«Κάποτε ρώτησε την αμμά Μελανία τη νέα κάποια από τις ασκήτριες που ήταν μαζί της, αν μέσα σε τόση άσκηση και αρετή δεν κεντήθηκε από τον δαίμονα της κενοδοξίας και της περηφάνειας.

Για την ωφέλεια όλων μας η Μελανία άρχισε να λέγει· «Εγώ τίποτε καλό δεν βρίσκω στον εαυτό μου. Μόνο, αν ένιωθα τον εχθρό να σπείρει μέσα μου σκέψεις περηφάνειας με την πρόφαση της νηστείας, του απαντούσα· “Τι τόσο σπουδαίο αν εγώ νηστεύω για εβδομάδες, ενώ άλλοι δεν τρων για σαράντα μέρες; Αν εγώ δεν αγγίζω λάδι, άλλοι όμως καθόλου δεν χορταίνουν νερό”.

Αν πάλι σχετικά με την ακτημοσύνη μου έβαζε ο εχθρός την ιδέα της υπεροψίας, με τη δύναμη του Θεού απαντούσα στην απερίγραπτη πονηριά του· “Πόσοι άνθρωποι, που αιχμαλωτίστηκαν από τους βαρβάρους δεν στερήθηκαν και την ίδια τους την ελευθερία; Πόσοι πάλι, που έπεσαν στη βασιλική δυσμένεια, δεν έχασαν τα υπάρχοντά τους και τη ζωή τους ακόμα;

Πόσοι άλλοι δεν εγκαταλείφθηκαν φτωχοί από τους γονείς τους και τέλος πόσοι δεν έπεσαν θύματα συκοφαντίας ή ληστείας, και έγιναν ξαφνικά από πλούσιοι φτωχοί; Δεν είναι μεγάλο κατόρθωμα αν εμείς για τα άφθαρτα και αμόλυντα αγαθά περιφρονήσαμε τα επίγεια”. Όταν πάλι καταλάβαινα το πονηρό πνεύμα να σπείρει μέσα μου τον λογισμό της κενοδοξίας, ότι δηλαδή εγώ από τα πολλά λινά και ολομέταξα ρούχα κατέληξα να φορώ τρίχινα, πιέζοντας τον εαυτό μου συλλογιζόμουν αυτούς που γυμνοί περιφέρονται στην αγορά, παραριγμένοι σε μια ψάθα να τρέμουν από το κρύο. Έτσι ο Θεός νικούσε μέσα μου τον διάβολο» (Αμμάς Μελανία η νέα, Από το «Μητερικόν» του Δ. Τσάμη).

Θαυμάζει κανείς το πνευματικό επίπεδο της άγνωστης για τους πολλούς αμμά Μελανίας της νέας – προς αντιδιαστολή της από την οσία Μελανία την πρεσβύτερη, η οποία υπήρξε και η γιαγιά της – για την οποία ο συγγραφέας της ιστορίας της σημειώνει τα εξής σημαντικά: «Δεν είναι καθόλου σωστό να παραβλέψουμε την αρετή της Μελανίας της νεώτερης εξαιτίας της νεαρής ηλικίας της, και να παραμείνει κρυφή η μεγάλη της αρετή, ενώ ξεπερνάει κατά πολύ στη σύνεση γερόντισσες, που θεωρούνται αξιόλογες». Και πράγματι. Δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη απάντηση στη συνασκήτριά της, αλλά και η όλη πορεία της ζωής της που επιβεβαιώνουν τη θαυμαστή εκτίμηση του συγγραφέα γι’ αυτήν. «Εγγονή της Μελανίας, όπως είπαμε, την πάντρεψαν σε ηλικία δεκατριών ετών με τον Πινιανό, από τους πρώτους της Ρώμης, κι απέκτησαν δύο παιδιά, τα οποία όμως πέθαναν και τα δύο. Μετά τον θάνατο των παιδιών εκποίησε για φιλανθρωπικούς σκοπούς την τεράστια περιουσία της.

Λίγο πριν από το 410 μαζί με τον Πινιανό και τη μητέρα της Αλβίνα (που ακολούθησαν και οι δύο τη Μελανία στην ασκητική της ζωή) πήγε στη Σικελία. Στη συνέχεια έζησε στην Αφρική, την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, όπου ίδρυσε μονές. Μετέστρεψε στον χριστιανισμό τον θείο της Βολουσιάνο στην Κωνσταντινούπολη και το 439 συνάντησε την αυτοκράτειρα Ευδοκία στην Παλαιστίνη. Έφυγε από τη ζωή αυτή στη Βηθλεέμ στις 31 Δεκεμβρίου του 439.

