Όποιος προσβλέπει στην αληθινή Ζωή και στο Φως το αληθινό που χαρίζει ο Ναζωραίος, δεν στέκεται στην σήψη του σώματος, που είναι φυσικό επακόλουθο της φθοράς, την οποία επιφέρει ο θάνατος. Κοιτάζει μόνο προς τα συμπαρομαρτούντα του Επέκεινα.

Με αφορμή την περίπτωση γνωστής ηθοποιού

Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Πριν από λίγες ημέρες απεβίωσε η γνωστή ηθοποιός, πρωταγωνίστρια των μιούζικαλς του ελληνικού κινηματογράφου, σώμφωνα με την τελευταία επιθυμία της οποίας το σώμα της δεν ετάφη, αλλά αποτεφρώθηκε και η τέφρα της σκορπίσθηκε στην θάλασσα. Αυτή η περίπτωση αποτέφρωσης δεν είναι η πρώτη. Ούτε πρόκειται να είναι ασφαλώς η τελευταία μεταξύ των καλλιτεχνών, όπως βέβαια και μεταξύ πολλών άλλων απλών ανθρώπων. Αξίζει να θυμηθούμε εδώ την αντίστοιχη περίπτωση της διάσημης διεθνώς Ελληνίδας υψιφώνου, Μαρίας Κάλλας, η οποία αποτεφρώθηκε ομοίως μετά την εκδημία της το 1977, όπως είχε ζητήσει η ίδια. Και αυτής η τέφρα σκορπίστηκε επίσης στην θάλασσα. Η θάλασσα ως επιλογή του μέρους απόρριψης της στάχτης του αποτεφρωτηρίου δεν είναι τυχαία. Η θάλασσα εκφράζει, ως γνωστόν, την απεραντοσύνη. Και ο διασκορπισμός της τέφρας κάποιου σε αυτήν, κατά την επιθυμία του, συνιστά μια πράξη συμβολισμού. Θέλει ο εκλιπών (ή η εκλιπούσα), αντί να ταφεί και να σαπίζει στην γη δίνοντας έτσι το σώμα του (της) τροφή στα σκουλήκια, να ενωθεί με το απέραντο του γαλάζιου.

Και μέσα από τον αέναο παφλασμό των κυμάτων να φτάνει σε όλες τις ακρογιαλιές και σε όλα τα πελάγη ταυτισμένος με την ατέλειωτη δροσιά της θαλασσινής αύρας. Το τέλος της ζωής κάποιου το διαδέχεται η ατέρμονη ζωή της θάλασσας. Πόση αφέλεια χωράει στην σύλληψη κάποιου, ο οποίος θέλει να ξαναζωντανέψει την ζωή του απρόσωπα και αφηρημένα. Με ένα τρόπο ματαιόδοξο και λαθεμένο, που μπορεί να ανασταίνει τους συμβολισμούς ή να κεντρίζει τον ποιητικό οίστρο, αδυνατεί όμως να δώσει τους παλμούς της δικής του πνοής, που χάθηκε οριστικά μέσα στο αβυσσαλέο σκοτάδι, στο οποίο έπρωξαν την ύπαρξή του τα σφαλισμένα μάτια του.

Ποιός ατενίζοντας την θάλασσα εντοπίζει κάποια στιγμή μέσα σε αυτήν την Μάρθα Καραγιάννη, την Μαρία Κάλλας, την τάδε ή τον τάδε, που θέλησαν η τέφρα τους να κυκλοφορεί ως αόρατο στοιχείο μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία που περιέχει η θάλασσα; Είναι μάταιο να αναζητεί κάποιος το φως της ζωής επιλέγοντας με την τελευταία επιθυμία του να κινηθεί στον σκοτεινό δρόμο της ανυπαρξίας, έστω κι’ αν αυτός δεν περνάει μέσα από την στεριά, αλλά από την ανήλιαγη θάλασσα. Με μια προκλητική μάλιστα περιφρόνηση στον Αρχηγό της αιώνιας ζωής και του ανεσπέρου φωτός.

