα τῶν κόπων τους. Καί ἐμεῖς βρισκόμαστε στόν ἀγωνιστικό στίβο καί παλεύουμε. Ὅμως δέν εἴμαστε μόνοι, ἔχουμε τίς πρεσβεῖες καί τήν βοήθεια ὅσων ἀγωνίσθηκαν πρίν ἀπό ἐμᾶς καί ξέρουν τί σημαίνει ἀγώνας. Ἀρκεῖ μόνον να ζητήσουμε τήν βοήθειά τους. Αὐτό εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς συμμετοχῆς μας στήν παροῦσα σύναξη. Τά ἀναμμένα κάρβουνα τῆς μνήμης τοῦ τελευταίου ἀγγέλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀλησμόνητης Σμύρνης βγάζουν εὐωδία, ὅταν δέχονται τό λιβάνι τῆς καρδιᾶς καί τῶν δακρύων, τῆς τιμῆς καί τῆς μνήμης, τῆς ἱκεσίας καί τῆς παρακλήσεώς μας.

Ὁ ταπεινός μας λόγος, ἀπόψε, γιά τόν Ἅγιο καί Ἄγγελο τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀλησμόνητης καί αἱματοβαμμένης γῆς τῆς Ἰωνίας Ἱερομάρτυρα Χρυσόστομο, Μητροπολίτη Σμύρνης, τό πρωτοκορυφαῖο παράδειγμα θυσίας καί πίστης τῆς Μικρασιατικῆς Γενοκτονίας.

Σήμερα, ὅταν ἀναφέρουμε τήν λέξη Γενοκτονία ἡ σκέψη μας αὐτόματα πηγαίνει στά δύο τραγικά γεγονότα τοῦ αἰώνα μας, τήν Γενοκτονία τῶν Ἀρμενίων, τό 1915, ἀπό τούς Νεότουρκους, καί τό Ὁλοκαύτωμα τῶν Ἑβραίων, τό 1940-44, ἀπό τούς Ναζί. Στόν 20ό αἰώνα διαπράχθηκαν, ἀλλά καί διαπράττονται ὥς τίς ἡμέρες μας, ἐγκλήματα Γενοκτονίας καί σέ ἄλλους λαούς, πού συνειδητά ἡ ἐξουσία τοῦ κόσμου τούτου προσπάθησε καί προσπαθεῖ νά ὑποβαθμίσει. Ἕνας ἀπό αὐτούς τούς λαούς, πού ἔχει ὑποστεῖ ὅλες τίς μορφές καί τίς μεθόδους ὁλοκαυτώματος εἶναι καί ὁ Ἑλληνισμός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μέ ἀποκορύφωμα τήν Γενοκτονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦ Πόντου.

Ἐφέτος συμπληρώθηκαν 100 χρόνια ἀπό τήν Μικρασιατική Κατά-στροφή. Τό ξερίζωμα τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν σέ ὅλες τίς περιοχές τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Γῆς τῆς Ἰωνίας, τοῦ Πόντου, τῆς Θράκης, οἱ βίαιοι ἐξισλαμισμοί, οἱ ἐξορίες, οἱ ἐκτελέσεις, τά τάγματα ἐργασίας, πού εἶχαν ἀρχίσει πρίν πολλά χρόνια, εἶναι γεγονότα πού συνέβησαν τότε καί δέν ἀποτελοῦν μεταφυσικές ὑποθέσεις, πού ἐπαφίενται στήν κρίση τῶν ἀναζητήσεων ἑκάστου ἤ τά κριτήρια τῆς ἰδεοληψίας του, ἀλλά εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Γένους μας καί τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, χειροπιαστή, βιωμένη, ζῶσα, καθημερινή μνήμη. Εἶναι μαρτυρία πιστότητας στήν συνείδηση, εἶναι ἱστορία πόνου, θυσίας, ἀγώνων, αἵματος, δακρύων, θανάτου ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος. Ἑλληνικές ἐπαρχίες καταστράφηκαν ἐντελῶν ἐκ θεμελίων. Τά δεινοπαθήματα, τά ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ ἐκδιωχθέντες ἀπό τίς πατρογονικές ἑστίες τους Ἕλληνες εἶναι ἀνεκδιήγητα. Ἔτσι, ὁμογενής πληθυσμός ἀπό 700.000-800.000 ψυχές, ξεριζωμένος, διασπαρείς ἀνά τά ὄρη, τά σπήλαια, τίς χαράδρες καί τά τουρκικά χωριά, ὑπέστη τόν ἐξ ἀσιτίας, τοῦ ψύχους, τῶν στερήσεων καί τῶν ἐκτελέσων ἐν γένει θάνατο . Ἱστορικά δέ καλεῖται καί πάλι αὐτή ἡ Πατρίδα σέ ἕναν κόσμο, ὅπου ὑπάρχει ἡ πρόκληση νά ξεχνᾶμε ἤ νά ἀγνοοῦμε ἤ νά ἑρμηνεύουμε αὐθαίρετα τήν ἱστορία, καί ἡ ραγδαία διάδοση τῶν προκλητικῶν προτάσεων τῆς παγκοσμιοποιήσεως, νά διαχειρισθεῖ τήν εὐθύνη τῆς ἐπανάκτησης τοῦ συλλογικοῦ μας παρελθόντος πού πρέπει νά εἶναι μεταξύ τῶν πρώτων μας σχεδιασμῶν.

