Ο Ελβετός Πιέρ Χαάμπ, που απογοητεύτηκε στον Καθολικισμό, πέρασε από Βουδισμό, Ινδουισμό, καθώς και μοντέρνες ανατολικές διδασκαλίες, και σήμερα είναι υποδιάκονος στον Ναό Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στη Γενεύη, μας διηγείται με ειλικρίνια για τον δρόμο του προς την Ορθοδοξία.

Θα μπορούσατε να μας πείτε μερικά λόγια για την οικογένειά σας, την εκπαίδευσή σας και για το πώς αποφασίσατε να γίνετε ορθόδοξος;

– Γεννήθηκα σε μια υποανάπτυκτη χώρα, που υποφέρει από φτώχια και πείνα, στην οποία όλο τον καιρό σκοτεινά σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό. Όλα αυτά, μάλιστα, με την πνευματική έννοια.

Μιλάω για την Ελβετία και, συγκεκριμένα, για την πόλη της Γενεύης, κέντρο του διεθνούς ελευθεροτεκτονισμού και του τραπεζικού συστήματος, κάστρο σκοταδιστικών αιρέσεων και υλιστική μεγαλούπολη, που απολαμβάνει σταθερή και υπνωτιστική ευμάρεια, η οποία περιχαρακώνει το άτομο από πολλές τραγωδίες, που λαμβάνουν χώρα στην καθημερινότητα της ανθρωπότητας.

Οι γονείς μου με μεγάλωσαν στη Ρωμαιοκαθολική πίστη, την οποία κληρονόμησαν από τους προγόνους τους. Τους είμαι βαθιά ευγνώμων, για το ότι από τα πιο μικρά παιδικά μου χρόνια με βοηθούσαν να υιοθετήσω τις βάσεις της χριστιανικής Αλήθειας και, συγκεκριμένα, την πίστη στον Θεό, τα δόγματα και την αναγκαιότητα της προσευχής.

Εκκλησιαζόμασταν τακτικά. Πηγαίναμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή και στις γιορτές και η προσευχή ήταν μέρος της καθημερινής ζωής μας (τουλάχιστον τα πρώτα δέκα χρόνια, που ήμουν παιδί). Ο πατέρας μου, που ήταν δημοσιογράφος, την επαγγελματική του ζωή την αφιέρωσε στην προστασία των καταπιεζομένων και της δικαιοσύνης. Όσον αφορά στους γονείς μου, είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν, ώστε να υπάρχει η διαδοχή θρησκευτικής εκπαίδευσης στην οικογένειά μας.

Έκανα πολλές ερωτήσεις, στις οποίες ούτε οι γονείς μου ούτε οι ιερείς μπορούσαν ν’ απαντήσουν

Όσον αφορά στην Εκκλησία, θα την αποκαλέσουμε με το αληθινό της όνομα, δηλαδή «παπισμός». Όταν ήμουν παιδί (τη δεκαετία του ’50), αισθανόμουν πολύ φυσικά εντός θρησκευτικού περιβάλλοντος. Π.χ. οι προσευχές στα Λατινικά δεν μου προκαλούσαν κάποιες δυσκολίες. Παρ’ όλο που η πίστη ήταν για μένα η πίστη με υπακοή, έκανα πολλές ερωτήσεις, στις οποίες ούτε οι γονείς μου ούτε οι ιερείς μπορούσαν ν’ απαντήσουν. Και στις περιπτώσεις που προσπαθούσαν ν’ απαντήσουν, απαντούσαν με χαμόγελο, με επιείκεια, νομίζοντας ότι «εμβαθύνω υπερβολικά στο θέμα». Μου έδιναν να καταλάβω ότι το πιο σημαντικό είναι να εκπληρώνω τα ηθικά καθήκοντά μου με τον καλύτερο τρόπο. Τότε είχα αποφασίσει ότι αργότερα θα ψάξω τις απαντήσεις μόνος μου, μελετώντας της πηγές, από τις οποίες εκπηγάζει η ηθική. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου στα παιδικά μου χρόνια, πάντα είχα την πείνα στην αναζήτηση της Αλήθειας.

Παρέμενα σε αναμονή, όταν, στην αρχή της εφηβικής μου ηλικίας, στη Δύση συνέβη ένα σημαντικό γεγονός, πραγματική επανάσταση στον παπισμό, στροφή 180 μοιρών, που συνεχίζει μέχρι σήμερα. Αυτή ήταν η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού, το 1962. Εντός μερικών μηνών, ή 2-3 ετών σε μερικές περιπτώσεις, ένας ολόκληρος κώδικας κανόνων, που διαμορφώθηκε στη διάρκεια αιώνων, τελικά ακυρώθηκε και κηρύχτηκε πεπαλαιωμένος. Π.χ., σύμφωνα με τους καινούργιους κανόνες, στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας το ιερό και ο ιερέας τώρα πρέπει να στραφούν ανάποδα (δηλαδή ν’ αντικρίζουν στον κόσμο). Τα Λατινικά, η πρωταρχική γλώσσα της Λειτουργίας στον δυτικό κόσμο, τώρα απαγορεύτηκε. Η Λειτουργία της Κυριακής μεταφέρθηκε το απόγευμα του Σαββάτου, ώστε οι πιστοί να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν σκι και να κοιμηθούν περισσότερο τις Κυριακές. Το ράσο του καθολικού ιερέα θεωρήθηκε άχρηστο. Όλες οι νηστείες (πριν τη Θεία Κοινωνία, η Τεσσαρακοστή και τις Παρασκευές) ακυρώθηκαν κ.τ.λ.

Γενικά, όλο αυτό ήταν μια αρρωστημένη δίψα αλλαγών. Οι παραδόσεις έχασαν τη δημοφηλία τους ανάμεσα στους ανθρώπους. Η αστάθεια μετατράπηκε σε κανονικότητα, μαζί με τη βασική και αναπόφευκτη συνέπειά της, τη βεβαιότητα ότι εμείς υπερέχουμε ουσιαστικά, χάρη στον σύγχρονο πολιτισμό μας, σε σχέση με όλα εκείνα που ήρθαν σ’ εμάς από το παρελθόν. Οι άνθρωποι του παρελθόντος ήταν αγενείς και αναιδείς, έτσι δεν είναι; Ενώ εμείς είμαστε ναυαρχίδες της εξέλιξης… Ή, κατά τον Νίτσε: «“Ή ευτυχία βρέθηκε από εμάς” -λένε οι τελευταίοι άνθρωποι, κλείνοντας ταυτόχρονα το μάτι». Το σύνθημα αυτής της επανάστασης έγινε το «l’aggiornamento» (δηλαδή ή κατά κάποιον τρόπο «ανανέωση»), όπερ σημαίνει ότι η Εκκλησία πρέπει να ακολουθεί τα «θέλω» του κόσμου, πράγμα το οποίο καταδικάζει την Εκκλησία να «κυνηγάει» τον κόσμο (αφού ο κόσμος πάντα θα εξελίσσεται ταχύτερα).

Σε αυτό το πλαίσιο δεν έλαβα καμία απάντηση στις ερωτήσεις που έκανα και δεν βρήκα κανένα σημείο προσανατολισμού μέσα μου.

