ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΜΟΡΦΟΥ.

«Ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω» (Ἰω. 7, 37). Τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ λόγια εἶπε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν ἡμέρα τῆς Μεσοπεντηκοστῆς στὸν ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων. Τὸν ἴδιο περίπου λόγο εἶπε ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ὁ προφήτης Ἡσαῒας, ὁ ὁποῖος ζοῦσε ἑφτὰ αἰῶνες πρὶν γεννηθεῖ κατὰ σάρκα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Σὰν νὰ ἄκουγε ὁ προφήτης αὐτὸ ποὺ θὰ ἔλεγε 700 χρόνια ἀργότερα ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ἔλεγε λοιπὸν τὸ ἑξῆς· «Οἱ διψῶντες, πορεύεσθε ἐφ’ ὕδωρ, καὶ ὅσοι μὴ ἔχετε ἀργύρων, βαδίσαντες ἀγοράσατε καὶ πίετε ἄνευ ἀργυρίου καὶ τιμῆς οἶνον καὶ στέαρ» (Ἡσ. 55, 1). «Καὶ ἀντλήσατε ὕδωρ μετ’ εὐφροσύνης ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου» (Ἡσ. 12, 3).

Βλέπετε πόσο μεγάλος εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ εἶχε προαναγγελθεῖ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ 700 χρόνια νωρίτερα. Αὐτὰ τὰ λόγια πρέπει νὰ τὰ ἔχουμε χαραγμένα στὴν καρδιά μας καὶ νὰ δοξάζουμε τὸν Χριστὸ καὶ Θεό μας, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς μας! Γιὰ ποιὸ ὕδωρ μιλοῦσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ὅταν ἔλεγε· «ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7, 38). Μέσα δηλαδὴ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν σ’ Αὐτὸν θὰ τρέξουν ποτάμια ζωντανὸ νερό. Καὶ τὸ ζωντανὸ αὐτὸ νερὸ ποὺ θὰ τρέξει μέσα ἀπ’ αὐτούς, ποὺ μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ τους ἀγάπησαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, εἶναι ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὴν χάρη αὐτή μᾶς τὴν δίνει ὁ Κύριος ἂν τὴν ζητᾶμε, ἂν τὴν δεχόμαστε μὲ δέος καὶ σεβασμό. Ἂν μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας πιστεύουμε στὴν δύναμη ποὺ ἔχει ἡ χάρη Ὅταν μᾶς πλημμυρίζει αὐτὴ ἡ χάρη τότε ἐκχέεται ἔξω καὶ τρέχουν ἀπό μέσα μας ποτάμια ζωντανὸ νερό. Αὐτὸ λοιπὸν σημαίνει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος γεμίζει τὸν ἄνθρωπο δὲν μένει μέσα του ἀπαρατήρητη. Ἐκχέεται ἔξω μὲ τὰ λόγια τῆς ἀγάπης γεμάτα πραότητα, ταπείνωση καὶ ἀλήθεια.

Ἡ θεία χάρη φωτίζει ὅλο τὸ εἶναι του, ἀλλάζει ἀκόμα καὶ τὴν ἐξωτερική του ἐμφάνιση καὶ τὴν βλέπουμε σὲ ὅλα τὰ ἔργα ποὺ κάνει, ἀκόμα καὶ στὶς κινήσεις του, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πραγματικὰ γίνεται φορέας τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Χρειαζόμαστε πάρα πολὺ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸ ζωντανὸ ὕδωρ ποὺ τὸ δίνει δωρεὰν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς σ’ αὐτοὺς ποὺ διψᾶνε. Πολλὲς καὶ διάφορες ἀνάγκες ἔχουμε στὴν ζωή μας. Τὴν καρδιά μας τὴν βασανίζουν πολλὲς θλίψεις. Κάποιοι διψᾶνε γνώση καὶ σοφία. Καὶ ποὺ πρέπει νὰ ψάχνουν τὴν γνήσια καὶ ἀληθινὴ σοφία, στὰ βιβλία πού καταγράφουν τὴν ἀνθρώπινη σοφία; Ἀσφαλῶς ὄχι! Ἐκεῖ σχεδὸν δὲν ὑπάρχει ἡ ἀληθινὴ σοφία, ἡ σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὰ βιβλία αὐτὰ περιέχουν τὴν δική μας ἀνθρώπινη σοφία. Τὴν γνήσια σοφία καὶ γνώση λαμβάνει αὐτὸς ποὺ πίνει ἀκόρεστα τὸ ζωντανὸ νερὸ πού μᾶς δίνει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

