Η στάση μας απέναντι στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως είναι δηλωτική του βαθμού που έχουμε βιώσει την πραγματική μετάνοια. Αν θεωρούμε την Εξομολόγηση απλώς ως έναν προθάλαμο, μιαν αναγκαία προπαρασκευαστική διαδικασία της Θείας Κοινωνίας, μιαν ''αγγαρεία'' που επιτελούμε δυο-τρεις φορές το χρόνο, προκειμένου να πάρουμε και την τυπική άδεια για να μεταλάβουμε, τότε δυστυχώς υποβαθμίζουμε το Μυστήριο και υποβιβάζουμε τον Ιερέα, από λειτουργό σε απλό μεσάζοντα, σ' έναν μεταπράτη της θείας Χάριτος, που μοιράζει συγχωρητικές ευχές.

Έτσι, μια σχέση προσωπική -εξομολογουμένου και Πνευματικού- καταντά σχέση δοσοληψίας και ο πόνος για τις αμαρτίες μας αντικαθίσταται από ένα αίσθημα αυταρκείας και αυτοδικαιώσεως. Αν εξαιρέσουμε τους λίγους εκλεκτούς -που ευτυχώς δεν έχουν εκλείψει ακόμη από τον κόσμο μας- οι οποίοι με τα έργα της αληθινής μετανοίας ευαρεστούν στον Θεό, οι περισσότεροι από εμάς αρκούμαστε σε μια πνευματική χλιαρότητα, σε μια ζωή γεμάτη υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, σε μιαν Εξομολόγηση που γίνεται σε αραιά χρονικά διαστήματα από συνήθεια, βιαστικά και ανεπίγνωστα, χωρίς αυτήν την μυστηριακή σχέση της υπακοής προς τον Πνευματικό.

Γι’ αυτό και δεν είναι απορίας άξιο, το ότι η Θεία Χάρη παρακωλύεται να ενεργήσει μέσα μας, ώστε να μας μεταμορφώνη από ”σκεύη… οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν” σε ”σκεύος εις τιμήν, ηγιασμένον και εύχρηστον τω δεσπότη, εις παν έργον αγαθόν ητοιμασμένον”. Κι αν μεν κάποτε ανανήψουμε και δούμε την πνευματική μας πτωχεία, ίσως, αν κάνουμε τη θέληση, θα διορθώσουμε τη ζωή μας.

Το κακό είναι για μας τους σύγχρονους πιστούς, ότι είμαστε ικανοποιημένοι σ’ αυτό τον τρόπο ζωής, θεωρούμε τους εαυτούς μας ”καλούς χριστιανούς” με αναπαυμένη συνείδηση, γιατι τηρούμε ορισμένες τυπικές εξωτερικές υποχρεώσεις και απέχουμε από φοβερά ανέντιμες ή ανήθικες πράξεις.

Πλησιάζουμε, όμως, στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως χωρίς να έχουμε πλήρη συναίσθηση της εμπαθούς καταστάσεώς μας, ξεχνώντας πως μόνον η επίγνωση της ασθενείας μας αποτελεί την ελπίδα της σωτηρίας. Η εξαγόρευση των αμαρτιών μας περιορίζεται σε μιαν εντελώς ρηχή αυτοεξέταση, οχυρώνεται κάποτε πίσω από την προσπάθεια να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας, συμβαίνει να αποσιωπήσουμε πολλά ως δήθεν -κατά την κρίση μας- ανάξια λόγου μικροπταίσματα και φθάνουμε έτσι πολλές φορές να αποκρύπτουμε σοβαρές πτώσεις μας στην αμαρτία.

Έτσι, χρόνια ολόκληρα μπορεί να προσερχόμαστε στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως κι όμως να μην φεύγουμε αληθινά αναπαυμένοι, αλλά να παραμένουμε ανειρήνευτοι μέσα μας. Αφήνοντας, όμως, ανεξαγόρευτα τα πάθη μας, τα καρκινώματα της αμαρτίας κάνουν ανεμπόδιστα το ψυχοκτόνο έργο τους. Τα πάθη, αντί να τα τιθασσεύσουμε, μας κυριεύουν και απομακρύνουν από την ψυχή μας την Χάρη του Θεού.

Κι όσο μένουμε στη ραθυμία, χωρίς συνειδητό πνευματικό αγώνα, ο διάβολος δεν μας ενοχλεί, γιατι δεν υπάρχει κίνδυνος να μας χάση. Όταν, όμως, συναισθανθούμε την κατάστασή μας και βάλουμε αρχή μετανοίας, τότε αρχίζει κι εκείνος λυσσαλέο τον πόλεμο εναντίον μας, χρησιμοποιώντας όλη την πανουργία του, για να εμποδίση την αφύπνισή μας από τη χαύνωση της ακηδίας.

Μεγάλο εμπόδιο για τη Μετάνοια και την καλή Εξομολόγηση, κυρίως για τους ανθρώπους της Εκκλησίας, είναι η πλάνη της αυταρκείας και της αυταρεσκείας για την ”ενάρετη” ζωή τους. Η αυτοδικαίωση είναι πολύ επικίνδυνος εχθρός και δηλώνει εσωτερική υπερηφάνεια. Αν τα γνωρίσματα της αληθινής μετανοίας είναι η αυτομεμψία, η αυτοξουθένωση, η παραδοχή των αμαρτημάτων και των παθών μας, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο απέχει η αυτοδικαίωση, ως καρπός και δείγμα υπερηφανείας, από τη μετάνοια.
Ο Φαρισαίος της παραβολής είναι ο αντιπροσωπευτικός τύπος του αυτοδικαιουμένου ανθρώπου. Καυχάται για τις αρετές του, θεωρεί τον εαυτό του δίκαιο και συγχρόνως εξουθενώνει τον Τελώνη, βλέποντάς τον αμαρτωλό, κατώτερό του.