Έτσι, σιγά-σιγά, άρχισα ν’ αποστασιοποιούμαι από την Εκκλησία, τη λεγόμενη «καθολική». Εν τω μεταξύ, αυτά τα γεγονότα συνέπεσαν μία γενικότερη εξασθένιση του πνεύματος της θρησκευτικής ζωής. Μέχρι της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού, οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμη και όσοι δεν ήταν καθόλου ενεργά μέλη της εκκλησίας, εκτός από τους μεγάλους αθεϊστές, βέβαια, συμμετείχαν στην κοινωνική και εκκλησιαστική ζωή, επισκεπτόμενοι τις ακολουθίες τις Κυριακές. Μετά τη Σύνοδο, το νέο πρότυπο του «όλα επιτρέπονται» και της προσωπικής άνεσης άδειασε τις εκκλησίες από τους περισσότερους πιστούς.

Έτσι ξεκίνησε η μεγάλη περίοδος αναζήτησης για μένα. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός δεν μπορούσε να μου προσφέρει τίποτα ουσιαστικό και όλα συνίσταντο στην άνοστη εξωτερική ηθική. Εγώ, όμως, έψαχνα κάτι, στα τυφλά, που μπορούσε ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις μου.

Στα 17 μου χρόνια ανακάλυψα ένα βιβλίο, που λειτούργησε σαν παράθυρο για μένα, επειδή βρισκόμουν στο σκοτάδι. Το βιβλίο ήταν «Η πνευματικότητα του Ινδουισμού», που γράφτηκε από έναν μεγάλο ασιανολόγο. Αυτό το έργο μού έδειξε ότι υπάρχει μία γλώσσα, που μιλά για την εσωτερική πραγματικότητα του ανθρώπου. Μέχρι τότε, η προσέγγισή μου στην πνευματικότητα και τον μυστικισμό τελείτο εντός του πλαισίου του παπισμού και μια εντύπωση, που μου είχε απομείνει απ’ αυτόν, ήταν η συναισθηματικότητα και η εξωτερική ηθική. Αυτή η ανακάλυψη μου προκάλεσε το ενδιαφέρον για τις ανατολικές θρησκείες, πρώτα για τον Ινδουισμό (γιόγκα και μεταφυσική) και ύστερα για τον Βουδισμό και τον Σουφισμό και γενικώς για τον Εσωτερισμό.

Όμως, εκείνα τα χρόνια έτυχε να αισθανθώ το πολύτιμο δώρο της Πρόνοιας του Θεού: Την παρουσία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι χρυσοί τρούλοι της οποίας υψώνονται πάνω από την πόλη εδώ και 150 χρόνια. Με «καλούσαν» από τα παιδικά μου χρόνια, όμως εγώ ποτέ δεν είχα μπει μέσα.

Έτσι, για παράδειγμα, όταν ήμουν φοιτητής στο κολέγιο, μερικές φορές είχα επισκεφτεί την εσπερινή ακολουθία, το απόγευμα του Σαββάτου. Η βαθιά ησυχία του μέρους, το μισοσκόταδο, που φωτιζόταν μόνο από κεριά, το άρωμα του μοσχολίβανου, οι ψαλμωδίες, όλα αυτά ήταν για μένα όαση, εν τω μέσω της ερήμου αυτού του κόσμου. Το μόνο πρόβλημα που υπήρχε, ήταν ότι δεν καταλάβαινα ούτε λέξη απ’ ό,τι λέγονταν ή ψαλλόταν, με αποτέλεσμα να μένω «εκτός» της ακολουθίας, μη έχοντας τα απαραίτητα μέσα για να «ενωθώ» μαζί της. (Μια φορά προσπάθησα κιόλας να συμμετάσχω στη Λειτουργία της Κυριακής, όμως, όταν άνοιξα την πόρτα, αντίκρισα έναν «τοίχο» πιστών, που γέμιζε όλον τον ναό, και άκουσα δυνατές ψαλμωδίες, σαν να επρόκειτο για όπερα. Όλα αυτά ήταν τόσο διαφορετικά από την ατμόσφαιρα του Εσπερινού, που εγώ, φοβισμένος, έκλεισα αμέσως την πόρτα κι έφυγα [χαμογελά]). Έτσι, εκείνην την περίοδο δεν ήμουν έτοιμος για την πρώτη μου προσέγγιση με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αυτή η αναζήτηση, που έγινε ολόκληρη περιπέτεια για μένα, με ακολουθούσε στη διάρκεια όλης της περιόδου των σπουδών μου στο Πανεπιστήμιο, αλλά και μετά. Συνολικά πέρασα «περιπλανώμενος» πάνω από 15 χρόνια.

Εν τω μεταξύ, παντρεύτηκα και μαζί με τη σύζυγό μου συνεχίσαμε αυτήν την αναζήτηση. Πρέπει να σημειώσω ότι μετά από μερικά χρόνια, όντες ανοιχτοί σε όλα τα θρησκεύματα, «από πνευματική τιμιότητα» και εσωτερική επιδίωξη της Αλήθειας, αποφασίσαμε να μελετήσουμε τον χριστιανισμό πιο βαθιά. Αυτήν τη φορά είχαμε σκοπό να προσεγγίσουμε, όσο είναι δυνατόν, «την πηγή», που de facto σημαίνει την παράδοση των Αγίων Πατέρων, δηλαδή την Ορθοδοξία. Εδώ ανακαλύψαμε μία γλώσσα, που μας απορρόφησε ολοκλήρως και αντιστοίχισε στις εσωτερικές μας προσδοκίες.

Όμως, στο αποτέλεσμα της μακροχρόνιας παραπλάνησής μας, συνεχίσαμε να θεωρούμε την πνευματική βάση για εμάς τα άλλα ανατολικά θρησκεύματα. Στην πνευματική ζωή ήμασταν σαν τους δυτικούς καταναλωτές στο σουπερμάρκετ, που βάζουν στο καλάθι τους ό,τι τους αρέσει και προσελκύει το ενδιαφέρον τους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 κέρδιζε σε δημοτικότητα η νέα τάση «πνευματισμού» (Spiritualism), η οποία, όπως μας φάνηκε, ενώνει τη χάρη διαφόρων θρησκευμάτων και την οποία μπορούμε να ορίσουμε ως υπερβατική ενότητα θρησκευμάτων. Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι όλες οι θρησκείες έχουν μόνο εξωτερικές διαφορές (εξωτερισμός), που σχετίζονται με ιστορικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις, όμως κατά την προσέγγιση στην εσωτερική και μεταφυσική διδασκαλία (εσωτερισμός), συναντάμε την παρόμοια και μοναδική πνευματική πραγματικότητα, την πραγματικότητα του Θεού. Ως αποτέλεσμα, όλες οι θρησκείες είναι όμοιες. Ένας τέτοιος τρόπος σκέψεως είναι σύγχρονος και τώρα, όμως τότε, για νέους ανθρώπους, όπως ήμασταν εμείς, που έψαχναν απαντήσεις στις ερωτήσεις τους, αυτή η σκέψη έλαβε χροιά καταπληκτικής ανακάλυψης, που παρείχε αποσαφήνιση, τόσο αναγκαία για την πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου.