Όποιος προσβλέπει στην αληθινή Ζωή και στο Φως το αληθινό που χαρίζει ο Ναζωραίος, δεν στέκεται στην σήψη του σώματος, που είναι φυσικό επακόλουθο της φθοράς, την οποία επιφέρει ο θάνατος. Κοιτάζει μόνο προς τα συμπαρομαρτούντα του Επέκεινα. Σε όσα περνούν αναπόδραστα μέσα από τον τάφο, αλλά δεν στέκονται ποτέ μέσα σε αυτόν για να σαπίσουν. Σε εκείνα που φτερουγίζουν μαζί με την ψυχή ψηλά στην απεραντοσύνη του Σύμπαντος, που το διαφεντεύει η Βασιλεία του Θεού, της οποίας «ουκ έσται τέλος», όπως ομολογούμε στο «Σύμβολό της Πίστεώς» μας. Πόσο ωραία μας τα λέει όλα αυτά ο ίδιος ο Κύριος στην ευαγγελική περικοπή της Εξοδίου Ακολουθίας, για να γνωρίζουμε όλοι από πριν, πού πορευόμαστε, καθώς μας προπέμπουν συγγενείς και φίλοι μετά την εκδημία μας στην τελευταία μας κατοικία : «…Ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την Ζωήν…Έρχεται ώρα…, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του Θεού και οι ακούσαντες ζήσονται…Και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν Ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως…» (Ιω ε΄ 24-29). Όλα αυτά εναρμονίζονται πλήρως με την Σταυρο-Αναστάσιμη Διδασκαλία του Κυρίου, που την επιβεβαίωσε με το προσωπικό Του παράδειγμα, καθώς απέθανε και ετάφη, αλλά ανέστη εκ νεκρών, αφού ως Θεάνθρωπος είναι Αρχηγός της Ζωής. Αυτά όλα μας τα λέει άλλωστε συνοπτικά και περιεκτικά και ο αναστάσιμος παιάνας, που μας βεβαιώνει όλους τους πιστεύοντες ότι «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Για εκείνους που φοβούνται τα μνήματα και την σήψη και κοιτάζουν προς το χώμα τα λέει αυτά το τροπάριο της Αναστάσεως, για να μάς βοηθήσει να προσαναστολισθούμε σωστά στην επιλογή της τελευταίας μας επιθυμίας.

Προς αυτόν τον στόχο προσβλέπει και ο λόγος του ουρανοβάμονος Αποστόλου Παύλου, του Πρώτου μετά τον Ένα, ο οποίος στο αποστολικό ανάγνωσμα, που διαβάζεται κατά την Εξόδιο Ακολουθία, διευκρινίζει χωρίς περιστροφές: «Ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας, δια του Ιησού, άξει συν αυτώ» (Α Θεσ, δ΄ 14). Μας λέει λοιπόν ο Παύλος ξακάθαρα ότι το ζήτημα της στάσης του καθενός απέναντι στον θάνατο είναι συνάρτηση της προσωπικής πίστης μας προς τον Χριστό. Ακριβέστερα: Συνάρτηση της μορφής της πίστης μας προς Αυτόν, πώς δηλ. Τον βλέπουμε και Τον δεχόμαστε μέσα μας. Τον βλέπουμε ως ένα τέλειο άνθρωπο, που κάποια στιγμή πέθανε και χάθηκε αφήνοντας πίσω Του την μνήμη ενός καλού ανθρώπου ή ως Θεάνθρωπο που πέθανε ως Άνθρωπος επάνω στον Σταυρό, αλλά Αναστήθηκε ως Θεός; Εάν πιστεύουμε στον Θεάνθρωπο Ιησού, τα πράγματα, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, είναι απλά: Όπως ο Χριστός αναστήθηκε, έτσι θα αναστήσει την Ημέρα της Κρίσεως και όσους πιστεύουν αληθινά σε Αυτόν. Συνεχίζοντας μάλιστα ο Απόστολος Παύλος στο ίδιο αποστολικό ανάγνωσμα της Εξοδίου Ακολουθίας μας εξηγεί, πώς θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία, αφού την ώρα της Κρίσεως θα υπάρχουν αφ’ ενός μεν οι κεκοιμημένοι μέσα στα μνήματα, αφ’ ετέρου δε δίπλα σε αυτούς και εμείς οι «περιλειπόμενοι», οι ζωντανοί δηλ.. Ας προσέξουμε στο σημείο αυτό την ρήση του Αποστόλου Παύλου: «…Αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι και εν σάλπιγγι Θεού καταβήσεται από ουρανού και οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον. Έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου…και ούτω πάντες εν Κυρίω εσόμεθα…» (Α Θεσ, δ’ 16-18). Πόσο πιο απλά θε έπρεπε να μας το πει ο Απόστολος Παύλος ότι την Ημέρα της Κρίσεως πρώτα θα αναστηθούν οι νεκροί με τα σώματά τους, όπως ήσαν, και στη συνέχεια μαζί με αυτούς με την ίδια νεφέλη θα μεταφερθούμε και εμείς οι ζωντανοί στους ουρανούς, για να σταθούμε όλοι προ του Φοβερού Βήματος του Θεού και να κριθούμε για όσα πράξαμε ή παραλείψαμε να πράξουμε στην ζωή μας;