Ο αυτοδικαιούμενος γίνεται ο ίδιος κριτής του εαυτού του και του απονέμει τον τίτλο του δικαίου, πιστεύοντας ότι ο Θεός είναι υποχρεωμένος να τον ανταμείψη. Γίνεται και αυτόκλητος κριτής των άλλων, καταδικάζοντας ακόμη και τα πιο επουσιώδη σφάλματά τους. Δεν αναγνωρίζει αδυναμίες, δεν παραδέχεται λάθη. Με την πνευματική σκότιση που του δημιουργεί η υπερηφάνεια, αδυνατεί να διακρίνη την εσωτερική του ρυπαρότητα.
Γι΄αυτό και δεν έχει το πνεύμα της συντριβής, δεν μπορεί να μετανοήση ειλικρινά και συνεπώς να λάβη την χάρη του Θεού. Κι αν μεν υπάρχη αγαθή προαίρεση, η ψυχή κάποτε, με την βοήθεια του Θεού, θα ανανήψη. Αν, όμως, έχει σκληρυνθή από την υπερηφάνεια, μόνον ο Θεός γνωρίζει αν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας.

Η αναβολή, επίσης, είναι ένα πονηρό τέχνασμα του διαβόλου, με το οποίο μπορεί εύκολα να μας πλανήση. Μεταθέτουμε το πιο σημαντικό και το πιο επείγον ζήτημα της ζωής μας, την μετάνοια, στο μέλλον, πιστεύοντας ότι έχουμε καιρό. Λησμονούμε ότι μόνο το παρόν μας ανήκει. Για το μέλλον δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Η ώρα του θανάτου είναι άδηλη. Γι’ αυτό τώρα πρέπει να πάρουμε τη σωτήρια απόφαση.
Τώρα να βάλουμε αρχή μετανοίας. Ένα από τα πολλά μέσα που χρησιμοποιεί ο διάβολος για να μας εμποδίση από την Εξομολόγηση είναι και η δυσπιστία στην εχεμύθεια του Πνευματικού. Δημιουργεί σε πολλούς τον φόβο ότι ο Εξομολόγος θα φανερώση τις αμαρτίες τους. Αυτό είναι πλάνη, διότι οι Πνευματικοί είναι δεσμευμένοι με φοβερές υποσχέσεις ενώπιον του Θεού. Ακόμη κι αν κινδυνεύσουν με θάνατο, δεν έχουν δικαίωμα να φανερώσουν -και ούτε φανερώνουν- ποτέ τίποτα από όσα εξαγορεύονται ενώπιόν τους οι εξομολογούμενοι.

Οι γυναίκες, κυρίως, συνηθίζουν συχνά να λένε οι ίδιες τις αμαρτίες τους, ”εμπιστευτικά και υπό εχεμύθεια”, σε φίλες και συγγένισσές τους, και όταν τα λεγόμενά τους διαρρέουν, υποθέτουν ότι διέρρευσαν από τον Πνευματικό. Το τελευταίο και ισχυρότερο όπλο του διαβόλου, ιδιαίτερα εναντίον όσων έχουν διαπράξει μεγάλα αμαρτήματα, είναι η απελπισία.
Αποκρύπτει δόλια την ευσπλαχνία του Θεού, το άμετρο έλεός Του και την ανεξάντλητη αγάπη Του για εμάς και μας Τον παρουσιάζει μόνον δίκαιο και τιμωρό. Ακόμη, απαλείφει από τη μνήμη μας την αλήθεια ότι τα πάθη μας μεταμορφώνονται σε αρετές με τη Χάρη του Θεού, την οποία ο Θεός παρέχει στον καθένα που θα ταπεινωθή και θα μετανοήση ειλικρινά.

Η απελπισία αποτελεί βλασφημία κατά του Θεού, διότι είναι αμφισβήτηση της αγάπης Του, της φιλανθρωπίας Του και του ελέους Του΄ είναι ακόμη και αμφισβήτηση των υποσχέσεών Του. Αν μόνον με τις δικές μας δυνάμεις ήταν δυνατή η κάθαρση της ψυχής μας από τα πάθη, τότε δικαιολογημένα όλοι θα έπρεπε να κυριευθούμε από την απελπισία.
Τώρα, όμως, που ο Θεός ζητά από εμάς μόνον την απόφαση και την προσπάθεια να ζήσουμε σύμφωνα με το θέλημά Του, ανεξάρτητα από το παρελθόν, κανένας λογισμός απελπισίας δεν πρέπει να μας ταράζη.
Πρέπει να πούμε ότι αποτελεί βαρύτατο αμάρτημα, που χρήζει Εξομολογήσεως, το να μην καλούμε τον Πνευματικό στους ετοιμοθάνατους συγγενείς μας, με την δικαιολογία να μην τους τρομάξουμε. Και τους αφήνουμε να ζήσουν τη φρίκη της παρουσίας των δαιμόνων, κατά την έξοδο της ψυχής τους, εφ’ όσον φεύγουν ανέτοιμοι.

Μικρό απόσπασμα εκ του βιβλίου του Αρχιμανδρίτη Αθανασίου Αναστασίου,
καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου
”Χειραγωγία στη Μετάνοια”.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.