Με προσέλκυε ο πλούτος των ανατολικών διδασκαλιών, όμως δεν μπορούσα να βρω τη θέση μου σε καμία από αυτές

Ακολουθώντας την ιδέα ότι οι διδασκαλίες εσωτερισμού όλων των θρησκειών είναι εκδήλωση της ίδιας μεταφυσικής πραγματικότητας, ως συνέπεια έχουμε τη δυνατότητα να περνάμε από τη μία θρησκεία στην άλλη, ανάλογα με τη διάθεσή μας, θεωρώντας το απολύτως φυσιολογικό. Και όταν κάποια άποψη από αυτές τις θρησκείες, ηθική ή πρακτική, φαινόταν απαράδεκτη ή ακατανόητη κατά την προσωπική ανάλυση, τότε ήταν αρκετό να το ονομάσουμε «στοιχείο εξωτερισμού», δηλαδή ότι είναι μια ιδέα, που έχει περιορισμούς και προορίζεται για τις ανάγκες «αμύητου» λαού, την οποία μπορούμε να μη λαμβάνουμε υπ’ όψιν. Τέτοιος τρόπος σκέψεως ήταν πολύ βολικός για έναν διανοούμενο άνθρωπο, όπως ήμουν εγώ… Ταυτόχρονα, παρ’ όλο που το πλούτος αυτών των ανατολικών διδασκαλιών με προσέλκυε, δεν μπορούσα να βρω τη θέση μου σε καμία από αυτές. Δηλαδή, ήταν πολύ ελκυστικές για μένα, αλλά στην πραγματικότητα εκεί δεν μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου.

Μετά τον γάμο πήγα για πρώτη φορά στην Ελλάδα και αυτό το ταξίδι ήταν αποφασιστικό για μένα. Ξαφνικά ένιωσα το «εγώ» μου, συναίσθημα το οποίο δεν μπορούσα αισθανθώ πουθενά αλλού πριν. Σαν να βρισκόμουν μέσα σε μια πνευματική οικογένεια ή στην αληθινή πατρίδα μου, έχοντας εγκάρδια και πνευματική επικοινωνία με ανθρώπους γύρω μου. Πάντοτε ονειρευόμουν να τα έχω όλα αυτά. Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι αυτά συνέβησαν λόγω του ότι η χώρα ήταν ορθόδοξη και οι συμπεριφορές των ανθρώπων καθορίζονταν από το θρήσκευμά τους. Μαζί με τη σύζυγό μου συμμετείχαμε στη Θεία Λειτουργία, όπου πάλι αισθανθήκαμε σαν στο σπίτι μας. Για εμάς, τους γαλλόφωνους, η ελληνική γλώσσα φάνηκε πιο προσιτή από τη ρωσική. Μετά από αυτό το ταξίδι επισκεφτήκαμε την Ελλάδα και άλλες φορές τα καλοκαίρια και κάθε φορά συναντούσαμε εκείνη την οικειότητα, τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική.

«Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι δώρο του Θεού»: Ο μακρύς δρόμος του ελβετού προς την Ορθοδοξία. Μέρος Β.

Ο Ελβετός Πιέρ Χαάμπ, που απογοητεύτηκε στον Καθολικισμό, πέρασε από Βουδισμό, Ινδουισμό, καθώς και μοντέρνες ανατολικές διδασκαλίες, και σήμερα είναι υποδιάκονος στον Ναό Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στη Γενεύη, μας διηγείται με ειλικρίνια για τον δρόμο του προς την Ορθοδοξία.

Επιθυμώντας να βρούμε τη θέση μας στη θρησκεία, στην οποία θα μπορούσαμε να ζούμε με όλο το είναι μας και όχι μόνο διανοητικά, κάναμε προσπάθεια να «επιστρέψουμε» στον χριστιανισμό, αλλά ομολογώντας τον σε ντόπια δυτική μορφή, αντί της Ορθοδοξίας, αν και στη Γενεύη υπάρχει ορθόδοξη παρουσία. Είχαμε μερικές αμφιβολίες, θεωρώντας ότι αρνούμενοι την «εξωτική» θρησκεία, έτσι θα εκπληρώσουμε «την υπακοή». Όμως, στην πραγματικότητα κατέστη αδύνατο για μένα να επιστρέψω στον επίσημο παπισμό, αν και είχα προαίρεση γι’ αυτό.

Ακριβώς τότε, μέσα σε συνθήκες βαθιάς κρίσεως, ο θείος και η θεία μας, που και αυτοί είχαν στεναχωρηθεί με την ήττα του Καθολικισμού, μας πρότειναν υποστήριξη. Π.χ., μας γνώρισαν με «παραδοσιακούς καθολικούς», που δεν δέχτηκαν τις αλλαγές της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού και συνέχισαν να ομολογούν την πίστη τους όπως πριν. Εκεί βρήκαμε το περιβάλλον, που ήταν περισσότερο εστιασμένο στην πνευματικότητα και το οποίο δημιουργούσε συνθήκες για ευλαβή ζωή. Αλλά όσον αφορά στη θεολογία, όταν οι καρδιές μας είχαν ήδη ανοίξει στην ορθόδοξη παράδοση (χωρίς να πω για την ευαισθησία μας στις ανατολικές θρησκείες), αισθανθήκαμε περιορισμένοι. Βρεθήκαμε σε μια κατάσταση, την οποία θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ως «ζογκλερική», δηλαδή ακολουθούσαμε το καθολικό τυπικό, αλλά συλλογιζόμασταν, όπως τότε νομίζαμε, στο πλαίσιο της ορθόδοξης θεολογίας (λέγαμε το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς Filioque) και παραδεχόμενοι ακόμη και μη χριστιανικές παραδόσεις. Παρ’ όλο που όλα αυτά δεν βρίσκονταν σε ισορροπία, αυτή η κατάσταση συμβιβασμού δεν σκανδάλιζε πολύ έναν διανοούμενο, όπως ήμουν εγώ. Θα μπορούσε να συνεχιστεί έτσι για πολύ καιρό, όμως ήρθε η στιγμή, που η Χάρις του Θεού παρενέβη ορμητικά στα γεγονότα, για να με αναγκάσει να περάσω από τον κόσμο των ιδεών στην πραγματική ζωή, πράγμα το οποίο δεν ήταν μόνο θέμα επιλογής του νου, αλλά θέμα συγκεκριμένου προορισμού της όλης ύπαρξης.

Ήμουν τότε 32 χρονών και η γυναίκα μου ήταν έγκυος στο πρώτο μας παιδί. Έπρεπε να πάρουμε μια απόφαση, η οποία θ’ άλλαζε όλη την επόμενη ζωή του παιδιού μας.

Αποφασίσαμε να τον βαφτίσουμε, όμως σε ποια Εκκλησία; Στον παπισμό; Ήταν απαράδεκτο για μας, γιατί βρισκόμασταν σε μια κατάσταση αποδρομής από τον Καθολικισμό.

Η θρησκεία δεν είναι απλή επιλογή μιας από τις διανοητικές στάσεις του ανθρώπου, αλλά είναι επιλογή ζωής σε όλο το πλήρωμά της

Έτσι μας έμεινε μόνο η Ορθοδοξία, με την οποία συμφωνούσαμε κατά βάθος στην ψυχή. Το μόνο εμπόδιο, που υπήρχε, ήταν η γλώσσα. Με τη βοήθεια δύο γνωστών γαλλόφωνων ενοριτών της Ρωσικής εκκλησίας, καταφέραμε να έρθουμε πιο κοντά της και να διεισδύσουμε στην έννοια των θεμελιωδών πρακτικών βάσεων της Ορθοδοξίας. Πλησίαζε ο καιρός της βαπτίσεως. Όμως, όταν κατά τη λογική όλα έπρεπε να εξελίσσονται απλά και εύκολα, ένιωθα κάτι σαν παράλυση. Αν και είναι παράδοξο, παρ’ όλη τη θεωρητική μου προσέγγιση με την ορθόδοξη διδασκαλία, η δύναμη και η αξία αυτής της πράξεως μ’ έκαναν άτολμο, ως προς το να κάνω αυτό το βήμα. Μάλλον φοβόμουν να χάσω τις πολλαπλές επιλογές σε σχέση με τη θρησκευτικότητα. Όλη αυτή η κατάσταση έμοιαζε με το να πηγαίνει κανείς γύρω-γύρω από την πισίνα, θέλωντας να κολυμπήσει, αλλά να μην τολμά να βουτήξει. Ακόμα ένα επιχείρημα, εάν θα χρειαζόταν, είναι ότι η θρησκεία δεν είναι απλή επιλογή μιας από τις διανοητικές στάσεις του ανθρώπου, αλλά είναι επιλογή ζωής σε όλο το πλήρωμά της.

