Στο σημερινό Αποστολικό ανάγνωσμα, ο Απόστολος Παύλος αναβάλλει την επίσκεψή του στην Κόρινθο. Τους εξηγεί πως δεν πήγε πάλι στην Κόρινθο για να μη τους λυπήσει. Γιατί δεν ήθελε να χαίρεται, ενώ οι άλλοι στενοχωρούνται με την παρουσία του.

Εκείνη την εποχή είχαν πάει στην Εκκλησία της Κορίνθου Ιουδαΐζοντες Χριστιανοί Ιεραπόστολοι, οι οποίοι με το κήρυγμά τους υπονόμευαν την Αποστολική αυθεντία του Παύλου. Αυτοί δίδασκαν παράλληλα προς την νέα πίστη και την τήρηση του Μωσαϊκού νόμου. Όλα αυτά αναγκάζεται να τα γράψει ο Παύλος εξαιτίας των κατηγόρων του, των Ιουδαϊζόντων Χριστιανών, οι οποίοι αφού τάραξαν τις Εκκλησίες της Γαλατίας, πήγαν και στην Κόρινθο για να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των Χριστιανών ως προς το κύρος του Αποστολικού αξιώματός του. Η Επιστολή αυτή του Αποστόλου Παύλου είναι μία από τις πιο προσωπικές και συναισθηματικές του επιστολές.

Άνθρωπος με πολλές ευαισθησίες ο Απόστολος Παύλος δεν θέλει να λυπήσει τους Κορινθίους, οι οποίοι είχαν επηρεασθεί αρνητικά από τους Ιουδαΐζοντες Χριστιανούς και σίγουρα μία επίσκεψή του ίσως δημιουργούσε προβλήματα. Γι’ αυτό και τους γράφει με ευγενικό τρόπο, να μην τον υποδεχθούν με στενοχώρια αλλά με χαρά. Γιατί τότε θα είναι χαρούμενος κι αυτός, όταν και αυτοί θα είναι χαρούμενοι.

Δεν σκέφτεται τον εαυτό του ο Απόστολος Παύλος, αλλά τον ενδιαφέρουν πρωτίστως οι Χριστιανοί της Κορίνθου. Ενδιαφέρεται για την ενότητα της Εκκλησίας και δεν θέλει με τίποτα τη διάσπασή της. Έτσι συμπεριφέρονται οι μεγάλοι Εκκλησιαστικοί άνδρες. Η χαρά των πιστών της Κορίνθου είναι και δική του χαρά. Όπως και η στενοχώρια τους είναι και δική του. Από την μεγάλη του ευαισθησία αναβάλλει το ταξίδι του αυτό προς την Κόρινθο. Με τον τρόπο αυτό θέλει να δείξει τη μεγάλη του αγάπη προς τους Κορινθίους.

Ο Απόστολος Παύλος είχε πνευματική αρχοντιά, γι’ αυτό και συμπεριφέρεται έτσι στους Χριστιανούς της Κορίνθου. Η πνευματική αρχοντιά έχει Χάρη Θεού. Είναι μία θεϊκή ιδιότητα. Είναι μία κατάσταση πνευματική που δεν βρίσκεται εύκολα στους ανθρώπους. Γι’ αυτή την πνευματική αρχοντιά έχει μιλήσει πολλές φορές και ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο οποίος έλεγε τα εξής:

«Αρχοντιά πνευματική είναι η πνευματική ανωτερότητα, είναι η θυσία. Μια αρχοντική ψυχή έχει απαιτήσεις μόνον από τον εαυτό της και όχι από τους άλλους. Θυσιάζεται για τους άλλους, χωρίς να περιμένη ανταμοιβή. Ξεχνάει ό,τι δίνει και θυμάται ακόμη και το παραμικρό που της δίνεται. Έχει φιλότιμο, έχει ταπείνωση και απλότητα, έχει ανιδιοτέλεια, τιμιότητα…,όλα τα έχει. Έχει και την μεγαλύτερη χαρά και την πνευματική αγαλλίαση». (Λόγοι Ε΄, Πάθη και Αρετές, σελίδα 245).

