Αν επιθυμούμε να φθάσουμε σε αυτή την αγάπη του Θεού και στην ένωσή μαζί Του, πρέπει να φροντίζουμε να είμαστε σε θέση να κοινωνούμε, αν είναι δυνατόν σε κάθε Θεία Λειτουργία, διότι η Θεία Λειτουργία γίνεται για το σκοπό αυτό. Αυτό σημαίνει οτι πρέπει να φροντίζουμε να τηρούμε τις προϋποθέσεις εκείνες που θα μας ορίσει ο Πνευματικός μας για να κοινωνούμε συχνά, εφόσον φυσικά το επιθυμούμε αρχικά εμείς πρώτα και του το ζητήσουμε.

Ο Χριστός μας θυσιάζεται σε κάθε Θεία Λειτουργία πάνω στην Αγία Τράπεζα για εμάς και είναι λυπηρό εμείς οι πιστοί που έχουμε προσέλθει στην Εκκλησία να τον παραβλέπουμε, αγνοώντας αυτή την υπέρτατη προσφορά Του.

Ακόμη πιο λυπηρό βέβαια είναι να θυσιάζεται ο Χριστός, στη γειτονική Εκκλησία της ενορίας μας, πάνω στην Αγία Τράπεζα και να μετουσιώνεται ο άρτος και ο οίνος σε Σώμα και Αίμα Χριστού για τη δική μας σωτηρία και εμείς είτε να κοιμόμαστε στο κρεβάτι μας, ή να προβαίνουμε σε άλλες εξορμήσεις και διασκεδάσεις, όπως π.χ. πρωινές κυριακάτικες εκδρομές.

Είναι φοβερή και τραγική όντως (θα λέγαμε επίσης και καθόλου έξυπνη) αυτή η αδιαφορία που δείχνουμε εμείς οι άνθρωποι – οι έξυπνοι κατά τα άλλα άνθρωποι – που ενώ ζούμε στην εποχή της πληροφόρησης και της γνώσης και μάλιστα μιας γνώσης που τρέχει με τεράστια ταχύτητα και μεταδίδεται από το ένα άκρο της γης έως το άλλο μέσω του διαδικτύου και των τηλεπικοινωνιών, ενώ ζούμε σε μία τέτοια εποχή πληθώρας γνώσεων και επιστημών, εντούτοις τη μεγαλύτερη και βασικότερη Αλήθεια που είναι ο τρόπος σωτηρίας της ψυχής μας που μας έδειξε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, είτε την αγνοούμε, είτε την περιφρονούμε και δεν της δίνουμε την αξία που θα έπρεπε, αδιαφορώντας για το δικό μας συμφέρον τελικά.
Έτσι χάνουμε τη μεγαλύτερη ευκαιρία στη ζωή μας για τη συμμετοχή στην αιώνια ευτυχία και αυτή μας την αποτυχία θα τη διαπιστώσουμε δυστυχώς στο επόμενο δευτερόλεπτο μόλις κλείσουμε τα μάτια μας την ώρα του θανάτου μας, αλλά χωρίς πλέον να έχουμε τη δυνατότητα της μετάνοιας και της επιστροφής από την πορεία μας προς στην αιώνια καταδίκη.
Είναι λυπηρό λοιπόν να τελειώνει η Θεία Λειτουργία, χωρίς να έχουμε κοινωνήσει, χωρίς να έχουμε ενωθεί με το Θεό Πατέρα μας, επειδή για διάφορους λόγους δεν είχαμε προετοιμαστεί κατάλληλα για τη συμμετοχή στη Θεία Μετάληψη, βάση των συμβουλών του Πνευματικού μας, χάνοντας τελικά αυτό το Δώρο του Θεού.
Όπως επίσης είναι λυπηρό να περνάνε τόσες ώρες της ζωής μας ασχολούμενοι με τόσες άλλες μέριμνες και κάθε άλλος αγώνας να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων μας, αντί του πρώτου και κυριοτέρου αγώνα που θα έπρεπε να κάναμε καθημερινά, του Πνευματικού αγώνα.

Η πρόσκληση του Ιερέα “Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε” όμως είναι για όλους τους πιστούς.

Η προετοιμασία για τη Θεία Κοινωνία

Βέβαια χρειάζονται προϋποθέσεις και σχετική προετοιμασία για να μπορούμε να προσερχόμαστε στη Θεία Κοινωνία, εφόσον φυσικά είμαστε βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

“…δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω…” (Προς Κορινθίους Ά κεφ.11, στ.28)
είπε ο Απόστολος Παύλος, δηλαδή: “…ας εξετάζει δε κάθε άνθρωπος τον εαυτό του με πολλή προσοχή και έτσι προετοιμασμένος ας τρώγει από τον καθαγιασμένος άρτο και από το καθαγιασμένο ποτήριο..” και συνεχίζει λέγοντας:
“…ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου…” (Προς Κορινθίους Ά κεφ.11, στ.29)
δηλαδή: “…διότι εκείνος ο οποίος τρώγει και πίνει αναξίως τα πάντιμα αυτά δώρα τρώγει και πίνει κρίμα και καταδίκη διά τον εαυτό του, επειδή δεν κάνει καμία διάκριση του σώματος και του αίματος του Κυρίου από τις συνήθεις και κοινές τροφές του σώματος…”

Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχουν μιλήσει για τις προϋποθέσεις της Θείας Μετάληψης και τις βασικές εξ’ αυτών αναφέρουμε παρακάτω (μαζί και με κάποια πρακτικά θέματα σχετικά με τη Θεία Κοινωνία).