Σ’ αὐτό τό ἱστορικό πλαίριο ἐκείνων τῶν δίσεκτων καί ζοφερῶν χρόνων ἔζησε καί ἔδρασε ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Χρυσόστομος, Μητροπολίτης Σμύρνης, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στίς 8 Ἰανουαρίου 1867 στήν Τρίγλια τῆς Βιθυνίας. Ἦταν γιός τοῦ Νικολάου Καλά-φάτη καί τῆς Καλλιόπης Λεμονίδου, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν συνολικά ὀκτώ παιδιά. τέσσερα ἀγόρια καί τέσσερα κορίτσια. Ὁ πατέρας του ἦταν νομομαθής καί ἀντιπροσώπευε συμπολίτες τοῦ ἐνώπιον τῶν τουρκικῶν δικαστηρίων. Ἐπίσης, ἀναμιγνυόταν στά κοινά καί ἐκλεγόταν δημογέροντας. Ἡ μητέρα του ἦταν εὐλαβής χριστιανή καί ἀναφέρεται ὅτι τόν εἶχε τάξει στήν Παναγία. Ὁ Χρυσόστομος ἐκδήλωσε νωρίς τήν ἐπιθυμία του νά γίνει κληρικός. Οἱ γονεῖς τοῦ ἔγιναν ἀρωγοί στήν ἐπιθυμία τοῦ στέλνοντας τόν στη Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, ὅπου εἶχε τήν τύχη νά ἔχει σπουδαίους δασκάλους. Εἶχε ἐπίσης τήν τύχη νά ἀναλάβει τά ἔξοδα τῶν σπουδῶν του ὁ Μητροπολίτης Μυτιληνης καί μετέπειτα Οικουμενικος Πατριάρχης Κωνσταντινος Βαλιάδης, ὁ ὁποῖος τόν γνώρισε σέ μιά ἐπίσκεψή του στή Σχολή καί ἐκτίμησε τίς ἐπιδόσεις του. Ὁ Χρυσόστομος ἀποφοίτησε ἀπό τή Σχολή μέ «ἄριστα». Ὁ Μητροπολίτης Κωνσταντῖνος τόν χειροτόνησε διακονο καί τόν προσέλαβε ὡς ἀρχιδιάκονο στη Μητρόπολη Μυτιλήνης καί κατόπιν στή Μητρόπολη Ἐφέσου, ὅπου μετατέθηκε. Στις 2 Ἀπριλίου 1897, ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσου Κωνσταντῖνος ἐξελέγη Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Στις 18 Μαΐου του ἴδιου ἔτους χειροτόνησε πρεσβύτερο τόν Χρυσόστομο καί τόν χειροθέτησε Μέγα Πρωτοσύγκελλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πά-τριαρχείου. Ἀπό τή θέση αὐτή προήδρευσε μικτῆς ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων καί Ἀγγλικανών μέ θέμα τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη συνετέλεσε στή ματαίωση τῶν σχεδίων τῆς Πανσλαβιστικῆς Ἐταιρείας, πού ἐπεδίωκε τήν ἀλλοίωση τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτήρα τοῦ Ἁγίου Ὅρους καί τόν ἐκσλαβισμό τῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας και Ιεροσολύμων.

