O προηγούμενος μοναχός, μη συνετισθείς από το πάθημά του, έπεσε σε άλλο παράπτωμα ανυπακοής. Ένα μεσημέρι εσκέφθη να κατεβεί στη θάλασσα να ψαρέψει. Προτού να φύγει, πηγαίνει να πάρει την ευλογία (άδεια) από τον θείο Γέροντά του Παρθένιον.

Ο Παρθένιος όμως εκοιμάτο και διά να μην τον ξυπνήσει εξεκίνησε χωρίς άδεια. Αυτό ήτο παρακοή. Επήγε και εψάρεψε πολύ ωραία βούπα. Χαρούμενος επιστρέφει και χαρούμενος λέγει εις τον Γέροντά του.

-Γέροντα, Γέροντα. Ωραία βούπα. Έπιασα ωραία βούπα.

-Από ποιόν επήρες άδεια ; Τίνος το είπες ;

-Μα, Γέροντα, εκοιμόσουν, και διά να μην σε ξυπνήσω…

-Τίποτα, τίποτα. Να πας, αμέσως, να την πετάξεις εκεί που την ηύρες.

-Μα, Γέροντα, δεν είναι κρίμα να την πετάξω ;

-Ό,τι σου είπα. Εδώ δεν κάνει ο καθένας το θέλημά του. Ένα θέλημα θα γίνεται. Ένας θα διευθύνει το Μοναστήρι.

Επήγεν ο μοναχός και την έρριψε εις την θάλασσα. Πριν την ρίξει εις την θάλασσα, άνοιξε τα στόματα μερικών ψαριών και είχαν σκουλήκια και εθαύμασε. Όταν εδιηγήθη το γεγονός, ο Γέροντας του είπε :

-Αυτοί είναι, παιδί μου, οι καρποί της παρακοής.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.