Ἡ πα­λι­ά καί ἀλη­θι­νή νη­στεί­α συ­νί­στα­ται στή­ν πλη­ρή ἀ­πο­χή τρο­φῆς ἤ στη­ν ξη­ρο­φα­γι­α.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως αὐ­τή δέν εἶ­ναι δυ­να­τό­ν νά τη­ρη­θεί στί­ς με­γά­λε­ς πε­ρι­ό­δου­ς τῶ­ν νη­στει­ῶν τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ἔ­τους, λό­γω δύ­σκο­λων συν­θη­κῶν ζω­ῆς ἤ ἔλ­λει­ψης ζή­λου, ἔ­χου­ν στη­ν πρα­ξη ἐ­πι­νο­η­θεῖ δι­ά­φο­ρες δι­ευ­κο­λύν­σεις, ὥ­στε νά εἶ­ναι δυ­να­τή ἡ ἐ­φαρ­μο­γή τῆς νη­στεί­ας ἀ­πό ὅ­λους τούς πι­στούς.

Στή­ν ἀρ­χαί­α ἐ­πο­χή οἱ χρι­στι­α­νοί με­τά τή­ν ἐ­νά­τη ὥ­ρα (3 μ.μ.­) τῶ­ν νη­στή­σι­μων ἡ­με­ρῶν κα­τέ­λυ­αν μό­νο νε­ρό καί ψω­μί. Σι­γά-σι­γά ὅ­μως ὄ­χι μό­νο ἡ δι­άρ­κει­α τῆς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῆς ἀ­πο­χῆς ἀ­πό τρο­φή πε­ρι­ο­ρί­στη­κε στά συ­νη­θι­σμέ­να καί στί­ς ἄλ­λες μέ­ρες ὅ­ρι­α γι᾿ αὐ­τό με­τα­τέ­θη­κα­ν καί οἱ Ἑ­σπε­ρι­νοί τῆς Τεσ­σα­ρα­κο­στή­ς καί οἱ Προ­η­γι­α­σμέ­νε­ς τό πρωΐ ἀλ­λά και αλ­λα εἴ­δη τρο­φῶν ἄρ­χι­σα­ν νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται, ὅ­πως οἱ καρ­ποί, τά ὄ­σπρι­α, τά ὀ­στρα­κό­δερ­μα, τά μα­λά­κι­α κ.ο.κ.

Μέ­σα στα πλαι­σι­α αὐ­τά μπο­ρεί να κα­τα­νο­η­θει καί τό ό­τι τρῶ­με ἐ­λι­ές κα­τά τί­ς ἡ­μέ­ρες πού δέν τρώ­με λά­δι, καί αὐ­γο­τά­ρα­χο κα­τά τίς ἡ­μέ­ρες πού ἀ­πέ­χου­με ἀ­πό ψά­ρι­α.

Γι­ά τό πρῶ­το μπο­ρού­με νά ἐ­πι­κα­λε­στοῦ­με τό λό­γο ὅ­τι οἱ ἐ­λι­ές τρώ­γον­ται ὡς καρ­πός, ἐ­νῶ ἡ ἀ­πα­γό­ρευ­ση τοῦ λα­δι­οῦ ἀ­φο­ρά στά φα­γη­τά πού πα­ρα­σκευ­ά­ζον­ται μέ λα­δι. Γι­ά τό δεύ­τε­ρο ἡ δι­και­ο­λο­γί­α εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο εὔ­λο­γη, ἀ­φοῦ δέ­ν ἰ­σχύ­ει τό ἴ­δι­ο γι­ά τό γά­λα ἤ τά αὐ­γά, ἀλ­λά καί αὐ­τά ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­ται κα­τά τί­ς νη­στεῖ­ες μας ὡς «καρ­πός…και γεν­νή­μα­τα ὧν ἀ­πε­χό­με­θα» κα­τα το­ν 56ο κα­νό­να τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.

Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α πῶς αὐ­τή τήν ἐ­ρώ­τη­ση τήν ἀκού­με συ­χνά ἀ­πό κα­λο­προ­αί­ρε­τους πι­στού­ς καί συ­χνό­τε­ρα ἀ­πό με­ρι­κούς πού εἰ­ρω­νεύ­ον­ται τί­ς νη­στείες. Θά μπο­ρού­σε καί στί­ς δύο πε­ρι­πτώ­σει­ς νά ὑ­πο­γραμ­μι­στει ἡ ἐ­λα­στι­κό­τη­τα καί τό φι­λάν­θρω­πο τῶ­ν σχε­τι­κῶν ἐ­θί­μω­ν καί τῶ­ν κα­νό­νων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού δέ­ν ἔ­χουν σκο­πό νά ἐ­ξον­τώσουν τούς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λά νά τούς βο­η­θή­σου­ν νά ἀ­σκη­θοῦ­ν στή­ν ἐγ­κρά­τει­α καί νά κυ­ρι­αρ­χή­σου­ν στά πά­θη τους. Ἄν τούς σκαν­δα­λί­ζουν οἱ τρο­φές αὐ­ές, μπο­ρού­ν νά ἀπέχουν ἀ­πό αὐ­τές χω­ρίς κα­τά τόν Ἀ­πό­στο­λο νά ἐ­ξου­θε­νώνουν τους «ἐ­σθί­ον­τας» ἤ να «κρί­νουν» τή­ν Ἐκ­κλη­σί­α γι­ά τή­ν φι­λάν­θρω­πη τα­κτι­κή της.

Τό νά ἀ­να­λά­βει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­γώ­να γι­ά τή­ν ἐκ­κα­θά­ρι­ση τῶ­ν σχε­τι­κῶν μέ τή νη­στεί­α ἐ­θί­μω­ν καί τω­ν τρο­φων ποῦ τρώ­γον­ται ἤ ὄ­χι σ᾿ αὐ­τήν, οὔ­τε τοῦ πα­ρόν­τος εἶ­ναι οὔ­τε μπο­ρεί νά μεί­νει πάν­το­τε μέ­σα στά ὄ­ρι­α τῆς σο­βα­ρό­τη­τος. Ἐ­κεῖ­νο πού πρω­τεύ­ει εἶ­ναι ὁ το­νι­σμός τῆς ἀ­νάγ­κης τῆς νη­στεί­α­ς καί τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ὠ­φέ­λει­ας πού προ­έρ­χε­ται ἀπ᾿ αὐ­τή, κα­θώ­ς καί ἡ προ­σπά­θει­α γι­ά τή­ν κατά τό δυ­να­τόν συμ­μόρ­φω­ση τῶ­ν πι­στῶν στίς σχε­τι­κές ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές δι­α­τά­ξεις, πού ἀρ­κε­τά ἔ­χουν ἀ­το­νή­σει στί­ς μέ­ρες μας.