Ἐκλέγεται παμψηφεί, στις 23 Μαΐου 1902, Μητροπολίτης Δράμας. Τήν ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς του, ἀπευθυνόμενος στόν Πατριάρχη, εἶπε τά ἑξῆς προφητικά: «Ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ θά ὑπηρετήσω τήν Ἐκκλησίαν καί τό Γένος, καί ἡ μίτρα, τήν ὁποίαν αἵ ἅγιαι χεῖρες σου ἐναπέθεσαν ἐπί τῆς κεφαλῆς μου, ἐάν πέπρωται νά ἀπολέση ποτέ τήν λαμπηδόνα τῶν λίθων της, θά μεταβληθῆ εἰς ἀκάνθινον στέφανον μάρτυρος ἱεράρχου», πράγμα πού ἔγινε 20 χρόνια ἀργότερα.

Ὡς πρῶτο μέλημα τοῦ ὁ Ἅγιος ἔθεσε τήν ἐνίσχυση τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητας, τῶν φιλεκπαιδευτικῶν σωματείων καί τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Μέ πρωτοβουλία του ἀνεγέρθηκε πληθώρα ἑλληνικῶν σχολείων. Ἐπίσης, μέ ἐνέργειές του κτίσθηκαν τά Ἐκπαιδευτήρια Δράμας τό 1907. Κατά τήν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας του ἀντιμετώπισε τίς τρομοκρατικές ἐνέργειες τοῦ βουλγαρικοῦ κομιτάτου καθώς καί τήν τότε ρουμανική προπαγάνδα καί ἀνέπτυξε ἔξοχη ἐθνική δράση, συγκρατώντας τούς πεπλανημένους, ἐνθουσιάζοντας τούς λιγόψυχους καί ἀναλαμβάνοντας ὁ ἴδιος τή διεύθυνση τοῦ Ἀγώνα κατά τῶν Βουλγάρων κομιτατζίδων. Ο Χρυσόστομος ἀνέπτυξε συνεργασία μέ τή Δημογεροντία τῆς Δράμας καί ὀργάνωσε σώματα Μακεδονομαχων, ντόπιων ἀλλά καί προερχόμενων ἀπό ἄλλες περιοχές τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Παράλληλα, ἔκτισε μεγαλοπρεπῆ Ναό στη Δράμα, μέγαρο Μητροπόλεως, σχολές ἀρρένων καί θηλέων, νοσοκομεῖο καί γυμναστήριο, ἐνῶ ἵδρυσε καί μουσικούς ὀμίλους. Ἐπίσης φρόντισε γιά τήν ἀνέγερση οἰκιῶν γιά τούς καπνεργάτες, ἰδρύοντας καί πολλά φιλανθρωπικά καταστήματα, ὀρφανο-τροφεῖα, γηροκομεῖα καί ἄλλα κοινωφελῆ καθιδρύματα. Ἡ ἐθνική αὐτή δράση τοῦ Χρυσοστόμου ἀνησύχησε τήν τουρκική διοίκηση, ἡ ὁποία καί ἀναφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπιτυγχάνοντας τήν ἀνάκλησή του ἀπό Μητροπολίτη τόν Ὀκτώβριο του 1907. Διασώζεται τό γεγονός πώς ὁ Χρυσόστομος ἀναχώρησε ἀπό τή Δράμα συνοδευόμενος ἕως τό σιδηροδρομικό σταθμό τῆς πόλης ἀπό ὁλόκληρο τόν ἑλληνικό πληθυσμό της. Τόν Ἰούλιο του 1908, παραχωρήθηκε ἀπό τούς Ὀθωμανούς γενική ἀμνηστία μέ τήν ἀνακήρυξη τοῦ Συντάγματος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί ἔτσι ὁ Χρυσόστομος βρῆκε τήν εὐκαιρία νά ἐπιστρέψει στό ποίμνιό του στή Δράμα, τόν Αὔγουστο του 1908. Ἡ ἀκατάπαυστη δραστηριοποίηση τοῦ Χρυσοστόμου σέ ὅλα τα ἐπίπεδα γιά τήν προάσπιση τοῦ Ἕλλη-νισμοῦ ἐνάντια στίς βιαιότητες τῶν Κομιτατζήδων γιά τόν ἐκβουλγαρισμό του, ὁδήγησε γιά μιά ἀκόμη φορά, Ὀθωμανούς καί Βούλγαρους νά ζητήσουν τήν ἀπομάκρυνσή του μέ τή δικαιολογία τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Χρυσοστόμου προκαλεῖ τή διασάλευση τῆς τάξης. Τελικά πέτυχαν τή δεύτερη καί ὁριστική ἀπομάκρυνσή του Χρυσοστόμου ἀπό τή Δράμα τόν Ἰούνιο τοῦ 1909.
Στις 11 Μαρτίου 1910, ὁ Χρυσόστομος μετετέθη στη Σμύρνη, ὡς Μητροπολίτης Σμύρνης. Στή Σμύρνη συνέχισε τούς ἐθνικούς ἀγῶνες, ὀργανώνοντας μάλιστα πάνδημο συλλαλητήριο ὥστε νά καταγγείλει τίς βιαιότητες τῶν Βουλγάρων στή Μακεδονία ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων καί τήν ὑποστήριξη τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν πρός τή βουλγαρική προπαγάνδα. Ὁ ὑπουργός θρησκευμάτων τοῦ Σουλτάνου ζήτησε τήν ἀνάκλησή του ἀπό τή Σμύρνη καθώς οἱ τουρκικές ἀρχές εἶχαν θορυβηθεῖ ἔντονα ἀπό τήν πολυσχιδῆ δράση του ὑπέρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Στίς 20 Αὐγούστου 1914, Τοῦρκοι ἀστυνομικοί ἀπομακρύνουν τόν Μητροπολίτη καί τόν ὁδηγοῦν στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Χρυσόστομος ἐπιστρέφει στή Σμύρνη μετά την Ανακωχή τοῦ Μούδρου, το 1918, ἐνῶ ἡ ὑποδοχή του πίσω στήν πρωτεύουσα της Ιωνίας ηταν παλλαϊκή.

