ΜΟΙΧΕΙΑ: Οι Ιεροί Κανόνες επικυρώνουν τη θεολογική διδασκαλία της Εκκλησίας ότι η μοιχεία αποτελεί ένα « βαρύτατο αμάρτημα, που στρέφεται εναντίον της ουσίας του γάμου και θέτει εν αμφιβόλω το αδιάλυτό του.

Με τη μοιχεία τοποθετείται στη θέση της αμοιβαιότητας η εγωιστική ικανοποίηση και προσβάλλεται η βάση της ενότητας των δύο συζύγων [23]» , που απεργάζεται η μυστηριακή ένωσή τους δια του μυστηρίου του γάμου.

Οι Ιεροί Κανόνες υπερασπίζονται και αναδεικνύουν απόλυτα το αδιάλυτο του γάμου, το οποίο εξάλλου θεμελίωσε ο ίδιος ο Χριστός[24]. Η μυστηριακή ενότητα των συζύγων, που μεταβάλλονται « εις σάρκα μίαν », τονίζεται ιδιαίτερα, ενώ η πρόθεση κάποιου Χριστιανού « να διώξει τη γυναίκα του και να πάρει άλλη γυναίκα η γυναίκα διωγμένη από άλλο σύζυγο », εκλαμβάνεται νομοκανονικά ως επονείδιστη πράξη, που επισύρει το επιτίμιο της αποκοπής του από το σώμα του Χριστού, δηλαδή του « αφορισμού[25] » .
Πηγή: www.immigroup.com

Πηγή: www.immigroup.com

Έτσι, « η φράση του Κυρίου, σχετικά με το μη επιτρεπτο της διάλυσης του γάμου, εκτός αν υπάρχει λόγος πορνείας, ταιριάζει εξίσου και σε άντρες και σε γυναίκες[26] ». «Συνεπώς, αυτή που εγκατέλειψε τον άντρα της είναι μοιχαλίδα, αν πήγε σε άλλον άνδρα….[27]». « Αλλά και ο άντρας που εγκατέλειψε τη γυναίκα του και πήγε σε άλλη, είναι και ο ίδιος μοιχός, επειδή καθιστά τη γυναίκα του μοιχαλίδα, και η γυναίκα που συζεί μ’ αυτόν είναι μοιχαλίδα, επειδή έστρεψε προς τον εαυτό της ξένο άντρα[28] ». Η λήψη διαζυγίου λοιπόν, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες που εδράζονται επί της διδασκαλίας του Χριστού, καθίσταται επιτρεπτή, πέραν του θανάτου ενός εκ των δύο συζύγων, μόνο σε περίπτωση μοιχείας, χωρίς όμως να επιβάλλεται ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση ως άκρως δεσμευτική.

Όπως σημειώνει στο Πηδάλιο του ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύοντας σχετικό κανόνα, « εύλογος αιτία του χωρσιμού του ανδρογύνου άλλη καμμία δεν είναι, ειμή η πορνεία, ή η μοιχεία του ανδρός και της γυναικός [29]». Η διάρρηξη της συζυγικής ενότητας δια της μοιχείας νομιμοποιεί τον « παθόντα » σύζυγο να ζητήσει δια της παροχής διαζυγίου την πνευματική λύση του γάμου του. Η ανάδειξη της σχετικής επί του θέματος βιβλιογραφία δικαιώνει την άποψη ότι πράγματι η αστική νομοθεσία του Βυζαντίου αναγνώριζε το δικαίωμα των συζύγων για διαζύγιο, όταν και τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη το επιθυμούσαν, αν και η Εκκλησία είχε αντίθετη γνώμη πάνω στο ζήτημα αυτό[30].

[23] Μαντζαρίδης Γ., Χριστιανική Ηθική, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 326.