Η γέννηση του παιδιού μας μάς ανάγκασε να μεταβούμε από τη θεωρία στην πραγματικότητα. Έτσι κάναμε αυτό το βήμα και μαζί με την κόρη μας βουτήξαμε και μπήκαμε στην οικογένεια της Εκκλησίας. Δόξα τω Θεώ για όλα! Από τότε ανακαλύψαμε την Αληθινή Ζωή.

– Τι σας έφερε στην Ορθοδοξία;

– Η απάντηση, κυρίως, βρίσκεται σ’ αυτά που ανέφερα προηγουμένως. Αλλά θα προσπαθήσω να τα συμπληρώσω.

Βαφτιστήκαμε το Σάββατο της Διακαινησίμου και την επόμενη μέρα, την Κυριακή του Θωμά, κοινωνήσαμε. Μετά τη Θεία Λειτουργία, ένα ζευγάρι φίλων μας, που ήταν δίπλα μας κατά τα Μυστήρια, μας κάλεσαν για καφέ. Έτσι, στην ησυχία του μέρους, μας είπανμεταξύ σοβαρού και αστείου το εξής: «Τελικά τι σας τράβηξε να γίνετε ορθόδοξοι;» Ακριβώς τότε, μετά το μεγαλύτερο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, είχα συνειδητοποιήσει τις βαθιές αλλαγές, που άρχισαν να συντελούνται εντός μου. Στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου αναζητήσεων, για περισσότερα από 15 χρόνια, όταν περιπλανιόμουν για να βρω τις απαντήσεις, τη βεβαιότητα και το μέρος, όπου θα μπορούσα να ρίξω την πνευματική μου άγκυρα, βρισκόμουν συνέχεια υπό την επήρεια φυγόκεντρων δυνάμεων, οι οποίες με «σκόρπιζαν», με «διέφθειραν» και με εμπόδιζαν να στερεοποιηθώ ψυχικά και να εξελίσσομαι πνευματικά. Αυτές οι περιπλανήσεις και η σύγχυση που αισθανόμουν, φαίνονταν να μην έχουν τέλος. Συνέχεια είχα μια αίσθηση αστάθειας και αναταραχής. Αισθανόμουν εντελώς τρωτός και σαν να ήμουν κάτω από την εξουσία όλων των εξωτερικών επιδράσεων. Εκείνην τη στιγμή -και αυτό ήταν το μεγαλύτερο δώρο από τον Θεό, το να καταλάβω ακριβώς τη στιγμή, που επρόκειτο να βρω την απάντηση-κατάφερα να περιγράψω την κατάστασή μου ως εξής: «Αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε στο κέντρο!»

Ήταν το ανεκτίμητο δώρο και ταυτόχρονα η τόσο πολύ ποθούμενη απάντηση, που ο Θεός μού παρέσχε πλήρως. Η Χάρις του Θεού, που ήταν αδιατάρακτη και απρόοπτη, ενεργούσε μέσα μου πολύ απλά, αλλά και με όλη τη δύναμή της.

Θ’ αναφέρω και μίαν άλλη αλλαγή, που μου συνέβη. Ήμουν σχετικά επιφυλακτικός στο θέμα της εικονολατρείας. Αυτή η πράξη μού φαινόταν να εστιάζει υπερβολικά στη συναισθηματική πλευρά του ανθρώπου. Η προσέγγισή μου στη θεογνωσία, κυρίως, είχε σχέση με τη διάνοια και για τη συναισθηματική εμπειρία δεν είχα πολύ χώρο. Μόλις έγινα μέλος της Εκκλησίας, προσκύνησα τις εικόνες, αλλά το έκανα για υπακοή. Θυμάμαι, πλησίασα την Παναγία του Καζάν, την οποία μέχρι τότε θεωρούσα «ακατάλληλη» για προσκύνημα, επειδή το φαιλόνιό της μου φαινόταν υπερβολικά διακοσμημένο και σε στιλ μπαρόκ (που στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι) και δεν μου προκαλούσε θερμά συναισθήματα. Και να που, καθώς πλησίασα στην εικόνα για να την προσκυνήσω, ένιωσα το «κύμα» της αγάπης, που πήγαζε από την Ίδια την Παναγία, σ’ εμένα. Γέμισε η καρδιά μου από αυτήν την αγάπη και από τότε εξαφανίστηκε για πάντα το «φράγμα», που είχα «χτίσει» από τη δική μου πλευρά. Ήταν σαν να έλιωνε ο πάγος, μπροστά σε μια πηγή θερμότητας. Από τότε, όλες οι εικόνες για μένα είναι πόρτες, που «ανοίγουν» τα αόρατα φαινόμενα μπροστά στον άνθρωπο.

Όλα αυτά τα γεγονότα συνέβαιναν με το ίδιο αίσθημα της κεντρικότητας, στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω. Στην ουσία, η είσοδός μου στην Ορθοδοξία άνοιξε πλήρως την καρδιά μου, για γίνει έτσι, όπως την έπλασε ο Θεός, δηλαδή το κέντρο του ανθρώπου και το όργανο γνώσεως (του Θεού και της κτίσεως) και όχι μόνο κέντρο συναισθημάτων, όπως την αντιμετωπίζουμε συχνά στο κοσμικό μας περιβάλλον. Αυτή η «ανακάλυψη» ή η «εξέλιξη» της καρδιάς συντελείτο, βέβαια, σιγά-σιγά, σύμφωνα με την παιδαγωγική της Εκκλησίας, η οποία καθοδηγεί τα παιδιά της σε όλη τη διάρκεια της υπάρξεώς τους, τόσο με την πνοή του Πνεύματος όσο και με τη λειτουργική διδασκαλία και τη ζωή όλων των μελών της μέσα στην αγάπη.