Εὔ­στο­χη ἀ­πάν­τη­ση ἔ­χει δώ­σει ὁ ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Πά­ριος, με­γά­λος δι­δά­σκα­λος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Γρά­φει σ’ ἕ­να για­τρό: «Κα­τη­γο­ρεῖς τόν φί­λο σου ἐ­πει­δή τήν ἑ­βδο­μά­δα τῆς Τυ­ρι­νῆς τρώ­γει αὐ­γά δέν τρώ­γει ὅ­μως τήν κότ­ταν ποῦ γεν­νᾶ τά αὐ­γά… Ἀλ­λά ποῖ­α σύγ­κρι­σις ἠμ­πο­ρεῖ νά γί­νη με­τα­ξύ του αὐ­γοῦ, ποῦ δέν εἶ­ναι ζῶ­ον καί τῆς κότ­τας, ποὺ εἶναι ζῶ­ον; Τό αὐ­γό εἶ­ναι πο­λύ κα­τώ­τε­ρον ἀ­πό τήν ὄρ­νι­θα. Καί ὡς ἀ­πό­δει­ξιν ἐ­πι­κα­λοῦ­μαι τήν δι­κήν σᾶς γνώ­μην, δη­λα­δή τήν γνώ­μη τῶν ἰα­τρῶν. Εἰς ὅ­σους εἶ­ναι ἄρ­ρω­στοι καί ἀρ­χί­ζουν νά εἰ­σέρ­χων­ται εἰς τό στά­διον τῆς ἀ­ναρ­ρώ­σε­ως ὁ­ρί­ζε­τε ὡς τρο­φήν τά μι­κρά καί τρυ­φε­ρά κοτό­που­λα καί ὄ­χι μί­αν με­στω­μέ­νην ὄρ­νι­θα. Διά ποῖ­ον λό­γον τό κά­μνε­τε αὐ­τό; Δι­ό­τι, λέ­γε­τε, τό πα­χύ καί λι­πα­ρόν φα­γη­τόν θά βλά­ψη αὐ­τόν ποῦ τώ­ρα ἀρ­χί­ζει νά συ­νέρ­χε­ται ἀ­πό τήν ἀ­σθέ­νειάν του, ἐ­πει­δή ὁ στό­μα­χός του δέν ἔ­χει ἀ­κό­μη τήν δύ­να­μιν νά δε­χθῆ καί νά χω­νεύ­ση βα­ρεί­ας τρο­φᾶς. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά με­τα­ξύ μι­κροῦ κοτό­που­λου καί με­γά­λης κότ­ας καί τό κοτό­που­λον εἶ­ναι ὡς τρο­φή πο­λύ κα­τώ­τε­ρον εἰς δύ­να­μιν ἀ­πό τήν κόταν καί οὐ­δείς ἰα­τρός εἶ­πε πο­τέ ὅ­τι αὐ­γό, κοτ­ό­που­λον, κότα εἶ­ναι ὁ­μοί­α τρο­φή καί ἐξ ἴ­σου κα­τάλ­λη­λος διά τούς ἀ­σθε­νεῖς, δέν εἶ­ναι φα­νε­ρόν ὅ­τι ἀ­νο­ή­τως μᾶς κα­τη­γο­ροῦν δια­τί τρώ­γο­μεν αὐ­γά καί ὄ­χι ὄρ­νι­θας;… Μᾶς κα­τη­γο­ροῦν ἀ­κό­μη δια­τί τρώ­γο­μεν ἐ­λαί­ας, ὄ­χι ὅ­μως καί ἔ­λαι­ον, ἐ­νῶ μέ­σα εἰς τά ἐ­λαί­ας ὑ­πάρ­χει ἔ­λαι­ον. Ἀλ­λά καί μέ­σα εἰς τά στα­φύ­λια ὑ­πάρ­χει οἶ­νος. Ὅ­σα ὅ­μως στα­φύ­λια ἄν φά­γω­μεν δέν πρό­κει­ται νά με­θύ­σω­μεν· τό πο­λύ πο­λύ νά βα­ρυ­στο­μα­χι­ά­σω­μεν…­».

Ἄλ­λω­στε οἱ ἐ­λι­ές ἀ­πο­τε­λοῦν ξη­ρο­φα­γί­α. Τρώ­γον­ται, δη­λα­δή ὡς καρ­πός μέ ψω­μί καί ξη­ρούς καρ­πούς σέ και­ρό αὐ­στη­ρῆς νη­στεί­ας, ἐ­νῶ τό λά­δι ἀ­φο­ρᾶ στά φα­γη­τά – πο­λυ­ά­ριθ­μα καί νο­στι­μώ­τα­τα – ποῦ πα­ρα­σκευ­ά­ζον­ται μέ τό λά­δι. Γιά τά πα­νά­κρι­βα θα­λασ­σι­νά καί τό χα­βιά­ρι δέν θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά κά­νη λό­γο. Ἀ­πο­τε­λοῦν πα­ρω­δί­α νη­στεί­ας.

Ὁ θε­σμός τῆς νη­στεί­ας ἔ­χει με­γά­λο πλά­τος καί βά­θος καί δέν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται μο­νά­χα στή χύ­τρα μας. Ἔ­χει βα­θύ πνευ­μα­τι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο. Γιά τόν πνευ­μα­τι­κό σκο­πό τῆς νη­στεί­ας γρά­φει στήν «Ἐ­πί τοῦ Ὄ­ρους Ὁ­μι­λί­α» ὁ ἀ­εί­μνη­στος π. Σε­ρα­φείμ Πα­πα­κώ­στας τά ἑ­ξῆς:

«Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο μέ­σο ἐ­πι­βο­λῆς ἐ­πί τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μας καί κυ­ρι­αρ­χί­ας ἐ­πί ἐ­πι­θυ­μι­ῶν τοῦ σώ­μα­τος, ποῦ δύ­ναν­ται νά ὁ­δη­γή­σουν εἰς πά­σαν ἁ­μαρ­τί­αν… Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι ἐ­πί­σης σπου­δαί­α ἄ­σκη­σις καί γυ­μνα­σί­α, διά νά ἀ­πο­κό­πτη ὁ Χρι­στια­νός τό ἴ­διον θέ­λη­μα, νά τα­πει­νώ­νε­ται, νά ὑ­πα­κού­η, νά πει­θαρ­χῆ εἰς ἀ­νω­τέ­ραν αὐ­θεν­τί­αν, καί δή εἰς τόν Θε­όν καί τήν Ἐκ­κλη­σί­αν… Ἀ­κό­μη βο­η­θεῖ τόν Χρι­στια­νόν ἀ­φ’ ἑ­νός νά ἐ­πι­μέ­νη καί προ­σκαρ­τε­ρή εἰς τήν προ­σευ­χήν, δι­ό­τι κά­μνει τόν νοῦν κα­θα­ρώ­τε­ρον καί προ­σε­κτι­κώ­τε­ρον… Ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου δέ βο­η­θεῖ εἰς τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην…­», ὅ­ταν φυ­σι­κά κά­νου­με οἰ­κο­νο­μί­α μέ τή νη­στεί­α.

