Όταν τελειώσαμε τη θεία Λειτουργία, (*) ετοίμασε ο Γέρων Παΐσιος το φαγητό: ρύζι, ντοματούλες που είχε στον κήπο του, και ψωμί, το οποίο ξήραινε ο ίδιος. Γέμισε το δικό μου πιάτο, ενώ στο δικό του έβαλε πολύ λίγο φαγητό. Διαμαρτυρήθηκα, λέγοντας του ότι δεν ήταν σωστό αυτό· εκείνος να φάει ως ασκητής κι εγώ ως καλοφαγάς. Μου είπε τότε.

Δεν είσαι μοναχός; Θα κάνεις, λοιπόν, υπακοή. Τόσο ανυπάκουος Μαυροβούνιος είσαι; Εδώ ο Μπαγιούμ μου είναι πιο υπάκουος από εσένα.

Τον ρώτησα με έκπληξη ποιος ήταν ο Μπαγιούμ, διότι ήξερα ότι δεν είχε κανένα υποτακτικό. Μου έδειξε τότε μια τριανταφυλλιά, την οποία είχε φυτέψει εκεί. Πήγε, στάθηκε μπροστά στην τριανταφυλλιά και είπε:

– Έλα, Μπαγιούμ, να καταλάβει αυτός ο άπιστος ο Αμφιλόχιος από το Μαυροβούνιο τι είναι η πραγματική υπακοή.

Όπως ήταν νωπό το χώμα εκεί γύρω από την τριανταφυλλιά, άρχισε τότε να σηκώνεται και βγήκε έξω ένας βάτραχος. Σας λέω αυτό, που είδα με τα μάτια μου. Στη συνέχεια ο Γέρων Παΐσιος είπε στο βάτραχο:

– Γύρνα τώρα, Μπαγιούμ, πίσω στη θέση σου και το βράδυ να πας να κάνεις την προσευχή σου.

Εξεπλάγην και τον ρώτησα τι είδους προσευχή έκαμνε ο Μπαγιούμ. Και μου εξήγησε ότι ο βάτραχος το βράδυ πήγαινε μπροστά σ’ ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, που ο Γέρων είχε εκεί κι έλεγε την «ψαλμωδία» του. Παραξενεύτηκα και είπα μέσα μου: «Τώρα με κοροϊδεύει ο Γέρων; Για ποια ψαλμωδία του βατράχου μου μιλά»;

Την ίδια ημέρα, με τη δύση του ήλιου, είδα το βάτραχο μπροστά στο σταυρό να κοάζει: «Κοάξ, κουάξ».

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτή η άμεση σχέση του Γέροντος με τα ζώα, όπως ακριβώς τη συναντούμε στους Αγίους.

Ένα καλοκαίρι, που πέρασα απ’ εκεί, επικρατούσε μεγάλη ξηρασία, διότι είχε μήνες να βρέξει. Και μου είπε ο Γέρων Παΐσιος:

– Βλέπεις, εμείς οι άνθρωποι αμαρτάνουμε και ορθά πάσχουμε. Δεν μας αξίζει και τίποτε καλύτερο να μας στείλει ο Θεός. Τα καημένα τα ζώα λυπούμαι, που υποφέρουν. Να, πριν από μερικές μέρες ήρθε ένα φίδι, που δεν έβρισκε πουθενά νερό το καημένο και σαν να μου ζητούσε να του δώσω λίγο νερό να πιει. Πήρα, λοιπόν, το ποτήρι μου και του έβαλα νερό να πιει.

Του είπα τότε, γελώντας:

– Γιατί δεν με φώναξες, Γέροντα, να ρθω να σπάσω το κεφάλι του φιδιού;

Μου απάντησε, γελώντας κι αυτός:

– Εσύ είσαι ένας άγριος Μαυροβούνιος.

Υπάρχουν και τσακάλια εκεί στο Άγιο Όρος. Και, ξέρετε, είναι ανατριχιαστική η φωνή τους, να τ’ ακούς το βράδυ. Μου έλεγε, λοιπόν, ο Γέρων:

– Μην ανατριχιάζεις. Αρχίζει τώρα ο «Εσπερινός» των τσακαλιών. Αυτά είναι πιο πρόθυμα για προσευχή παρά εμείς οι μοναχοί. Πρέπει να μάθεις απ’ αυτά πώς να υμνείς τον Ύψιστο.

(*) Διηγείται ο π. Αμφιλόχιος Ράντοβιτς, καταγόμενος από το Μαυροβούνιο· τότε Ιερομόναχος και ήδη Επίσκοπος Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας της Σερβικής Εκκλησίας. Το όνομα Μπαγιούμ που αναφέρεται στη συνέχεια είναι Βεδουϊνικό και ο άγιος Παΐσιος θα το θυμόταν από την περίοδο που ήταν στο Σινά.

Από το βιβλίο: Κλείτου Ιωαννίδη, Εγκόλπιο Γεροντικό του 20ου αιώνα. Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 25.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.