Ο άγιος Αυγουστίνος της αφιέρωσε ένα βιβλίο του». Σαν τον απόστολο Παύλο η αμμάς Μελανία μπορούσε να λέει «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», χάρη εκ Θεού που της εμφύσησε από τη βρεφική της ηλικία η γιαγιά της Μελανία – «οι διηγήσεις της γιαγιάς της τη γοήτευαν και τόσο πολύ την είχαν απορροφήσει ώστε να μην μπορεί να συμβιβαστεί με τη συζυγική ζωή» σημειώνει ο ιστορών τη ζωή της. Και είναι ο πόθος για τον Χριστό το βασικότερο στοιχείο που διαπιστώνουμε στη ζωή όλων ανεξαιρέτως των αγίων μας, έστω κι αν γίνεται κανείς κουραστικός επαναλαμβάνοντάς το: ότι η αγάπη προς τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό ευθύς ως καταλάβει την ψυχή του ανθρώπου τον προσανατολίζει απολύτως προς Αυτόν, δίνοντάς του τη δύναμη να απεμπλέκεται από όλα τα τερπνά και γοητευτικά του κόσμου τούτου. Διότι είναι δεδομένο: «ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Ή θα κυριαρχήσει στην ψυχή του ανθρώπου η εμπαθής προσκόλληση προς τον κόσμο, συνεπώς το πάθος του εγωισμού με όλα τα παρακλάδια του: τη φιλοκτημοσύνη, τη φιλοδοξία, τη φιληδονία, θα έχουν το πάνω χέρι που λέμε, ή θα κυριαρχήσει η αγάπη προς τον Χριστό, οπότε ο αγώνας του ανθρώπου να υπερβαίνει καθημερινώς και αδιαλείπτως την έλξη των ψεκτών παθών θα σηματοδοτεί την πνευματική πορεία του.

Αυτόν τον αγώνα της αδιάλειπτης και έντονης στροφής προς τον Χριστό διαπιστώνουμε και στη αμμά Μελανία τη νέα. Τα διέγραψε όλα για να αφιερωθεί προς τον Κύριο, με τέτοια μάλιστα ένταση που έλκυσε και άλλες καλοπροαίρετες ψυχές δίπλα της, οι οποίες δεν έκρυβαν τον βαθύ θαυμασμό τους για τη σκληρά ασκούμενη Γερόντισσά τους. Κι είναι ευνόητο να θέτουν το ερώτημα για τις επιθέσεις του Πονηρού απέναντί της – δείγμα και της δικής τους ευαισθησίας στα πνευματικά πράγματα: με τέτοια άσκηση και τόσες αρετές που κοσμήθηκε, είναι δυνατόν να μη δέχτηκε πειρασμούς δαιμονικούς, οι οποίοι σκοπό έχουν να αμαυρώσουν την καθαρότητα της καρδιάς της; Και η απάντηση της νέας Μελανίας φανερώνει μεταξύ άλλων δύο καίρια στοιχεία του υψηλού επιπέδου της: πρώτον, την καλή γνώση της λειτουργίας των παθών μέσα στον άνθρωπο, απόρροια του έντονου αγώνα της για την κατά Χριστόν ζωή, αφού η νηστεία, η ακτημοσύνη, η ακενοδοξία με τα οποία ζούσε συνιστούν τα όπλα για να «κτυπηθεί» ακριβώς το εγωιστικό στοιχείο ώστε να μεταστραφεί χάριτι Θεού και να γίνει φιλοθεΐα και φιλανθρωπία˙ δεύτερον, την προωθημένη θέση της στην «επιστήμη» των λογισμών, με την έννοια ότι την βλέπουμε να κινείται με άνεση στον αντιρρητικό λεγόμενο πόλεμο, τον οποίο παρατηρούμε μόνο στους προχωρημένους και «τελείους» θα έλεγε κανείς χριστιανούς.

Προφανώς η Μελανία η νέα, αντανακλώντας και το επίπεδο της μεγάλης Μελανίας και έχοντας ζήσει και το στάδιο που προτείνουν οι περισσότεροι άγιοί μας: την πλήρη περιφρόνηση προς κάθε τι που τοξεύει ο Πονηρός, μπορούσε με αδιατάρακτη ψυχραιμία να απαντά στους δαιμονικούς λογισμούς και να κρατά την ψυχή της στο ρεαλιστικό επίπεδο της ταπείνωσης˙ εκεί δηλαδή που βρίσκει έδαφος να αναπαυτεί η χάρη του Θεού («ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν»), η οποία και μόνη τελικώς κατανικά τον Διάβολο. «Έτσι ο Θεός νικούσε μέσα μου τον διάβολο». Τα λόγια της αποκαλύπτουν την υψοποιό ταπείνωσή της: «Τίποτε καλό δεν βρίσκω στον εαυτό μου!» Και μη νομίσει κανείς ότι ο εσωτερικός αυτός αγώνας της ήταν εύκολος – «δώσε αίμα και λάβε Πνεύμα» σημειώνουν οι νηπτικοί Πατέρες μας.

Ασκούσε βία στον εαυτό της η οσία αμμάς, κατά τον Κυριακό λόγο: «η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», για να βρίσκεται εκεί που υποδείκνυε πάντοτε το θέλημα του Κυρίου, όπως μας αφήνει να το εννοήσουμε: «πιέζοντας τον εαυτό μου συλλογιζόμουν…». Αν δηλαδή δεν πιεστούμε και δεν κινητοποιηθούμε για να παραμένουμε στην πίστη, αλλά αφεθούμε έρμαια στους όποιους λογισμούς μας, φυσικούς ή δαιμονικούς, τότε ποτέ δεν θα μπορούμε να κρατήσουμε τη χάρη του να είμαστε χριστιανοί. «Βία φύσεως διηνεκής» (Ιωάννης Κλίμακος) άλλωστε είναι η ζωή του μοναχού, αλλά και κάθε στην πραγματικότητα χριστιανού.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.