[24] « ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά σαρξ μία. ο ουν ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω. λέγουσιν αυτώ· τι ουν Μωσής ενετείλατο δούναι βιβλίον αποστασίου και απολύσαι αυτήν; λέγει αυτοίς· ότι Μωσής προς την σκληροκαρδίαν υμών επέτρεψεν υμίν απολύσαι τας γυναίκας υμών· απ ἀρχῆς δε ου γέγονεν ούτω. λέγω δε υμίν ότι ος αν απολύση την γυναίκα αυτού μη επί πορνεία και γαμήση άλλην, μοιχάται· και ο απολυμένην γαμήσας μοιχάται. » : Μτ 19, 6-9. Τα ίδια επαναλαμβάνει περίπου και ο Ευαγγελιστής Μάρκος : Μκ. 10, 9-12. Σχετικά με την προσθήκη της φράσης « μη επί πορνεία » του Ευαγγελιστή Ματθαίου και την εν γένει βιβλική ερμηνεία του κειμένου : Καραβιδόπουλος Ι., Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 330-332. Επίσης ο απόστολος Παύλος τονίζει σχετικά : « τοις δε γεγαμηκόσι παραγγέλλω, ουκ εγώ, αλλ ὁ Κύριος, γυναίκα από ανδρός μη χωρισθήναι·»: Α′ Κορ. 7, 10. Ακόμα στο Μτ. 5, 32 ο έγγαμος άνδρας που χωρίζει τη γυναίκα του « παρεκτός λόγου πορνείας », γίνεται ηθικός αυτουργός μοιχείας σε περίπτωση κατά την οποία η γυναίκα του συνάψει δεσμό με άλλον άνδρα : « Ἐγὼ δε λέγω υμίν ότι ος αν απολύση την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχάσθαι, και ος εάν απολελυμένην γαμήσει, μοιχάται ». Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνει και ο ευαγγελιστής Λουκάς στο 16, 18: « Πας ο απολύων την γυναίκα αυτού και γαμών ετέραν μοιχεύει, και πας ο απολελυμένην από ανδρός γαμών μοιχεύει ».

[25] « Ει τις λαϊκός την εαυτού γυναίκα εκβαλών, ετέραν λάβοι, η παρ ἄλλου απολελυμένην, αφοριζέσθω »: 48ος κανόνας των Αγίων Αποστόλων, βλ. σχ. Ακανθόπουλος Π., οπ. παρ., σσ. 38-39.

[26] « Η δε του Κυρίου απόφασις, κατά μεν την της εννοίας ακολουθίαν, εξ ίσου και ανδράσι και γυναιξίν αρμόζει, περί του μη εξείναι γάμου εξίστασθαι παρεκτός λόγου πορνείας. Η δε συνήθεια ουχ ούτως έχει, αλλ ἐπὶ μεν των γυναικών, πολλήν ευρίσκομεν την ακριβολογίαν, του μεν αποστόλου λέγοντος ότι· ο κολλώμενος τη πόρνη εν σώμά εστι· του δε Ιερεμίου ότι· Εάν γένηται γυνή ανδρί ετέρω, ουκ επιστρέψει προς τον άνδρα αυτής, αλλά μιαινομένη μιανθήσεται· και πάλιν· Ο έχων μοιχαλίδα, άφρων και ασεβής. Η δε συνήθεια, και μοιχεύοντας άνδρας και εν πορνείαις όντας, κατέχεσθαι υπό των γυναικών προστάσει, ώστε η τω αφειμένω ανδρί συνοικούσα, ουκ οίδα ει δύναται μοιχαλίς χρηματίζειν. Το γαρ έγκλημα ενταύθα της απολυσάσης τον άνδρα άπτεται, κατά ποίαν αιτίαν απέστη του γάμου, είτε γαρ τυπτομένη μη φέρουσα τας πληγάς, υπομένειν εχρήν μάλλον η διαζευχθήναι του συνοικούντος, είτε την εις τα χρήματα ζημίαν μη φέρουσα, ουδέ αύτη η πρόφασις αξιόλογος. Ει δε δια το εν πορνεία αυτόν ζην, ουκ έχομεν τούτο εν τη συνηθεία τη εκκλησιαστική το παρατήρημα. Αλλά και απίστου ανδρός χωρίζεσθαι ου προσετάχθη γυνή, αλλά παραμένειν δει δια το άδηλον της εκβάσεως. Τι γαρ οίδας γύναι, ει τον άνδρα σώσεις; Ώστε η καταλιπούσα μοιχαλίς, ει επ ἄλλον ήλθεν άνδρα, ο δε καταλειφθείς, συγγνωστός και η συνοικούσα τω τοιούτω ου κατακρίνεται. Ει μέντοι ο ανήρ, ο αποστάς της γυναικός, επ άλλην ήλθε, και αυτός μοιχός, διότι ποιεί αυτήν μοιχευθήναι· και η συνοικούσα αυτώ, μοιχαλίς, διότι αλλότριον άνδρα προς εαυτήν μετέστησεν.» : 9ος κανόνας Μ. Βασιλείου, όπ. παρ. σσ. 522-523.

[27] Όπ. παρ.

[28] Όπ. παρ.

[29] Νικοδήμου του Αγιορείτη, Πηδάλιον, Αθήνα 1886, σ. 60. Για την έννοια της πορνείας βλ. σχ. Ράλλης Κ., όπ. παρ. σσ. 233-241.

[30] Rice T., Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Βυζαντινών, [ελληνική μετάφραση του Everyday life in Byzantium], Αθήνα 2000, σ. 213.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.