Σᾶς ἔχω μιλήσει γιὰ τὸ ποιὰ γνώμη εἶχαν οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ σχετικὰ μὲ τὴν ἀξία τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθινῆς σοφίας. Ἔλεγαν λοιπὸν τὸ ἑξῆς· ἂν κάποιος γνωρίζει ὅλες τὶς ἐπιστῆμες καὶ κατέχει ὅλη τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ δὲν γνωρίζει τὸν Θεὸ εἶναι ὁ πιὸ δυστυχισμένος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ἂν ὅμως κάποιος δὲν γνωρίζει καθόλου τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ εἶναι ἀγράμματος, ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιὰ τοῦ γνωρίζει τὸν Θεό, τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ μακάριος, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ καὶ ἡ πιὸ πολύτιμη γνώση. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ψάχνει τὴν ἀληθινὴ γνώση καὶ τὴν αἰώνια σοφία ἄς τὴν ζητάει ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἂς πίνει τὸ ζωντανὸ νερὸ ποὺ Αὐτὸς δίνει.

Δὲν ἔχει εἰρήνη ἡ καρδιά μας. Τὴν βασανίζουν πολλὲς καὶ διάφορες θλίψεις, πολλὲς φορὲς ἀνυπόφορες. Πού νὰ βροῦμε γαλήνη καὶ εἰρήνη γιὰ τὴν ψυχή μας; Μόνο σ’ Αὐτὸν ποὺ ὁ ἴδιος εἶναι ἡ εἰρήνη, ἡ μόνη καὶ ἡ ἀληθινὴ εἰρήνη. Σ’ Αὐτὸν γιὰ τὸν Ὁποῖο ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· «Αὐτὸς γὰρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἐν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας» (Ἐφ. 2, 14). Ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ δυὸ μέρη ποὺ συνένωσε ὁ Χριστός. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἦταν χωρισμένοι, διότι καταγόταν ἀπὸ διαφορετικὲς χῶρες, μιλοῦσαν διαφορετικὲς γλῶσσες, εἶχαν διαφορετικὲς παραδόσεις καὶ πεποιθήσεις καὶ πίστευαν ὁ καθένας διαφορετικά. Ὅλους αὐτούς, ποὺ ἦταν χωρισμένοι καὶ δὲν αἰσθάνονταν πὼς εἶναι ἕνα μὲ τὸν πλησίον τους, τοὺς συνένωσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, κάνοντάς τους ἀπὸ πολλοὺς ἕνα.

Γιὰ ποιὸ μεσότοιχο μιλάει ὁ ἀπόστολος; Εἶναι ὁ μεσότοιχος τῶν ἀμοιβαίων προκαταλήψεων, τοῦ ἐθνικισμοῦ, τῆς ἔχθρας μεταξὺ τῶν διαφορετικῶν κοινωνικῶν τάξεων. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεσότοιχος ποὺ τὸν γκρέμισε ὁ Κύριος, καταργώντας τὴν ἔχθρα καὶ κάνοντας τοὺς πολλοὺς ἕνα. Ὁ Κύριος μᾶς δίνει τὴν εἰρήνη, τὴν εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία μίλησε στοὺς μαθητές του, λέγοντας· «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω. 14, 27). Αὐτὴ τὴν εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ τὴν δώσει ὁ κόσμος. Αὐτὴ τὴν εἰρήνη μπορεῖ νὰ τὴν ἔχει μόνο αὐτὸς ποὺ πίνει τὸ ζωντανὸ νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ἀθανασίας, ποὺ ζητάει τὴν εἰρήνη μόνο ἀπ’ Αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει, ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς εἰρήνης τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

