20 Οκτωβρίου Εορτολόγιο ποιοι γιορτάζουν σήμερα: Ο Όσιος Γεράσιμος ο Νέος Ασκητής ο εν Κεφαλληνία ο Πελοποννήσιος. Ο Άγιος Γεράσιμος γεννήθηκε το 1509 μ.Χ. στα Τρίκαλα της Κορινθίας. Καταγόταν από την επίσημη οικογένεια των Νοταράδων και ήταν γιος του Δημητρίου και της Καλής. Η Ακολουθία και Παρακλητικός Κανών του Οσίου Γερασίμου.

Διαβάστε και δείτε βίντεο με την εορτή και τον βίο του Οσίου Γερασίμου του Νέου Ασκητή του εν Κεφαλληνία.

Ο Άγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1579, την ίδια ημέρα με την πολυσέβαστη του Παναγία.

Η πρώτη ανακομιδή του Λειψάνου του Αγίου Γεράσιμου έγινε 2 χρόνια και 2 μήνες μετά την κοίμηση του, στις 20 Οκτωβρίου του 1581. Οι Ενετοί όμως, θορυβημένοι από την αφθαρσία του Λειψάνου του, ζήτησαν να ταφεί ξανά, ώστε να συμπληρωθούν τα 3 χρόνια από την κοίμησή του. Η δεύτερη ανακομιδή του σκηνώματός του γίνεται μετά από 6 μήνες και το αποτέλεσμα είναι πάλι το ίδιο.

Γι’ αυτό το λόγο θεσπίστηκε η κυριώνυμος εορτή του Άγιου Γεράσιμου στις 20 Οκτωβρίου και όχι στις 15 ή 16 Αυγούστου. Αργότερα όμως οι χριστιανοί γιόρταζαν τη μνήμη του με την κοίμηση της Θεοτόκου, όχι όμως στις 15 για να μην επισκιαστεί η κοίμηση της Παναγίας, αλλά στις 16 Αυγούστου. Η διακήρυξη της αγιότητός του οσίου Γερασίμου έγινε το 1622. Ο Άγιος Γεράσιμος ονομάστηκε νέος ασκητής, για να τον ξεχωρίζουν από τον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη.

Γνωρίζετε τι είναι ο Παρακλητικός Κανών;

Ακολουθία Αγίου Γερασίμου

Μικρός Εσπερινός Οσίου Γερασίμου

Εις το Κύριε εκέκραξα, ιστώμεν στ. δ’  και ψάλλομεν στιχηρά προσόμοια.

Ήχος β’ . Ότε εκ του ξύλου.

Δεύτε Κεφαλλήνων οι πιστοί, δράμωμεν προθύμως και πόθω, τω Γερασίμου Ναώ, ύμνους αναπέμψωμεν τω ευεργέτη Θεώ, τω μεγάλως δοξάσαντι, υστέροις εν χρόνοις, χάρισι και τέρασι, και θαυμασίοις πολλοίς, τούτον τον αυτού υπηρέτην, όνπερ και προστάτην παρέσχε, πάσι τοις αυτώ προστρέχουσιν εκ πίστεως.

Χάρις η του Πνεύματος ημάς, Πάτερ η εν σοι ενοικούσα, φαιδρώς συνήγαγεν, άσμασι προτρέπουσα, την θείαν μνήμην σου, την σεπτήν και χαρμόσυνον, αισίως τιμήσαι, χάριτος ως πρόξενον μάκαρ Γεράσιμε· όθεν προσφωνούμέν σε σκέπε, τους προσκαλουμένους σε πόθω, από των δεινών και περιστάσεων.

Πάντες ως μεγίστην αληθώς, καθομολογούμεν εν πίστει, την προστασίαν την σην, εν ταις περιστάσεσι των συμφορών και δεινών, τάχος μάκαρ προφθάνουσαν, ευχαίς ευπροσδέκτοις, Όσιε Γεράσιμε προς τον Σωτήρα Χριστόν· όθεν σε προστάτην πλουτούντες, μνήμην την σην ύμνοις τελούμεν, ευχαρίστως πάντες αγαλλόμενοι.