Ο Θεός μού χάρισε ό,τι έψαχνα και ποθούσα, δηλαδή τον Δρόμο, την Αλήθεια και τη Ζωή

Την πρώτη χρονιά μου στην Εκκλησία είχα ζήσει σημαντικά γεγονότα. Βρήκα τη βάση μου στην Ορθοδοξία, αλλά ακούσια δεν μπορούσα να αισθανθώ σε πλήρη ενότητα μαζί της, σαν ένα μέρος του εαυτού μου, που είχε διαμορφωθεί στον παπισμό, να με ακολουθούσε και να παρατηρούσε το άλλο μέρος του εαυτού μου να συμμετέχει στις ακολουθίες και τελετές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτή η κατάσταση έλλειψης πληρότητας, με τη χάρη του Θεού, εξαφανίστηκε πλήρως μετά από έναν χρόνο κι εκείνην τη στιγμή μου εμφανίστηκε μια εικόνα, όπου εγώ ήμουν σαν το φυτό, το οποίο φυτευόταν σε μία στενή γλάστρα, ξεχωριστά από αληθινό χώμα, και οι ρίζες του μπερδεύονταν και ακουμπούσαν τα τοιχώματα της γλάστρας. Όλα αυτά έμοιαζαν με τον παπισμό, που ήταν περιορισμένος στη δογματική και αποκομμένος από την πληρότητα, ο οποίος μετά μεταφυτεύτηκε σε χώμα, δηλαδή στην πραγματική Ζωή, η οποία κυλά σε αφθονία στην Ορθοδοξία. Πώς είναι στην πραγματικότητα στην κηπουρική; Το φυτό, που βγάλθηκε από γλάστρα, διατηρεί το σύμπλεγμα των ριζών του αμετάβλητο επί έναν χρόνο. Και όντως, μόνο μετά από έναν χρόνο ένιωσα ότι κατάφερα να ριζώσω στην ατελείωτη Ζωή, από την οποία με απέκοπταν τόσα εμπόδια πριν. Έτσι, έπρεπε να ζήσω ολόκληρη εκκλησιαστική χρονιά, για να αισθανθώ τον εαυτό μου ορθόδοξο 100%.

Καταλήγοντας, ο Θεός μού χάρισε και συνεχίζει κάθε μέρα να μου κάνει δώρο, με τη χάρη Του και την ανέκφραστη απλοχεριά του, αυτό που έψαχνα και ποθούσα, δηλαδή τον Δρόμο, την Αλήθεια και τη Ζωή.

«Οι Άγιοι θεωρούσαν τον οικουμενισμό χειρότερη απ’ όλες τις αιρέσεις»: Ο μακρύς δρόμος του ελβετού προς την Ορθοδοξία. Μέρος Γ.

Ο Ελβετός Πιέρ Χαάμπ, που απογοητεύτηκε στον Καθολικισμό, πέρασε από Βουδισμό, Ινδουισμό, καθώς και μοντέρνες ανατολικές διδασκαλίες, και σήμερα είναι υποδιάκονος στον Ναό Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στη Γενεύη, μας διηγείται με ειλικρίνεια για τον δρόμο του προς την Ορθοδοξία.
– Κατά τη γνώμη σας, ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές μεταξύ της Ορθοδοξίας και των άλλων θρησκειών;

– Ποια είναι η σύγκριση μεταξύ του Χριστού και του Βελίαλ; Ο Ίδιος ο Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, Αληθινός Θεός και Αληθινός Άνθρωπος, ενσαρκώθηκε για να σώσει τον άνθρωπο από την πτώση του και μας χάρισε το ζωντανό Σώμα του, δηλαδή την Εκκλησία. Αυτός είναι ο Δρόμος, η Αλήθεια και η Ζωή. Ακριβώς στην Εκκλησία μπορεί κανείς να αισθανθεί αυτές τις τρεις ουσίες, που αποτελούν το ένα.

Βέβαια, σε άλλα θρησκεύματα μπορούμε να βρούμε διάφορες μορφές εξωτερικής ευλάβειας και μυστικισμού και πολλά παραδείγματα πίστεως, που προκαλούν θαυμασμό. (Όσον αφορά στις αιρέσεις, που προέρχονται από τον χριστιανισμό, δηλαδή παπισμός και διάφορα είδη προτεσταντισμού, αποτελούν διαστρέβλωση της αλήθειας, που συνήθως μοιάζει με γελοιογραφία ή καμιά φορά με βλασφημία). Σ’ αυτά μπορούμε να βρούμε δόγματα, που ησυχάζουν και προστατεύουν τον άνθρωπο, κανόνες, που ορίζουν τις συμπεριφορές του και που διαμορφώνουν ισορροπία στην καθημερινότητά του.

Σε άλλες μορφές θρησκείας, αν και μπορείς να βρεις κάποια σοφία, αυτή είναι πάντα σχετική, ειρήνη πάλι σχετική, ακόμη και η ελεημοσύνη, επίσης, πάντα σχετική. Παντού υπάρχει έλλειψη ή απουσία του Χριστού. Ενώ μόνο η πληρότητά Του μπορεί να τα συμπληρώσει όλα: Τη γη, τον ουρανό και τον Άδη.

Για παράδειγμα, το ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας, στον χριστιανισμό είναι κάτι περισσότερο από μια απλή ηθική στάση η εντολή. Στο πλαίσιο κάθε θρησκείας, είναι δυνατόν να διαδοθούν τόσο οι ιδέες ελεημοσύνης στον πλησίον όσο και η άρνηση, από εγωισμό και μίσος, όμως όλα αυτά έχουν σχέση με τους ηθικούς κανόνες. Στην Ορθοδοξία αυτή η αρχή είναι εντολή του Θεού και αποκαλυπτικά λόγια του Ίδιου του Χριστού, τα οποία πρέπει να προσπαθούμε να εφαρμόζουμε και τα οποία μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, γιατί είναι ιδιότητα του Ίδιου του Θεού, για τον οποίο γράφτηκε: «Συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτολών όντων ημών» (Ρωμ. 5, 8). Και γι’ αυτό μας δίνει τη Χάρη Του.

Με τον ίδιο τρόπο, όσον αφορά στη συγχώρεση (που σχετίζεται επίσης με την αγάπη στους εχθρούς), η οποία είναι ιδιαιτερότητα και χαρακτηριστικό γνώρισμα του χριστιανισμού (σε σημείο να αποτελεί θεμελιώδη λίθο του), γίνεται δυνατή και εφικτή μόνο λόγω του ότι ο Θεός είναι Προσωπικότητα, γιατί μόνο η προσωπικότητα μπορεί να συγχωρέσει την άλλη προσωπικότητα, κάποια αρχή ή κάποιος νόμος της φύσεως δεν μπορούν να το κάνουν. Όσον αφορά σ’ εμάς, αυτή η ιδέα μάς αποκαλύπτει την αληθινή μας φύση, τη φύση της προσωπικότητάς μας. Ότι ο καθένας μας δεν είναι απλώς ένα άτομο, που αποτελείται από συγκεκριμένες βιολογικές παραμέτρους και ορμές, αλλά είναι ζωντανό ον, που αποκτά την πραγματικότητά του και την ταυτότητά του μέσω της επικοινωνίας με τον Μοναδικό Άνθρωπο, Ζωντανό και Αληθινό, ο Οποίος μας χάρισε τη ζωή από την αγάπη Του.

Θα μπορούσα, μάλιστα, να συλλογίζομαι αυτό το θέμα για πολλή ώρα. Αλλά για να καταλήξω, είναι αρκετό να τονίσω την ιδιαιτερότητα της χριστιανικής Αλήθειας σε σύγκριση με άλλα θρησκεύματα, που απευθύνονται σε Κάτι ή σε Κάποιον, ότι δηλαδή σ’ αυτήν ο ακρογωνιαίος λίθος είναι το μυστήριο της προσωπικότητας (για την οποία ένας από τους τελευταίους Αγίους, ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, είπε ότι είναι η πλέον άξια θαυμασμού).