Κατά τά ἔτη 1919 εως 1922, ὁπότε καί ἡ περιοχή τῆς Σμύρνης βρί-σκόταν ὑπό Ἑλληνική Διοίκηση, ὁ Χρυσόστομος ἀποτελοῦσε τόν ἐθνάρχη τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μάλιστα ἦταν ὁ ἐμπνευστῆς τῆς «Μικρασιατικῆς Ἄμυνας» γιά τή δημιουργία αὐτόνομου κράτους σέ περίπτωση ἥττας τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἡ κατάρρευση τοῦ Μικρασιατικοῦ μετώπου, τόν Αὔγουστο τοῦ 1922, ἀπογοήτευσε τόν Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος ἀποδοκίμασε τά σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων για τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου ἀπό τη Μικρά Ἀσία, ἐνῶ ταυτόχρονα ζητοῦσε ἔντονα ἀπό τήν Ἑλληνική Κυβέρνηση τρόπους, ἕως τήν ὕστατη ὥρα, γιά τή διάσωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπό τήν ἐπερχόμενη σφαγή.

Τό ἀπόγευμα τῆς 27ης Αὐγούστου, Τοῦρκος ἀρχιαστυνόμος μαζί μέ ἔνοπλους στρατιῶτες, μετέβη στά γραφεῖα τῆς Μητρόπολης Σμύρνης καί διέταξε τόν Χρυσόστομο νά παρουσιασθεῖ στόν Τοῦρκο στρατιωτικό διοικητή Νουρεντίν πασά, μαζί μέ τούς Ἕλληνες Δημογέροντες τῆς Σμύρνης. Ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος προσήχθη ἐνῶπιον τοῦ Νουρεντίν στό Διοικητήριο. Ἐκεῖ ὁ τοῦρκος διοικητής τόν κατηγόρησε γιά τή φιλελληνική του στάση καί τίς ἐνέργειές του ἐναντίον τοῦ τουρκικοῦ ἔθνους καί ἀφοῦ τόν ἐξύβρισε τόν παρέδωσε στούς ἐξαγριωμένους Τούρκους πού εἶχαν κατακλύσει τήν πλατεία τοῦ Διοικητηρίου.

Ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος ἐγκωμιάζεται, διότι ἔδρασε στὴν πρω-τεύουσα τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴ Σμύρνη, ποὺ ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἐκκλησιαστικῆς της ἱστορίας σημαδεύθηκε ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου, τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε μὲ βεβαιότητα ὅτι ἀκολούθησε ἐνσυ-νείδητα καὶ ὁ Χρυσόστομος μὲ τὸ δικό του μαρτύριο. Διότι, ὅπως πληροφορούμεθα ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου, ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ τὸν προέτρεπαν νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Σμύρνη, ὅταν πληροφορήθηκαν τὸ ξέσπασμα τοῦ διωγμοῦ ἐναντίον τους, «ὁ θαυμασιώτατος Πολύκαρπος τὸ μὲν πρῶτον ἀκούσας οὐκ ἐταράχθη, ἀλλ ̓ ἐβούλετο κατὰ πόλιν μένειν». Ὁ Χρυσόστομος προβάλλεται ἀκόμη, σὲ ἕνα ρητὸ ἁγιολογικὸ πλαίσιο, ὡς «ὁ ἄγγελος τῆς ἐν Σμύρνῃ ἐκκλησίας», ὁ «ἄγρυπνος καὶ χριστομίμητος ποιμήν», ὁ ὁποῖος «ἠγωνίσατο καθ ̓ ὅλην τὴν ζωήν του πρὸς τὰς ἀντιθέτους ἀρχάς• “πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ αἰῶνος τούτου” (Ἐφεσ. 3. 12) ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του, ἄπτωτος, ἀκλινής, ἀδαμάντινος», συγκρίνεται δὲ μὲ τοὺς Μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς ὁ Ἀθανάσιος καὶ Χρυσόστομος, κατακρεουργούμενος καὶ ἀπαγχονιζόμενος, ὡς ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Γρηγόριος Ε ́». Ἄλλωστε, ἤδη ἀπὸ πολὺ νωρὶς διαμορφώθηκε ἡ εἰκόνα του ὄχι ἁπλῶς ὡς ἑνὸς προτύπου ἐθνομάρτυρος ἀλλὰ καὶ Ἱερομάρτυρος τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀκολούθησε μὲ ἀπόλυτη πιστότητα τὸ ὑπόδειγμα τῶν μεγάλων Ἁγίων προκατόχων του. Τὸ δὲ σταθερὸ μαρτυρικὸ φρόνημα τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης παρέμεινε ἀμείωτο ὣς τὸ τέλος τοῦ μαρτυρικοῦ του βίου, ὅπως καταγράφεται ἀπὸ τὸν ἴδιο, μὲ ἕνα σημείωμα λίγων γραμμῶν, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ σύλληψη καὶ τὸ μαρτύριό του, ὅπου ἐξέφραζε τὶς μύχιες σκέψεις του μὲ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Ψαλμῶν: «Κύριος φωτισμός μου καὶ Σωτήρ μου- τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου• ἀπὸ τίνος δειλιάσω;».