Δὲν εἶναι πολλοί, ἀκόμα καὶ μεταξύ μας, αὐτοὶ πού ὑποφέρουν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν τους; Δὲν μᾶς βασανίζει ἡ συνείδησή μας ὅταν σκεφτόμαστε τὸ κακὸ πού κάναμε στὴν ζωή μας; Δὲν ἔχουμε εἰρήνη καὶ ἡσυχία, ἡ συνείδησή μας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ἡσυχάσουμε. Πού θὰ βροῦμε τὴν ἡσυχία; Τὴν βρίσκουμε μόλις σκεφτόμαστε Αὐτὸν ποὺ σήκωσε ἐπάνω τοῦ ὄχι μόνο τὶς δικές μας ἁμαρτίες, ἀλλά τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ τὶς κάρφωσε στὸν σταυρό. Τὴν βρίσκουμε μόνο σ’ Αὐτὸν ποὺ ὑπέφερε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μᾶς δίνει νὰ πίνουμε ἀκόρεστα τὸ ζωντανὸ ὕδωρ.

Ὅταν αἰσθανόμαστε ἀδύναμοι καὶ ταπεινωμένοι καὶ χρειαζόμαστε δύναμη ἄς σκεφτοῦμε ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ δύναμη ποὺ χρειαζόμαστε καὶ πρέπει νὰ ἀναζητᾶμε. Τὴν σωματικὴ δύναμη; Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σωματικὴ δύναμη ἔχει ὕψιστη ἀξία; Μήπως ἡ δύναμη τῆς ἐξουσίας ἔχει αὐτὴ τὴν ἀξία; Ἂν θὰ τὸ σκεφτοῦμε καλὰ θὰ καταλάβουμε ὅτι οὔτε ἡ μία οὔτε ἡ ἄλλη δὲν ἔχουν καμμία ἄξια καὶ εἶναι ἄξιες περιφρονήσεως. Ἄς τὸ σκεφτοῦμε, ἄς τὸ σκεφτοῦμε καλὰ αὐτὸ καὶ ἂς ὁδηγήσουμε τὰ βήματά μας πρὸς τὸν Χριστὸ πού μᾶς δίνει τὸ ζωντανὸ αὐτὸ νερό, νὰ τὸ πίνουμε ἀκόρεστα, καὶ τότε θὰ λάβουμε τὴν δύναμη, τὴν ὁποία ὁ κόσμος δὲν τὴν γνωρίζει. Εἶναι ἡ δύναμη τοῦ πνεύματος ἀπελευθερωμένου ἀπό τὰ δεσμὰ τῆς σάρκας, ἀπό τὴν δουλεία τῶν παθῶν, πού μᾶς τραβᾶνε κάτω στὴν γῆ ἐνῶ ἐμεῖς ἀναζητᾶμε τὰ οὐράνια ἀγαθά.

Εἶναι ἡ δύναμη πού μᾶς ἀνεβάζει ψηλά. Εἶναι ἡ δύναμη ποὺ τὴν εἶχαν οἱ ἅγιοι, ἡ δύναμη τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ, ἐκείνης τῆς ἀλήθειας μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς νίκησε τὸν κόσμο. Θὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς μέτοχοι αὐτῆς τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ ἂν τὴν ἀναζητᾶμε. Ἂν ἀναζητᾶμε αὐτὴ τὴν δύναμη καὶ μόνο αὐτὴ καὶ ἱκετεύουμε τὸν Χριστὸ νὰ μᾶς τὴν χαρίσει. Ἂν προστρέχουμε σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ ζωντανοῦ ὕδατος καὶ πίνουμε ἀκόρεστα αὐτὸ τὸ ὕδωρ.

Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ζηλεύουν τὴν δόξα τοῦ ἄλλου καὶ οἱ ἴδιοι ἀναζητᾶνε τὴν δόξα. Ποιὰ δόξα; Ἐκείνη τὴ δόξα, ἡ ὁποία κατακρίθηκε ἀπό τὸν Χριστὸ ὅταν Ἐκεῖνος εἶπε: «δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε» (Ἰω. 5, 44). Ὅλοι ἀναζητᾶνε τὴν ἀνθρώπινη δόξα καὶ θέλουν τὸν ἔπαινο ἀπό τούς ἄλλους καὶ ὄχι τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Τὴν δόξα, τὴν ὁποία λαμβάνουν αὐτοὶ ποὺ μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ τοὺς ἀγάπησαν τὸν Θεό. Τὴν δόξα ποὺ τὴν δίνει δωρεὰν ὁ Χριστὸς σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κατανοήσει ὅτι ἡ μοναδική, ἡ ἀληθινή, ἡ πολυτιμότατη καὶ ἡ ἀμέτρητη δόξα εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Τὴν δόξα αὐτὴ τὴν λαμβάνουν αὐτοὶ ποὺ πίνουν ἀκόρεστα ἀπό τὴν πηγὴ τοῦ ζωντανοῦ ὕδατος καὶ ἀπ’ Αὐτὸν περιμένουν τὴν ὕψιστη δόξα.

Δὲν ἔχετε ἐλευθερία καὶ ἡ κατάσταση πού βρίσκεστε μοιάζει πάρα πολὺ τὴν δουλεία; Νὰ ἀναζητᾶτε τὴν γνήσια ἐλευθερία, ὄχι αὐτὴ ποὺ τὴν ἐκτιμᾶ ὁ κόσμος. Νὰ ἀναζητᾶτε τὴν μοναδικὴ γνήσια καὶ ἀληθινὴ ἐλευθερία – τὴν ἐλευθερία ἀπό τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπό τὰ πάθη. Νὰ θυμᾶστε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους ποὺ πίστεψαν σ’ Αὐτόν: «ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μου ἐστε, καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. 8, 31-32). Μόνο ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει πραγματικὰ ἐλεύθερους. Μόνο αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ἔχει ἀξία καὶ καμμία ἄλλη. Εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ τὴν περιφρονεῖ ὁ κόσμος, καὶ αὐτοὺς ποὺ τὴν κατέχουν καλεῖ δούλους. Καὶ ἄς μᾶς λένε δούλους, ἄς εἴμαστε δοῦλοι στὰ μάτια τοῦ κόσμου ἀλλά ἐλεύθεροι στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ.

Τελειώνοντας θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸν λόγο τοῦ προφήτου Ἱερεμία, μὲ τὸ στόμα τοῦ ὁποίου ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔλεγε: «ἐμέ ἐγκατέλιπον, πηγὴν ὕδατος ζωῆς καὶ ὤρυξαν ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμμένους, οἱ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (Ἱε. 2, 13). Μήπως καὶ κάποιους ἀπό μᾶς ἀφορᾶ ὁ φοβερὸς αὐτὸς λόγος τοῦ προφήτου. Δὲν θέλω νὰ τὸ πιστέψω, Θεέ μου! Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσουμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Πολλοὺς τέτοιους λάκκους ἔσκαψαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τοὺς γέμισαν μὲ τὸ νερὸ τῆς δικῆς τους σοφίας, τῶν δικῶν τους γνώσεων καὶ πεποιθήσεων καὶ τῆς δικῆς τους κατανοήσεως τῆς ζωῆς. Οἱ δεξαμενὲς ὅμως αὐτὲς δὲν μπόρεσαν νὰ συγκρατήσουν τὸ νερό, διότι σ’ αὐτὸ δὲν ὑπῆρχε ἀλήθεια.

Κανεὶς ἀπό μᾶς νὰ μὴν μοιάζει μία τέτοια ραγισμένη δεξαμενή. Ἀλλὰ νὰ πίνουμε τὸ γνήσιο καὶ μόνο ἀληθινὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς, πού μᾶς προσφέρει ὁ Κύριος μᾶς Ἰησοῦς Χριστός, τοῦ Ὅποιου δόξα καὶ κράτος εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

«Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι καί ὁμιλίες τόμος Β»

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.