Επίσης, πρέπει να σημειώσω ότι η «γνώσις», δηλαδή η βάση όλων των ανατολικών παραδόσεων και βασικών ιδεολογιών, που εμφανίζονται κάτω από την ετικέτα διαφορετικών «πνευματικοτήτων», που ισχυρίζονται ότι έχουν την αρχή τους στις αρχαίες φιλοσοφικές διδασκαλίες – θεοσοφία, ελευθεροτεκτονισμό, νεοπαγανισμό και άλλες μυστικές διδασκαλίες, που όλες σχετίζονται με τη «Σοφία των Ελλήνων» – γίνεται η βάση για την αρχέγονη αντίφαση του ανθρώπου διαχρονικά. Αυτή η χείριστη παραδοξολογία κάνει τον άνθρωπο να πιστέψει στη δυνατότητα «να αποκτήσει ελευθερία» μέσω της γνώσεως «της μυστικής διδασκαλίας», ακούγοντας τον όφι, που λέει: «Και έσεσθε ως θεοί» (Γεν. 3,5), ο οποίος επιστρέφει πάλι μέσω ντετερμινισμού των φυσικών νομών και των ουρανίων δυνάμεων, πράγματα από τα οποία ήρθε να μας απελευθερώσει ο Χριστός (βλ. Γαλ. 4,8).

Αυτός ο μύθος περί της «γνώσης», στην πραγματικότητα, είναι τόσο αρχαίος όσο ο ίδιος ο Όφις. Η «γνώσις» θα δώσει την πλήρη απελευθέρωση (ακόμη και σε σχέση με τον Δημιουργό!) και ο άνθρωπος θα γίνει κύριος του εαυτού του. Στη μετάφραση στη γλώσσα των ανατολικών παραδόσεων το δέντρο, πάνω στο οποίο βρίσκεται ο όφις, ονομάζεται «κουνταλίνι» και θεωρείται ότι η «άνοδος» (πάνω στο δέντρο) πρέπει να οδηγήσει τις μυστικές δυνάμεις στη μυσταγωγία και τελικά στη «φώτιση», δηλαδή στην απόλυτη γνώση. Το άγκιστρον του Σατανά είναι τόσο δηλητηριώδες σήμερα όσο ήταν τότε στην Εδέμ. Πρέπει να σημειώσω «ότι το μήλο της γνώσης» εισαγάγει τον άνθρωπο σε δύο έννοιες, που ανήκουν στον κόσμο των αφηρημένων ιδεών, και τον εισάγει στη σφαίρα του δυϊσμού, ενώ οι σχέσεις με τον Ζωντανό Θεό τον διατηρούν στην Ενότητα και συγκεκριμένα στη ζωντανή αμοιβαία σχέση με τον κόσμο κι Εκείνον, ο οποίος μπορεί να πει: «Εγώ είμαι εκείνος που είμαι» (Έξοδος, 3,14).

Και όμως, η γνώση είναι καλό πράγμα, επειδή αποτελεί πρωταρχική βάση της χριστιανικής Αλήθειας και η άγνοια θεωρείται από πολλούς Αγίους Πατέρες «αιτία όλων των παραπτωμάτων», «μητέρα και τροφός όλων των κακών», «βαθιά αρρώστια της ψυχής» κ.τ.λ. Όπως λέει ο Χριστός: «Αυτή δε εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιω. 17,3). Κατ’ αυτόν τον τρόπο πρόκειται για τη γνώση των σχέσεων, που υπάρχουν μεταξύ του ανθρώπου και του Δημιουργού του και όχι ώστε να φανταζόμαστε τον εαυτό μας ανεξάρτητο απ’ όλα και να νομίζουμε ότι οι ίδιοι είμαστε θεοί. Η αληθινή γνώση αποκτάται μόνο μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας και προσωπική ασκητική ζωή. Όπως είχε πει πολύ σωστά ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς: «Ο Λόγος περιέχει τη δυναμική και μεταφυσική αρχή της γνώσεως».
Θα ήταν καλό να συζητήσουμε πάνω σ’ αυτό το θέμα, τουλάχιστον για να υπενθυμίσουμε πόσο αυτή η «τρέλλα» γνώσης διακατείχε τον δυτικό άνθρωπο στη διάρκεια αιώνων (από την εποχή της Αναγέννησης [παγανισμός] και μέχρι τον Διαφωτισμό και τον Θετικισμό), ώστε μία αλήθεια να θεωρείται αναμφίβολη, απαράβατη και καθ’ ολοκηρίαν αποδεχτή μόνο όταν είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη. Με άλλα λόγια, είναι αλήθεια απόλυτη και αδιάψευστη, που καθιστά υποκειμενικά όλα όσα προέρχονται από την εξ αποκαλύψεως Αλήθεια. (Παρ’ όλο που η επιστήμη επανεξετάζει τα δικά της αποτελέσματα από και τού εις καιρόν και παραδέχεται ότι η απόλυτη αντικειμενικότητα δεν υπάρχει και ότι εξαρτάται από τον πειραματιστή).

Απλώς θα υπενθυμίσω εδώ ότι ο άνθρωπος, στη βάση του, χρειάζεται την πίστη σε κάτι ή κάποιον. Δηλαδή να έχει μια άγκυρα, που θα τον βοηθήσει να βρει το αρχικό σημείο συντεταγμένων. Αυτή η λεγόμενη «επιστήμη» προτείνει στον άνθρωπο ένα βολικό πλεονέκτημα, μέσω της αξιοπιστίας της, παρέχοντάς του μια επίπλαστη αλήθεια, που είναι «έτοιμη για χρήση», απελευθερώνοντας τον άνθρωπο – καταναλωτή από την ανάγκη για ανάλυση, δηλαδή από την ανάγκη για προσωπική έρευνα. Σε αντίθεση με τη χριστιανική Αλήθεια, η οποία απαιτεί από κάθε άνθρωπο ασκητισμό, δηλαδή μια αλλαγή της ζωής του, πράγμα χωρίς το οποίο δεν είναι δυνατόν να κάποιος να καταστήσει την προσφερόμενη αλήθεια, ούτε δική του, ούτε πρακτική.

Στην Ορθοδοξία η αποκάλυψη του μυστηρίου της σωτηρίας δίνεται στον άνθρωπο με θεανθρωπικό τρόπο, δηλαδή από τον Θεό, που έγινε άνθρωπος: Όχι μέσω κάποιας προσωποποίησης ινδουιστικού ή μονοφυσιτικού τύπου, όπου ο Θεός δέχθηκε μόνο την εξωτερική εμφάνιση του ανθρώπου, και όχι μέσω «πνευματικής πραγματοποίησης», όταν ο άνθρωπος με τις δικές του προσπάθειες κατέστησε εφικτή τη «φώτιση», που τον απελευθερώνει από τους φυσικούς νόμους της αιτίας και της συνέπειας.

Η πραγματικότητα του χριστιανικού μυστηρίου στην ετυμολογική έννοια του λόγου και, συγκεκριμένα, αυτό που είναι πέρα από τον λόγο, αυτό που δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως με λόγια, συνίσταται στο γεγονός ότι ο Θεός δεν είναι μια διαπροσωπική και ανώνυμη αρχή, αλλά στο ότι είναι «Φιλάνθρωπος», Φίλος του ανθρώπου, και ότι διακρίθηκε ως Αληθινός Θεός και Αληθινός Άνθρωπος, Εκείνος που είναι προσβλητικός για τους Ιουδαίους και ανόητος για τους Εθνικούς (βλ. Α΄ Κορ. 1, 23). Μια τέτοια κένωση, δηλαδή αυτοταπείνωση και μείωση του εαυτού του μέχρι το επίπεδο του ανθρώπου, είναι παράλογη για τον Θεό. Και το να «ενδυθεί» με τη σάρκα, η οποία είναι φυλακή, και να τη δοξάσει μέσω της Ανάστασης, όλα αυτά είναι μια ανοησία για το πνεύμα, που είχε απελευθερωθεί.

Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς μία από τις άλλες θρησκείες.

Η Ορθοδοξία είναι Θεϊκή Ζωή, στην οποία ο Ίδιος ο Χριστός ο Θεάνθρωπος εισέρχεται με το Σώμα Του, που είναι η Εκκλησία.

Δεν υπάρχει άλλο μέρος, όπου θα μπορούσες να Την αποκτήσεις.

Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς μία από τις άλλες θρησκείες. Η Ορθοδοξία είναι Θεϊκή Ζωή

– Ποια είναι η θρησκευτική ζωή στην Ελβετία;

– Δεν νομίζω ότι έχω δικαίωμα να πω κάτι περισσότερο, εκτός από το ότι στην Ελβετία, μέχρι σήμερα, υπάρχει μεγάλη ανεκτικότητα στην ομολογία όλων των θρησκευμάτων.

Όσον αφορά στην Ορθοδοξία, με τη χάρη του Θεού, τα τελευταία 30 χρόνια έχουν ανοίξει μερικοί ναοί, καλύπτοντας τις ανάγκες μεταναστών και νεοπροσήλυτων. Όμως ο αριθμός των πιστών είναι μικρός και δεν δικαιολογεί τα εγκαίνια καινούργιων εκκλησιών.

Ενώ στη Γενεύη, το Βεβέ, τη Βέρνη, τη Ζυρίχη ή στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στη Ντομπιέρ έχουν δικούς τους ναούς, όπου η Θεία Λειτουργία τελείται τακτικά, σε άλλα μέρη δεν υπάρχει η δυνατότητα να λαμβάνουν χώρα οι ακολουθίες σε τακτική βάση. Συχνά είναι δύσκολο μια ενορία ν’ αγοράσει κάποιο μέρος για ιερουργίες και γι’ αυτό είναι αναγκασμένη να νοικιάζει κάποιον χώρο ή να φιλοξενείται σε αυτούς αλλόθρησκων.

Προφανώς στις δυτικές χώρες, όπως η Ελβετία, η Ορθοδοξία διέπεται από το καθεστώς ξένης θρησκείας και θεωρείται «εξωτική». Συγκεκριμένα, στη Γενεύη (λόγω του γεγονότος ότι η Ελβετία είναι συνομοσπονδία) δεν επιτρέπονται δημόσια θρησκευτικά γεγονότα, όπως πομπές ή να χτυπούν οι καμπάνες τη νύχτα του Πάσχα με το ιουλιανό ημερολόγιο. Αλλά, σε γενικές γραμμές, βάσει του γεγονότος ότι η θρησκευτικότητα συνολικά δε διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στα δυτικά κοσμικά κράτη, όπως η Ελβετία, ο αποχριστιανισμός της κοινωνίας αυξάνεται κάθε χρόνο και εξ’ αυτού του γεγονότος συμπεριφέρονται με σχετική ανεκτικότητα στην Ορθοδοξία, όταν αυτή δεν εμπλέκεται σε τρέχοντα πολιτικά γεγονότα.

– Μπορείτε να μας πείτε για την εκκλησία στη Γενεύη, όπου υπηρετείτε;

– H ρωσική εκκλησία της Υψώσεως του Τμιού Σταυρού του Κυρίου είναι η πρώτη ορθόδοξη εκκλησία στη Γενεύη και υπάρχει εδώ και 150 χρόνια. Έτσι, μέχρι το δεύτερο μέρος του 20ου αιώνα αυτός ο ναός έπαιζε ενωτικό ρόλο για τους ορθοδόξους πιστούς όλων των δικαιοδοσιών, που υπάρχουν στη Γενεύη. Το 1946, το Πατριαρχείο Μόσχας, παρ’ όλο που οι σχέσεις με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία εκτός Ρωσίας ήταν πολύ τεταμένες, έχτισε ναό αφιερωμένο στη Γέννηση της Θεοτόκου. Επίσης, το 1970, το Πατριαρχείο Κωνταντινούπολης έχτισε τον ναό του Αγίου Παύλου και στη συνέχεια δημιουργήθηκαν δύο ρουμάνικες ενορίες.

Σήμερα, όμως, παρ’ όλο που οι ακολουθίες τελούνται στη σλαβική γλώσσα, ο ναός μας συνεχίζει να είναι τόπος υποδοχής ξένων τουριστών διαφόρων εθνικοτήτων, καθώς και μεταναστών από τη Ρωσία, ο αριθμός των οποίων μεγαλώνει τα τελευταία 20 χρόνια. Η εκκλησιαστική ζωή της ενορίας εδώ είναι πολύ δραστήρια (τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενήλικες ενορίτες, συμπεριλαμβανομένων των προσκυνηματικών ταξίδιων).

Νιώθω μεγάλη ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν τον ναό, που με υποδέχτηκε στην Ορθοδοξία, καθώς και άπειρη ευγνωμοσύνη στον Θεό, που χάρισε σ’ εμένα, τον ανάξιο, τη δυνατότητα να υπηρετώ εδώ ως υποδιάκονος. Προσεύχομαι να έχω αυτήν την ευλογία του Θεού και στη συνέχεια της υπηρεσίας μου.

– Ποια νουθεσία θα θέλατε να δώσετε στους αναγνώστες μας;

– Η Ορθοδοξία είναι Εκκλησία, η οποία είναι ανεκτίμητο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, το πολύτιμο μαργαριτάρι, ο θησαυρός, που δόθηκε στον άνθρωπο για να μπει εκείνος στη Βασιλεία, δηλαδή την αιώνια ζωή, μέσω της ένωσης με το Σώμα του Χριστού, με άλλα λόγια, για να γνωρίσει τον Θεό.

Ένας άγιος μπορεί να το κάνει και σ’ αυτήν τη γήινη ζωή, αλλά, σε κάθε περίπτωση, αυτή η απεριόριστη γνώση του Θεού δεν μπορεί να έχει τέλος και μόνο η αιωνιότητα είναι το μέτρο της. Εύχομαι κάθε ορθόδοξος άνθρωπος να μπορεί να αναλογιστεί το πόσο πολύτιμο είναι αυτό το ενέχυρο και τι τεράστια αξία έχει. Εμείς, άλλωστε, θα παραμένουμε πάντοτε ανάξιοι αυτού του ενέχυρου, το οποίο πάντα θα υπερβαίνει την ικανότητά μας να το κατανοήσουμε.

Εάν υπήρχε ανάγκη ν’ αποδειχθεί το γεγονός ότι η Ορθοδοξία είναι η ζωή, που ανοίγεται μπροστά μας μέσω της Ζώσας Ζωής, και όχι μια ιστορική διδαχή, τότε οι Άγιοι και σήμερα θα μας νουθετούσαν με το ίδιο κήρυγμα όπως τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας. Τα λόγια των συγχρόνων Αγίων Πατέρων συμπεριλαμβάνουν την ίδια απόδειξη πίστεως, όπως τα λόγια των προκατόχων τους. Τα θαύματα συνεχίζουν να συμβαίνουν με τον ίδιο τρόπο, όπως τους προηγούμενους αιώνες. Και ο τελευταίος αιώνας γέννησε καινούργιους Αγίους ομολογητές και μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένων γιατρών και γερόντων, διά Χριστού σαλούς και θαυματουργούς, οι οποίοι συνεχίζουν να μας βοηθούν με τις πρεσβείες τους.