Καὶ μπορεῖ πράγματι νὰ πεῖ κάποιος πὼς αὐτὸ τὸ φρόνημα τοῦ ἐμφυσοῦσε καὶ ὁ σχετικὸς λόγος τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν ἐπίσκοπο τῆς Σμύρνης, στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννη: «Μηδὲν φοβοῦ ἃ μέλλεις παθεῖν… γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» (Ἀποκ. 2, 10). Αὐτὴ ἡ εἰκόνα καταγράφεται καὶ ἀπὸ τὸν ἰδιαίτερο γραμματέα τοῦ Χρυσοστόμου στήν Σμύρνη Λεωνίδα Φιλιππίδη, σὲ ἕνα σημαντικὸ ἄρθρο – ἐπιστολή του, ὅπου ὁ Χρυσόστομος προβάλλεται ὡς ἀληθὴς ἅγιος καὶ μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα, σημειώνει μὲ ἔμφαση ὅτι ἡ ἐπισκοπιανὴ συνέλευση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀμερικῆς εἶχε ἤδη διαμαρτυρηθεῖ γιὰ τὴν παραγνώριση τῶν δικαίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ εἶχε ἀνακηρύξει «αὕτη πρώτη καὶ παμψηφεὶ ἄγιον καὶ μάρτυρα τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τὸν ὄντως τοιοῦτον καὶ ὡς ἀληθῶς καὶ πρᾶγμα καὶ ὄνομα, Χρυσόστομον, τὸν τρισβαρβάρως κρεουργηθέντα Μητροπολίτην». Ἐπιπλέον, ὁ Λεωνίδας Φιλιππίδης, θυμᾶται τά τελευταία λόγια τοῦ Γέροντός του καί καταγράφει μία ἄμεση μαρτυρία γιὰ τὴν συνειδητὴ ἐπιμονὴ τοῦ Χρυσοστόμου νὰ παραμείνει στὴ Σμύρνη, μιμούμενος τὸν Ἅγιο Πολύκαρπο: «Ὅτε ἀπεχαιρέτιζον τὸν ἀείμνηστον νεομάρτυρα Μητροπολίτην Σμύρνης ἅγιον Χρυσόστομον, παρ ̓ ᾧ ἐτιμήθην ὡς ἰδιαίτερος γραμματεύς του, ὅτε μᾶλλον ὁ ἴδιος μὲ παρώρμα ν ̓ ἀπέλθω πρὸς τὴν ἐλευθέραν πατρίδα, μικρὸν πρὸ τῆς εἰσόδου τῶν βαρβάρων, μοῖ εἶπεν ἐπὶ λέξει• ., «Εἶμαι 54 ἐτῶν δίς ἐξωρίσθην καί πλειστάκις ὑπέφερα τά πάνδεινα… Θεέ μου, ἐγώ νά ἐγκαταλείψω τήν Σμύρνην καί τήν Μητρόπολίν μου; Ποτέ! Θά μέ καταδιώκη ἡ σκιά τοῦ Ἱεροῦ Πολυκάρπου καί τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε ́ ὡς ἀνάξιον διάδοχόν του. Εἴθε μόνον νά ἠξιούμην τάχιστα νά ἑνωθῶ μετ ̓ αὐτῶν, καθ ̓ ὅν και ἐκεῖνοι τρόπον, διότι ζῶν, οὐδέν πλέον ἔχω νά ἐλπίζω• θνήσκων, ἴσως ἐνισχύσω καί ἄλλους, ἵνα μένωσι πιστοί εἰς τό καθῆκον καί ποιμαίνωσι τό ποίμνιον και ἐν οὐρανοῖς, ἐκτελοῦντες ὅσα κηρύττουσιν• ἴσως-ἴσως τό αἷμα, τό ὁποῖον θά χύση ἄφθονον ὁ σφαγεύς καί μέ τό ὁποῖον θα πορφυρωθῶσιν αἱ χρυσαί σελίδες τῆς συγχρόνου Ἱστορίας, ἴσως συγκλονίσῃ τήν ἀνθρωπίνην συνείδησιν, ἴσως φωτίσῃ τόν νοῦν καί θερμάνῃ τήν καρδίαν των• καί προσμένω ἀταράχως ὅ,τι ἡ θεία ΙΙρόνοια μοῦ ἐπιφυλάσσει… » .

