Στην παιδική μου ηλικία, είχα τη συνήθεια να στέκομαι μπροστά στις εικόνες των Αγίων, για να διαβάζω και αποστηθίζω τα ρητά που αναγράφονταν στα ειλητάρια που κρατούσαν στα χέρια τους.

Εκείνο που μου άρεσε περισσότερο και το αποστήθισα αμέσως, ήταν το εξής: «Μοναχός εστίν αληθινός, ο μηδέν έχων εν τω παρόντι βίω, ει μη τον Χριστόν μόνον».

Αν, Σεβασμιώτατε, μου ζητούσατε να σκιαγραφήσω με δύο λόγια την οσιακή μορφή του Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτη, για τον οποίον με καλέσατε να μιλήσω σ’ αυτή τη σύναξή σας, και σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό, αυτό το ρητό θα χρησιμοποιούσα.

Γιατί πράγματι, ο παπα-Έφραίμ ο Κατουνακιώτης (έτσι ήταν γνωστός στο Άγιον Όρος) υπήρξε αληθινός μοναχός και σαν αληθινός μοναχός δεν είχε τίποτε άλλο σε αυτόν τον κόσμο, παρά μόνο τον Ιησού Χριστό.

Ανήκει και αυτός στη χορεία αυτών των ανθρώπων, των αγιασμένων ανθρώπων, των οποίων «ουδείς κλήρος, ει μη Χριστός Ιησούς, και αυτός εστί το μόνιμον και αιώνιον αγαθόν» (Διαθήκη Κτητόρων Ι.Μ. Βαρλαάμ).

Στο Γεροντικό αναφέρεται πως κάποτε ο Όσιος Μακάριος ο Αυγύπτιος, επισκέφθηκε τους μοναχούς της Νιτρίας, οι οποίοι τον παρακάλεσαν να τους πεί λόγια ωφέλιμα. «Εγώ δεν έχω γίνει ακόμη μοναχός» τους είπε ο περίφημος ασκητής, «μα ο Θεός με αξίωσε να ιδώ και να συνομιλήσω με πραγματικούς μοναχούς». Και διηγήθηκε στη συνέχεια τη συνάντηση που είχε με δύο ολόγυμνους ασκητές στη βαθυτέρα έρημο, οι οποίοι είχαν 40 ολόκληρα χρόνια εκεί χωρίς να δούν άλλον άνθρωπο. Στην παράκλησή του να τον διδάξουν πως θα μπορούσε να γίνει πραγματικός μοναχός, εκείνοι του είπαν να κόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο και θα τα καταφέρει. «Μα εγώ είμαι άνθρωπος αδύνατος και δεν μπορώ να τα καταφέρω όπως εσείς», αποκρίθηκε ο Μέγας εκείνος Μακάριος. «Τότε μένε στο κελί σου και κλάψε τις αμαρτίες σου», του είπαν. «Η μοναξιά», συνέχισε τη διήγησή του ο αββάς Μακάριος, «τους είχε δώσει κάποια αποτομία στην ομιλία». Στα πρόσωπά τους όμως ήταν διάχυτη γλυκύτητα και οσιότητα. «Πως αντέχετε στις καιρικές μεταβολές;» τους ρώτησε πάλι. Είχε εντυπωσιασθεί από τη γύμνια τους. «Ο Θεός», του είπαν, «που προνοεί για όλα του τα πλάσματα, έκανε και σ’ εμάς τούτη την οικονομία. Ούτε χειμώνα κρυώνουμε, ούτε η ζέστη του καλοκαιριού μας βλάπτει». Παρατήρησε τότε ο αββάς Μακάριος πως το σώμα τους ήταν προφυλαγμένο με τρίχες μεγάλες σαν προβιά. Τότε ταλάνισε τον εαυτόν του και είπε πως «εγώ που έχω το κελί μου και συντροφιά τόσων αδελφών, δεν έχω γίνει ακόμη μοναχός». Αν αυτό πίστευε για τον εαυτόν του ο Μέγας εκείνος Μακάριος, εμείς τι να πούμε για τον εαυτόν μας; Όμως δοξάζουμε τον καλό Θεό που μας αξίωσε να γνωρίσουμε πραγματικούς μοναχούς «με γλυκύτητα και οσιότητα» με ταπείνωση και απλότητα, με φωτισμό και χάρη. Κορυφαίος ανάμεσα σε αυτούς ο υψιπέτης αετός της ερήμου των Κατουνακίων, ο γλυκύς παπα-Εφραίμ. Άνθρωπος με ήθος και ύφος καλογερικό, όπως λέμε στο Άγιον Όρος «επίγειος όντως άγγελος και ουράνιος άνθρωπος». «Φως πάντων ανθρώπων» (Αγ. Ιωάννου Σιναίτου P.M. 80,1120) και «λύχνος πανταχού της γης λάμπων» (Ι. Χρυσοστόμου ΟΒ΄ εις Ματθαίον) που μόνον τον Χριστό είχε μέσα του σαν το πολυτιμότερο απόκτημα και θησαύρισμα.

Γεννήθηκε στο Αμπελοχώρι Θηβών στις 6 Δεκεμβρίου ανήμερα του Αγίου Νικολάου του 1912. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτώρια. Στο άγιο βάπτισμα ονομάστηκε Ευάγγελος και είχε άλλα τρία αδέλφια, τον Επαμεινώνδα, την Ελένη και τον Χαράλαμπο. Οι γονείς του ήσαν πτωχοί γεωργοί και ζούσαν όλοι στο σπίτι του παππού του παπα-Νικήτα, που ήταν και ο εφημέριος του χωριού. Ο Γέροντας έζησε τα παιδικά του χρόνια σε αυτό το ήσυχο χωριό, αλλά τις πρώτες τάξεις του δημοτικού οι γονείς του το εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν στην Θήβα για να μπορέσουν καλύτερα να μεγαλώσουν και μορφώσουν τα παιδιά τους.

Ο Ευάγγελος ξεχώριζε από τα αδέλφια του και τους συμμαθητές του. Ήταν καλός μαθητής, επιμελής, υπάκουος, πειθαρχικός, αγνός και ευθύς. Από μικρός αγάπησε την προσευχή και τον εκκλησιασμό. Κοντά στο σπίτι του ήταν η εκκλησία της Παναγίας, και γι’ αυτόν ήταν επίσης σπίτι του. Νωρίς συνδέθηκε με μοναχούς και μοναχές γιατί η οικογένειά του ανήκε στους λεγομένους παλαιοημερολογίτες. Κάποια φορά γνώρισε και τους μελλοντικούς Γεροντάδες του, τον γέρο-Εφραίμ και τον παπα-Νικηφόρο, που ήσαν Θηβαίοι και εγκαταβίωναν στην Καλύβη του Αγίου Εφραίμ του Σύρου στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους.

Ο Ευάγγελος τελείωσε το Γυμνάσιο το 1930 και όπως όλοι οι νέοι προσπάθησε να τακτοποιηθεί σε κάποια εργασία. Βρήκε όμως παντού δυσκολίες και εμπόδια. Όλες οι πόρτες κλειστές. Στην αρχή προσπάθησε να γίνει ταχυδρομικός. Αργότερα προσπάθησε να μπεί στην χωροφυλακή. Τέλος έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Ικάρων, αλλά εκεί μετά τις ιατρικές εξετάσεις θεωρήθηκε ακατάλληλος (λόγω ταχυπαλμίας).

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.