Όσοι μετά την εκδημία τους επιλέγουν την οδό της αποτέφρωσης αντί της ταφής, όπως επιτάσσει η Σταυρο-Αναστάσιμη διδαχή της θρησκείας μας, αποκαλύπτουν με απόλυτη σαφήνεια δυο τινά: Είτε ότι δεν πιστεύουν στον Χριστό θεωρώντας ως μυθεύματα τα περί Θεανθρώπου και περί της Αναστάσεως Αυτού. Είτε ότι πιστεύουν μεν σε Αυτόν, με ένα στρεβλό όμως τρόπο, που καταλήγει στην τελευταία επιθυμία τους να αποτεφρωθούν, χωρίς να προσέξουν μια πολύ σπουδαία λεπτομέρεια: Την ιερότητα που έχει το ανθρώπινο σώμα τόσο εν ζωή όσο και μετά τον θάνατο κάποιου. Σε αυτή την περίπτωση η αποτέφρωση δεν συνιστά τίποτε άλλο, παρά την εσχάτη προδοσία του Χριστού από εκείνους, οι οποίοι τον διέγραψαν από τα «αρχεία των δεδομένων» τους με την τελευταία πράξη της ζωής τους. Για όλους αυτούς τους ασεβείς προς τον Χριστό εφαρμογή έχει η ρήση του Αποστόλου Παύλου: «Ει τις τον Ναόν του Θεού φθείρει (έτσι θεωρεί τα σώματα όλων των ανθρώπων ο Παύλος), φθερεί αυτόν ο Θεός» (Α Κορ, γ’ 17).

Μερικοί επιχειρούν να δικαιολογήσουν την αποτέφρωση επικαλούμενοι την ελληνική αρχαιότητα, παραβλέποντας όμως ότι στην αρχαία Ελλάδα η επιλογή της αποτέφρωσης κάποιου ως εναλλακτικού τρόπου έναντι της ταφής ήταν απόλυτα συνυφασμένη με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι ουδεμία σημασία έδιναν στο ανθρώπινο σώμα, αφού πίστευαν στην αθανασία της ψυχής. Σήμερα την αποτέφρωση την συναντούμε μόνο σε ανατολικούς ή άλλους λαούς, που δεν έχουν χριστιανικό θρησκευτικό βίωμα. Τέλος για τους κολασμένους ή για εκείνους που τούς μιμούνται στην επιλογή τους καταφεύγοντας στην αποτέφρωση, ώστε να εξαφανίσουν κάθε ίχνος της αμαρτωλότητάς τους ή της ύπαρξής τους, αρκεί εδώ μόνον η υπόμνηση του μεγέθους της πλάνης τους, αφού λησμονούν ένα βασικό νόμο της φυσικής: Εκείνον, ο οποίος μάς λέει ότι η ύλη μπορεί να μετασχηματίζεται σε τέφρα ή σε ό,τιδήποτε άλλο, δεν εξαφανίζεται όμως ποτέ! Έτσι ο Θεός, «ο εκ του μη όντος παραγαγών τα Σύμπαντα», την Ημέρα της Κρίσεως θα βρει και τους αποτεφρωμένους και σκορπισμένους στην θάλασσα ή όπου αλλού και θα τους περιποιηθεί καταλλήλως.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.