Μία διδακτική ιστορία που φανερώνει την παρουσία της Παναγίας στους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους.

Του Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου

Ένα γεγονός πού φανερώνει την παρουσία καί βοήθεια της Παναγίας, καί το οποίο βίωσα κι εγώ, είναι το εξής: Πριν μερικά χρόνια, κάναμε κουρά μιάς μοναχής σ’ ένα μοναστήρι. Ήταν μία γιαγιά, η οποία είχε ένα παιδί μοναχό στο Άγιον Όρος καί δεν είδε το παιδί της από τότε πού πήγε. Ήταν πολύ καλός μοναχός, άγιος κατ’ εμένα μοναχός, τέλειος μοναχός, ο πατήρ Ιωαννίκιος, πού ήταν στη μονή Διονυσίου. Πολύ σπουδαίος μοναχός, πολύ χαριτωμένος, ο οποίος ήρθε στην Κύπρο μόνο μία φορά από τότε πού πήγε στο Άγιον Όρος, συνοδεύοντας ως Πρωτεπιστάτης την εικόνα τού «Άξιόν εστι».

Η μητέρα του εξομολογείτο κοντά μου κι ήθελε να γίνει μοναχή, με προτροπή τού γιού της βέβαια. Πολύ καλή καί ευλαβής γυναίκα. Την ώρα πού κάναμε τη χειροτονία, την ακολουθία της μοναχικής κουράς, στεκόταν στην Ωραία Πύλη η γιαγιά αυτή, καί δίπλα η Γερόντισσα, η Ηγουμένη της μονής. Μπροστά από την Ωραία Πύλη εγώ, πού έκανα την ακολουθία τού μυστηρίου της κουράς. Έβλεπα ότι η γιαγιά κοιτούσε συνέχεια από την άλλη πλευρά. Κάτι έβλεπε. Έλεγα μέσα μου «μα τι κοιτάζει η γιαγιά τώρα; Αντί να κοιτάζει εδώ πού κάνουμε το μυστήριο, βλέπει δεξιά-αριστερά; Θέλει κάτι; Ψάχνει κάτι; Τι έπαθε η γιαγιά τώρα; Θέλει να καθήσει; Αρρώστησε; Κουράστηκε;». Αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω καί την ακολουθία.

Τελείωσε η κουρά καί μόλις χαιρέτησε κι ο κόσμος μού λέει η γιαγιά:

«Γέροντα, θέλω να σού πω κάτι».
Λέω: «Τι συμβαίνει; Τι θέλεις; Τι έχεις;».
Μού λέει: «Δίπλα μου ποιά ήταν;».
Της λέω: «Η Γερόντισσα, η Ηγουμένη».
«Όχι, η Ηγουμένη. Ξέρω την Ηγουμένη, αφού είμαστε εδώ στο μοναστήρι. Δίπλα μου ήταν μία άλλη μοναχή. Φορούσε μπλε ρούχα καί στεκόταν δίπλα».
«Δεν είχε καμμιά δίπλα σου».
Μού λέει τότε: «Γέροντα, ήταν μία δίπλα μου καί όταν άρχισε η κουρά μού μπήκε ο λογισμός καί έλεγα, άραγε τι όνομα θα μού δώσει η Γερόντισσα;».
Δεν ξέρουν τι όνομα θα πάρουν οι μοναχοί από πριν, αλλά το ακούν εκείνη την ώρα.

«Δίπλα μου αυτή η γυναίκα, μού είπε: Εσύ μού έδωσες τον γιό σου κι εγώ θα σού δώσω το όνομά μου. Εκείνη την ώρα είπε η Γερόντισσα Μαριάμ, κι εσύ είπες Μαριάμ, κι έλαβα το όνομα Μαριάμ μοναχή. Ήταν δίπλα μου σ’ όλη την κουρά καί μού φορούσε τα ρούχα μου. Μού ενέδυε τα μοναχικά μου ενδύματα. Στο τέλος με αγκάλιασε, με ασπάσθηκε καί μού είπε: Τώρα έχεις τ’ όνομά μου κι εγώ έχω τον γιό σου κοντά μου καί έφυγε».
Καί της λέω εγώ: «Δεν κατάλαβες ποιά ήταν;».
Λέει: «Όχι, δεν κατάλαβα. Πρώτη φορά τη βλέπω».
Ήταν απλή γιαγιά αυτή, αγία γυναίκα. Ήταν βέβαια ολοφάνερο πως ήταν η Υπεραγία Θεοτόκος κοντά της.

(Από το περιοδικό «Παράκληση», Ἱ. Μητροπόλεως Λεμεσοῦ, Τεῦχος 105.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.