Επίσης ο Απόστολος Παύλος μιλάει στη σημερινή Αποστολική περικοπή και για την χαρά που θα πρέπει να μοιράζονται οι Χριστιανοί. «Πεποιθώς επί πάντας υμάς ότι η εμή χαρά πάντων υμών εστιν» (Β΄ ΚΟΡ. 2, 3). Δηλαδή, «Είμαι απόλυτα βέβαιος πως όλοι σας πιστεύετε ότι η δική μου χαρά είναι και χαρά όλων σας» (Β΄ ΚΟΡ. 2, 3). Για να υπάρχει όμως μία τέτοια χαρά και να είναι πραγματική χρειάζεται η συνεχής επικοινωνία μας με τον Χριστό.

Μόνον κοντά στον Χριστό μπορούμε να απολαύσουμε την αληθινή χαρά και όχι την ψεύτικη, που μας υπόσχεται ο μάταιος αυτός κόσμος. Και αυτό μπορεί να το κατανοήσει κάποιος που βρίσκεται πραγματικά κοντά στον Χριστό και όχι εμείς οι περισσότεροι Χριστιανοί που παραπαίουμε μία δεξιά μία αριστερά. Από την μία θέλουμε να διαπράξουμε την αμαρτία και από την άλλη θέλουμε να βιώσουμε και διάφορες πνευματικές καταστάσεις, αν γίνεται μάλιστα και χωρίς αγώνα.

Ας ακούσουμε στο σημείο αυτό τι έλεγε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για την αληθινή χαρά: «Μόνον κοντά στον Χριστό βρίσκει κανείς την πραγματική, την γνήσια χαρά, γιατί μόνον ο Χριστός δίνει χαρά και παρηγοριά πραγματική. Όπου Χριστός, εκεί χαρά αληθινή και αγαλλίαση παραδεισένια. Όσοι είναι μακριά από τον Χριστό, δεν έχουν πραγματική χαρά. Μπορεί να κάνουν όνειρα:

“θα φτιάξω αυτό, θα φτιάξω το άλλο, θα πάω εδώ, θα πάω εκεί”, μπορεί να απολαμβάνουν τιμές ή να τρέχουν στις διασκεδάσεις και να χαίρωνται, αλλά η χαρά που νιώθουν δεν είναι δυνατόν να γεμίση την ψυχή τους. Αυτή η χαρά είναι υλική, κοσμική χαρά, αλλά από υλικές χαρές δεν γεμίζει η ψυχή, και ο άνθρωπος μένει μ’ ένα κενό στην καρδιά του. Είδες τι λέει ο Σολομών; “Έχτισα σπίτια, φύτεψα αμπέλια, έκανα κήπους, μάζεψα χρυσάφι, απέκτησα ό,τι πόθησε η καρδιά μου, αλλά στο τέλος κατάλαβα ότι όλα αυτά είναι μάταια” (ΕΚΚΛ. 2, 11)». (Λόγοι Ε΄, Πάθη και Αρετές, σελίδα 297).

Οφείλουμε ως Χριστιανοί να προσπαθούμε να μοιάσουμε στους Αγίους της Εκκλησίας μας. Και πως θα τους μοιάσουμε; Προσπαθώντας να τους μιμηθούμε στην προσωπική μας ζωή. Έτσι και από το σημερινό Αποστολικό ανάγνωσμα, μπορούμε να προβληματισθούμε με τη συμπεριφορά του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος ήταν ευαίσθητος άνθρωπος.

Οφείλουμε κι εμείς να είμαστε Χριστιανοί με πνευματική αρχοντιά και να μην κοιτάμε μόνον τον εαυτό μας. Να προσπαθούμε να θυσιάζουμε τα θέλω του εαυτού μας. Επίσης να προσπαθούμε να μετέχουμε στην χαρά του Αποστόλου Παύλου. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον κοντά στον Χριστό, ο Οποίος είναι η αληθινή χαρά. Αν γίνουμε άνθρωποι με πνευματικές ευαισθησίες θα αντιμετωπίζουμε διαφορετικά την καθημερινή μας ζωή. Θα βλέπουμε την καθημερινότητά μας με πνευματικότητα.

Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Κ. Γιαννακόπουλος
Εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Αλεξίου Αιγίου

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.