Ρίχνοντας μια συνολική ματιά στο παρελθόν βλέπουμε ότι η Εκκλησία έχει υποφέρει χαρακτηριστικές επιθέσεις εχθρών σε κάθε περίοδο της ζωής της. Και σήμερα η Ορθοδοξία, που πάντα προκαλεί τον φθόνο του πονηρού, γνωρίζει τις επιθέσεις από πλευράς του κόσμου, κρυφές και συνεχείς. Εν μέρει αυτό συμβαίνει με βία, όπως στην περίπτωση τοποθέτησης στο Κόσοβο της πιο μεγάλης αμερικάνικης στρατιωτικής βάσης εκτός των ΗΠΑ, γεγονός το οποίο υπήρξε η κορύφωση εκείνων των διαβολικών ενεργειών, που υπέστη η Σερβία κατά τον πόλεμο, όταν βαλλόταν τόσο από στρατούς, όσο κι από ΜΜΕ (το ίδιο παθαίνουν οι ορθόδοξοι πιστοί σήμερα στην Ουκρανία). Το ίδιο σενάριο υπάρχει για τον οικονομικό πόλεμο στην Ελλάδα, ώστε να της στερήσουν την ταυτότητά της, να τη μετατρέψουν σ’ έναν πάγκο μαγαζιού, που να εξυπηρετεί τις ανάγκες της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.

Η Ορθοδοξία θεωρείται από τη Δύση ως εχθρός, που πρέπει να εξαλειφθεί

Ένας πιο εξεζητημένος και ταυτόχρονα ύπουλος και σφοδρός επίμονος πόλεμος στοχεύει στην καθημερινή καταστροφή των αξιών των Ορθοδόξων ενοτήτων, με το πρόσχημα της «προόδου», της «εξέλιξης» και των εκδυτικισμού και παγκοσμιοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, είτε αυτό συμβαίνει μέσω απροκάλυπτης βίας είτε κεκαλυμμένης, η Ορθοδοξία εδώ και πολύ καιρό θεωρείται από τη Δύση ως, εχθρός που πρέπει να εξαλειφθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία ένας Αυστριακός υπουργός δήλωσε ανοιχτά στις Βρυξέλλες: «Η Ευρώπη τελειώνει εκεί, όπου ξεκινάει η Ορθοδοξία!».

Η πιο ύπουλη στρατηγική, λοιπόν, συνίσταται στο ότι η καταστροφή πραγματοποιείται μέσα στην ιεραρχία της Εκκλησίας, με τη βοήθεια «οικοδόμων, που απέρριψαν τον ακρογωνιαίο λίθο», για να σπείρουν, υπό το πρόσχημα της ανάπτυξης και της ανεκτικότητας, ιδέες και απόψεις, που δεν αντιστοιχούν στην Αλήθεια.

Όλοι οι Άγιοι της σύγχρονης εποχής προειδοποιούσαν γι’ αυτόν τον κίνδυνο και έλεγχαν την εκδήλωση της «παναιρέσεως», που είναι, σύμφωνα με δικά τους λόγια, η πιο καταστρεπτική, δηλαδή η άρνηση των διδαχών των Αγίων Πατέρων και η αποδοχή της «σοφίας του κόσμου» και του πνεύματος της εποχής.

Αλλά να ο «σύγχρονος» άνθρωπος, ακόμη και ο ορθόδοξος, θεωρεί τον εαυτό του πιο πνευματικό από τους ανθρώπους περασμένων εποχών. Κατά τη γνώμη του, το γεγονός ότι οι Άγιοι Μάρκος ο Ευγενικός, Κοσμάς ο Αιτωλός, Ιγνάτιος Μπριατσανινόφ, Σεραφείμ Σομπόλεφ, Παΐσιος, Γαβριήλ της Γεωργίας και πολλοί άλλοι θεωρούσαν ξεκάθαρα τον οικουμενισμό χειρότερη απ’ όλες τις αιρέσεις, είναι απλώς αποτέλεσμα της «στενής» τους άποψης για την Ορθοδοξία ή ίσως αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν επαρκώς αναπτυγμένοι διανοητικά και κοινωνικά, επειδή από τότε έχουμε προχωρήσει ουσιαστικά, έτσι δεν είναι;

Για να πετύχει τον στόχο του, ο πατέρας του ψέματος ανέλαβε να διαστρεβλώσει τις μεγαλύτερες αλήθειες, έχοντας φορέσει μάσκα «ελεημοσύνης» και αγάπης στον πλησίον. Αυτός θέλει η Εκκλησία ν’ «ανοίξει», δηλαδή να γίνει «σχετική», ώστε να είναι απλώς ένα από τα πολλά «θρησκεύματα».

Οι Άγιοι Πατέρες, ωστόσο, διακρίνονται από ομοφωνία ως προς τον ισχυρισμό ότι πρέπει ν’ αγαπάμε τον άρρωστο και να μισούμε την αρρώστια. Να μην πλανευόμαστε! «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8). Η διδασκαλία Του είναι ζωντανή και δεν έχει σχέση με την αρχαιολογική επιστήμη, καθώς και δεν εξαρτάται από συνθήκες του παρελθόντος. Στην πραγματικότητα, εδώ και καιρό βρισκόμαστε στην κατάσταση που περιγράφει ο Απόστολος Παύλος: «Έσται γαρ καιρός ότε της υγιαινούσης διδασκαλίας ουκ ανέξονται, αλλά κατά τας επιθυμίας τας ιδίας εαυτοίς επισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι την ακοήν» (Β΄ Τιμ. 4,3).

Η Ορθοδοξία είναι μια αποκάλυψη ότι η ζωή κάθε ανθρώπου είναι δώρο του Θεού. Είναι μυστήριο, που υπερβαίνει την ικανότητα κατανόησης, αλλά βρίσκει τη λύση του στην αγάπη. Είναι ένα μυστήριο και όχι ένα επικίνδυνο προϊόν της «εξέλιξης», η οποία σταδιακά πέρασε από τα πρωτόζωα στους πιθήκους, που υπήρξαν (υποτιθέμενοι) πρόγονοί μας. Επίσης δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, στερούμενο παντός νοήματος, το οποίο θα καταλήξει αργά ή γρήγορα στο τέλος του, δηλαδή στο τέλος της ζωής του ανθρώπου. Δεν είναι ακόμη ένας κρίκος στην αλυσίδα «μετενσαρκώσεων», βολικών, όταν θέλουμε να δώσουμε μια εξήγησή (πολύ πρωτόγονη) για τη μοίρα και τις δυστυχίες της προσωπικής ύπαρξης και της αδικίας του κόσμου, ένας κρίκος ο οποίος βασίζεται στον νόμο της μηχανικής και μας απομακρύνει συνεχώς από την αληθινή αιτία.

Από τον Θεό λάβαμε τη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι στον καθένα μας χάρισε την αρχή, την έξοδο από την ανυπαρξία, αλλά χωρίς τέλος. Και πραγματικά θα χρειαστούμε την αιωνιότητα για να εκφράσουμε μια τέτοια ευχαριστία, άξια του απέραντου δώρου, που μας έδωσε ο Θεός.

Δόξα τω Θεώ για όλα!

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.