Ἀπὸ τὶς μαρτυρίες αὐτὲς μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε γιατί ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης ἀποτελεῖ τὸ πιὸ μεγαλόπνοο ὑπόδειγμα ἀληθοῦς μάρτυρος καὶ γνησίου ποιμένος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως σημειώνει καὶ ὁ Ἠλίας Βενέζης• «ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος ἦταν ὁ προορισμένος ἀπὸ τὴν Ἱστορία νὰ συγκεντρώση ἀπάνω του τὸ φῶς: νὰ τὸν θυμοῦνται οἱ Ἕλληνες, νὰ τοῦ κάνουν ἀγάλματα, νὰ διδάσκουν τὸ παράδειγμά του στὰ παιδιά, στὰ σχολεῖα, νὰ τὸν ἀνακηρύξουν αὔριο, κατὰ πὼς πρέπει, Ὅσιο καὶ Ἅγιο… ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος ἔγινε σύμβολο. Καὶ τὰ σύμβολα εἶχαν πάντοτε τὴ δύναμη τῶν προφητῶν». « Ὁ Κεμαλικός στρατός εἰσελθῶν εἰς τήν Σμύρνην, προέβη εἰς παντός εἴδους λεηλασίας καί ἁρπαγάς, εἰς ἐμπρησμούς καί σφαγάς. Ὅλαι αἱ Ἑλληνικαί καί Ἀρμενικαί συνοικίαι τῆς Ἰωνικῆς πρωτευούσης παρεδόθησαν εἰς τό πῦρ. Κατά χιλιάδες δέ ἀριθμοῦνται οἱ φονευθέντες ὑπό τῶν Κεμαλικῶν στιφῶν. »Μεταξύ τῶν ἡρωικῶν θυμάτων τῆς Σμύρνης καταλέγεται ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος. Οὗτος κατά τό ὑπόδειγμα τοῦ καλοῦ Ποιμένος, ὅστις «τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» παρέμεινεν ἐν τῇ πόλει, τήν ὁποίαν ἅπαντες πλέον εἶχον ἐγκαταλείψει, διά νά ἐνισχύση τό πικρότατα δοκιμασθέν ποίμνιόν του. Ἀνανεῶν δέ τό παράδειγμα τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος ἀπέθανε καί αὐτός ἑκατόν ἔτη μετ’ ἐκεῖνον, ἀφοῦ πρότερον ἐδοκίμασε παντοειδεῖς ὕβρεις καί ἐξευτελισμούς ἀπό τούς ἀνόμους φονεῖς του. »Ὁ θάνατος τοῦ μάρτυρος τούτου συγκινεῖ βαθέως τούς ἁπανταχοῦ χριστιανούς καί ἐπαναφέρει ζωηράν την ἀνάμνησιν τῶν σκοτεινῶν τῆς δουλείας χρόνων, καθ’ οὗς συχνά οἱ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ποιμένες καί ἀρχιερεῖς προσέφεραν τήν ζωήν των εἰς τόν βωμόν τῆς πολεμουμένης Πίστεως καί τῆς δυναστευομένης Πατρίδος.

Τό μαρτύριο ὅμως τοῦ αἵματος, πού ὑπέστη ὁ Χρυσόστομος, κατά την Κυριακή 28 Αὐγούστου 1822, ἦρθε ὡς ἐπισφράγισμα στό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, πού ἐνσυνείδητα καί ἐλεύθερα σάν ἔφηβος φοιτητής, στό μυρίπνοο νησί τῆς Χάλκης, στήν περιώνυμη ἐκεῖ Θεολογική Σχολή, εἶχε προεπιλέξει καί προαποφασίσει ὁ ἴδιος. Ὁ Χρυσόστομος ἦταν ἰσόβιος μάρτυρας, καρφωμένος στόν Σταυρό τοῦ καθήκοντος, σέ ὅλα τά στάδια τῆς πολύπλαγκτης ζωῆς του. Δέν ἀποφάσισε νά μαρτυρήσει, βλέποντας τά βάρβαρα στίφη τοῦ δαιμονῶντος ὄχλου. Ἁπλά, τότε κατάλαβε ὅτι «ἐλήλυθεν ἡ ὥρα» τοῦ σταυροῦ. Καί ὁ Σταυρός τοῦ μαρτυρίου του ἦταν ὅπως τόν εἶχε ὁραματιστεῖ, λέγοντας, «θέλω μεγάλον σταυρόν». Καί τότε, διωκόμενος, εὐλογοῦσε• σφαττόμενος, ἐδόξαζε τόν Πρωτομάρτυρα τῆς πατρικῆς ἀγάπης, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