Σχε­τι­κή εἶ­ναι καί μιά ἄλ­λη ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κή δι­α­τύ­πω­ση: «Οὐ τό βρα­δυ­φα­γῆ­σαι τοῦ­το μό­νον νη­στεί­α ἐ­στίν, ἀλ­λά καί τό βρα­χυ­φα­γῆ­σαι καί τό μή ποι­κι­λο­φα­γῆ­σαι». Συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή καί ἡ πα­ρα­κά­τω φρά­ση: «Ἄ­σκη­σίς ἐ­στι τρά­πε­ζα ἐν μο­νο­ει­δῆ τρο­φή συ­νι­στα­μέ­νη». Δέν ἀρ­κεῖ, δη­λα­δή, μο­νά­χα νά πε­ρι­μέ­νεις τό βρά­δυ γιά φα­γη­τό. Πρέ­πει καί ἡ τρο­φή νά εἶ­ναι με­τρη­μέ­νη. Καί προ­πάν­των ὄ­χι πο­λυ­δά­πα­νες νη­στί­σι­μες ποι­κι­λί­ες, ποῦ εἶ­ναι πα­ρω­δί­α καί ἐμ­παιγ­μός τῆς νη­στεί­ας.

Σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πι­μέ­νει ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ καί ἡ πα­τε­ρι­κή σο­φί­α. Ἡ νη­στεί­α δέν εἶ­ναι ἕ­νας ξη­ρός τύ­πος. Εἶ­ναι προ­πάν­των δι­ά­θε­ση ψυ­χι­κή. Συν­δυ­ά­ζε­ται πάν­τα μέ τίς ἄλ­λες ἀ­ρε­τές, τήν ἐγ­κρά­τεια, τήν προ­σευ­χή, τή φι­λαν­θρω­πί­α. «Τι­μή νη­στεί­ας οὐ σι­τί­ων ἀ­πο­χή, ἀλ­λά ἁ­μαρ­τη­μά­των ἀ­να­χώ­ρη­σις» το­νί­ζει ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος.

Ἡ νη­στεί­α μά­λι­στα πρέ­πει νά εἶ­ναι ἔκ­φρα­ση εἰ­λι­κρι­νοῦς με­τα­νοί­ας, χω­ρίς τήν ὁ­ποί­α τί­πο­τα δέν μᾶς ὠ­φε­λεῖ. Ἴ­σα-ἴ­σα μπο­ρεῖ νά μᾶς πα­ρα­πλα­νᾶ καί νά μᾶς δη­μι­ουρ­γῆ τήν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς αὐ­ταρ­κεί­ας. Μᾶς τό ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τό­σο κα­θα­ρά ὁ Θε­ός μέ τό στό­μα τοῦ προ­φή­του Ἠ­σα­ΐ­α. Ἡ γλώσ­σα ποῦ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ φλο­γε­ρός προ­φή­της ἐξ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι πο­λύ σκλη­ρή, ἀλ­λά καί ἀ­φυ­πνι­στι­κή. Στη­λι­τεύ­ει τόν ὕ­που­λο πει­ρα­σμό τῆς ἀ­πο­κοι­μι­στι­κῆς τυ­πο­λα­τρί­ας, στόν ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νά κα­ταν­τή­ση ἡ νη­στεί­α.

«Μήν πε­ρι­ο­ρί­ζεις τό κα­λό της νη­στεί­ας μο­νά­χα στήν ἀ­πο­χή ἀ­πό τά φα­γη­τά. Νη­στεί­α ἀ­λη­θι­νή εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­ξέ­νω­ση ἀ­πό τίς κα­κί­ες», το­νί­ζει ὁ ὑ­μνη­τής τῆς νη­στεί­ας ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.