Η αναφορά μας αυτή δε σημαίνει οτι με τις προϋποθέσεις αυτές μπορούμε άνετα να προσέλθουμε στο Ιερό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, διότι μπορεί να υπάρχουν και οι ειδικές προϋποθέσεις που μόνο ο Πνευματικός του κάθε Χριστιανού μπορεί να ορίσει, διότι αυτός γνωρίζει καλύτερα τον κάθε πιστό και τον πνευματικό αγώνα που αυτός κάνει, όπως τονίσαμε και προηγουμένως.

Ο Χριστιανός για να κοινωνήσει πρέπει προηγουμένως να έχει λάβει την άδεια και την ευλογία από τον Πνευματικό του, ο οποίος θα κρίνει και θα τον συμβουλέψει ανάλογα. Γενικά πρέπει πάντα να συμβουλευόμαστε τον Πνευματικό μας, τον οποίο φυσικά θα πρέπει να έχουμε επιλέξει όπως επιλέγουμε και τον καλό γιατρό, διότι δεν είναι όλοι οι γιατροί το ίδιο. Τα κριτήρια μας αυτά θα είναι καθαρά πνευματικά, μετά και από διασταύρωση απόψεων από άτομα που έχουν προχωρήσει αρκετά στον πνευματικό αγώνα. Διότι ποιός είναι πιο κατάλληλος να εκφέρει σωστή γνώμη για τις ικανότητες ενός γιατρού, παρά από έναν ασθενή που αυτός ο γιατρός θεράπευσε;

Ο Πνευματικός μας πάντως θα μας καθοδηγεί σε κάθε πνευματικό βήμα που κάνουμε, διότι αυτός, με τη φώτιση πάντα του Θεού και την πνευματική του εμπειρία είναι σε θέσει να κρίνει καλύτερα από εμάς για την κάθε κίνηση που θα κάνουμε, άρα και για τη μετοχή μας στη Θεία Κοινωνία και τη συχνότητα αυτής. Αυτό λοιπόν, εμείς πιθανόν να μην έχουμε την ταπείνωση να το διακρίνουμε στον εαυτό μας, αλλά ένας σωστός και διακριτικός Πνευματικός θα μπορεί να μας συμβουλέψει και να μας καθοδηγήσει καλύτερα, διότι κάθε μας κίνηση πρέπει να γίνεται με πρώτη αρετή την ταπείνωση και γνωρίζοντας οτι τίποτε δεν το καταφέρνουμε μόνοι μας αλλά με τη “Χάρη” του Θεού, η οποία λέξη είναι από το ρήμα “χαρίζω”, δηλαδή κάθε πνευματικό μας στεφάνι μας το χαρίζει ο Θεός, διότι εμείς είμαστε ανάξιοι και όπως ο ίδιος ο Χριστός μας είπε:
“ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν” (Κατά Ιωάννη κεφ.15, στ.5) δηλαδή “εγώ είμαι η κληματαριά και εσείς τα κλήματα. Εκείνος που μένει ενσωματωμένος σε μένα και εγώ σε αυτόν, αυτός και μόνο φέρει πολύ καρπό. Διότι χωρίς εμένα (χωρίς τη σωτήρια Χάρη μου) δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε (το αγαθό)”
και όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: “πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ” (Προς Φιλιππησίους κεφ.4, στ.13) δηλαδή “τα πάντα μπορώ και κατορθώνω, με τη δύναμη που μου δίνει ο Χριστός”

Αυτό το αναφέρουμε, διότι για παράδειγμα, εάν ξεκινήσουμε με υπερβάλλον ζήλο στον πνευματικό μας αγώνα, θέλοντας να κάνουμε πράγματα πέραν των δυνατοτήτων μας, όντας όμως αρχάριοι πνευματικά στη μάχη με το διάβολο, τότε σαν τον άπειρο πολεμιστή που ορμάει προς τον εχθρό θα κατασπαραχθούμε από το σατανά και τους δαίμονές του.
Βέβαια ποτέ δε θα πρέπει να εφησυχαζόμαστε πνευματικά, ακόμα και αν έχουμε δεκαετίες εμπειρία στον πνευματικό αγώνα, ακόμη κι αν φτάσουμε τα 100 χρόνια ζωής, αλλά αντί αυτού θα πρέπει να ακολουθούμε το παράδειγμα του Αγίου Μέγα Αντωνίου που μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του που κοιμήθηκε σε ηλικία 105 ετών, ποτέ δεν παραδέχθηκε οτι νίκησε το διάβολο, παρά μόνο όταν η ψυχή του ανέβηκε ψηλά στον Ουράνιο Πατέρα μας, οπότε και είπε στο διάβολο “τώρα σε νίκησα”.

Κάναμε αυτή την αναφορά στην ταπείνωση που θα πρέπει να έχει ο κάθε χριστιανός σε όλη του τη ζωή, διότι ακριβώς αυτή είναι και η πρώτη προϋπόθεση για την προσέλευση μας στη Θεία Κοινωνία, η ταπείνωση και η συναίσθηση της αναξιότητά μας.

Δεν προερχόμαστε στη Θεία Κοινωνία επειδή είμαστε άξιοι λόγω των υψηλών πνευματικών μας έργων, αλλά μας αξιώνει ο Χριστός να δεχθούμε τα Τίμια Δώρα Του, όταν με ταπείνωση έχουμε επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας και έχουμε μετανοήσει για τις αμαρτίες που διαπράξαμε. Αυτό ζητάει ο Χριστός από εμάς – να ξέρουμε δηλαδή τις αμαρτίες μας και πόσο αμαρτωλοί είμαστε. Πρώτη προϋπόθεση λοιπόν για τη Θεία Κοινωνία είναι.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.