Αὐτός ἦταν ὁ Χρυσόστομος• μικρός τό δέμας, μέγας στό φρόνημα, μέγας στίς ἰδέες• Μέγιστος στό μαρτύριο. Τί σημαίνει δέ ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἀγάπησε τό ποίμνιό του; Σημαίνει ἀκριβῶς ὅτι αὐτός ἔμεινε πίσω, γιά νά γλιτώσουν οἱ Σμυρνιοί καί ὅλοι ὅσοι εἶχαν μαζευτεῖ ἀπό τά βάθη τῆς Ἀνατολίας. Δηλαδή, ἄν οἱ Ἴωνες ζοῦν καί μεγαλουργοῦν, ἐκεῖνος ἔμεινε πίσω. Αὐτοί γέμισαν τά καράβια τῆς προσφυγιᾶς, ἀλλά ἐκεῖνος ἔμεινε πίσω. Ἐκεῖνος τούς ἔστειλε πίσω στήν Μητροπολιτική Ἑλλάδα καί ἀλλοῦ. Καί ἐκεῖνος ἔμεινε πίσω, κομματιασμένος ἀπό τά μανιασμένα κοπάδια. Τό 1922 μαρτύρησε. Τό 1923, τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας προτείνει σέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νά τιμηθεῖ ἡ μαρτυρική ἁγιότητα τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐνῶ τό 1929, στίς 24 Νοεμβρίου, ψαλλόταν μεγάλο ἀρχιερατικό μνημόσυνο στήν Ἀλεξάνδρεια ἀπό τόν Πατριάρχη Φώτιο. «Δέν ἀπέμεινεν ἴχνος τοῦ σώματος, μετά τό τρομερόν μαρτύριον, τό ὁποῖον ὑπέστη μέ θείαν καρτερίαν ὁ ἱεράρχης αἰσθανόμενος ὅτι ἐτέλει την στιγμήν ἐκείνην ὑστάτην λειτουργίαν, ὅτε τό ἰδικόν του σῶμα ἦτο τό ὑπέρ πολλῶν ἐκχυνόμενον…», σημειώνει τό χρονικό τῆς ἐποχῆς.

Kάθε λαός ἔχει δικαίωμα καί ἱερό χρέος νά θυμᾶται καί νά τιμᾶ τήν ἱστορία του. Νά γνωρίζει τά ἀδικήματα πού διαπράχθηκαν ἐναντίον του καί ἐναντίον τῶν ἄλλων λαῶν. Ἡ σημερινή πραγματικότητα δέν δικαιολογεῖ τήν ἄγνοια καί τήν λήθη. Ὅταν κανείς ἀργοπορεῖ ἀπέναντι στήν ἱστορία, αὐτή τόν ἐκδικεῖται. Ἡ μνήμη τῆς ἱστορίας καί ἡ ἀνάληψη τῆς ἱστορικῆς εὐθύνης προφυλάσσει ἀπό τά ἴδια τρομακτικά λάθη καί προσφέρει ἕνα δυναμικό μήνυμα λύτρωσης ὄχι μόνο στούς φυσικούς, ἀλλά καί τούς ἠθικούς αὐτουργούς τοῦ κακοῦ.

Ὡς κατακλεῖδα ἐπέλεξα νά σᾶς διαβάσω τήν συγκλονιστική περι-γραφή τοῦ τέλους τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης ἀπό ἕναν αὐ-τόπτη μάρτυρα. Τίς περιγραφές αὐτές κάνει ὄχι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἴσως μποροῦμε νά ἀμφισβητήσουμε τήν ἀκρίβεια τῶν λόγων του, οὔτε κι ἕνας ραψωδός πού μεγεθύνει τά γεγονότα στήν ἐξιστόρησή τους, ἀλλά ἕνας ἐπιστήμονας, αὐτόπτης συγκλονιστικοῦ γεγονότος, ὁ ἀκαδημαϊκός καθηγητής Γεώργιος Μυλωνᾶς, καί μάλιστα σέ ὁμιλία του ἐπίσημη, στίς 14 Δεκεμβρίου 1982, στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν.

Παραθέτουμε αὐτούσια τά τελευταῖα λόγια τῆς ὁμιλίας:

«Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω την ομιλία μου με μία προσωπική μαρτυρία, που για πρώτη φορά εξομολογούμαι. Κατά τις τελευ-ταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μία ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ’ ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ’ αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες μ’ επικεφαλής Τουρκοκρήτα παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο. Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή.

Καραγιάννης Ανδρέας

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.