Σκήνός σου θεόφρων το σεπτόν, σκεύος απειργάσω χαρίτων και ουρανίων ηθών, πόνοις της ασκήσεως, και θείον όργανον, δωρεών των του Πνεύματος, αείμνηστε Πάτερ· όθεν θαυματόβρυτον ο στεφοδότης Χριστός, δώρον αυτό δέδωκε πάσι, τοις πανευλαβώς κεκτημένοις, πρέσβιν σε θερμόν θείε Γεράσιμε.

Δόξα. Ήχος δ’ .

Τον εξαίσιον και πανθαύμαστον βίον σου, εξεπλάγησαν δαίμονες, και εθαύμασαν Άγγελοι, ορώντές σε επί γης, εν σαρκί ως άσαρκον δι’ αρετής διατρέποντα. Διο η μνήμη σου σήμερον, θεοφόρε Γεράσιμε, ευφροσύνης πρόξενον ημίν επέστη, και χαρμόσυνον εορτήν επιτελούντες, σέβομεν πόθω το ιερόν, και άγιον σκήνός σου, αξιοχρέως δοξάζοντες, τον σε δοξάσαντα Κύριον.

Και νυν. Της εορτής.

Την πάνσεπτόν σου Κοίμησιν Παναγία Παρθένε Αγνή, των Αγγέλων τα πλήθη εν ουρανώ, και ανθρώπων το γένος επί της γης μακαρίζομεν· ότι Μήτηρ γέγονας του Ποιητού των απάντων Χριστού του Θεού. Αυτόν ικετεύουσα, υπέρ ημών μη παύση δεόμεθα, των εις σε μετά Θεόν, τας ελπίδας θεμένων, Θεοτόκε πανύμνητε, και απειρόγαμε.

Φως ιλαρόν.

Στιχηρά. Ήχος β’ . Οίκος του Ευφραθά.

Στίφη των ευσεβών, δοξάσωμεν συμφώνως, Θεόν τον κηδεμόνα, τον δόντα φιλανθρώπως, ημίν θείον Γεράσιμον.

Στ.: Τίμιος εναντίον Κυρίου…

Ούτος γαρ αληθώς, της πίστεως υπάρχει, το στήριγμα και κλέος, Ορθοδοξίας όντως, πιστών το εγκαλλώπισμα.

Στ.: Μακάριος ανήρ…

Σκήνος γαρ το σεπτόν, αείζωον δεικνύων, αισχύνει τους απίστους, τους δε πιστούς προτρέπει, δοξάζειν τον Παντάνακτα.

Δόξα.

Δόξα σοι Βασιλεύ, Παντάναξ πλουτοδότα, πανεύσπλαγχνε τω δόντι, Γεράσιμον σοις δούλοις, ως πλούτον αναφαίρετον.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Δέσποινα Αγαθή, αγίας σου τας χείρας, προς τον Υιόν σου άρον, φιλόψυχον τον Πλάστην, οικτειρήσαι τους δούλους σου.

Νυν Απολύεις.

Απολυτίκιον. Ήχος α’ . Της ερήμου πολίτης.

Των πιστών σε προστάτην, και ταχύν αντιλήπτορα, οσιώτατε Πάτερ, θεοφόρε Γεράσιμε, ανέδειξε Θεός επί γης, ο πάντων των όντων κηδεμών· θεραπεύεις γαρ σωμάτων, και ψυχών τα πάθη τη ση χάριτι· δόξα τω σε δοξάσαντι λαμπρώς, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Δόξα. Όμοιον.

Των Τρικκάλων τον γόνον, Κεφαλλήνων το κλέϊσμα, Ομαλών Μονής των προστάτην, Σε ευφημούμεν Γεράσιμε· εβίωσας γαρ εν τη δε τη ζωή ως άγγελος ουράνιος Θεού. Διο δόξης ηξιώθη, και αφθαρσίας σώμά σου το πάντιμον· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε αφθαρτώσαντι, δόξα τω δωρησαμένω σε πιστοίς πρέσβυν ακοίμητον.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Εν τη γεννήσει…

Μελετήστε το Ευαγγέλιο κάθε μέρα από την ΕΚΚΛΗΣΙΑ Online.

Μέγας Εσπερινός Αγίου Γερασίμου

Μετά τον προοιμιακόν, το Μακάριος ανήρ. Εις δε το Κύριε εκέκραξα ιστώμεν στίχους η  καὶ ψάλλομεν στιχηρά της εορτής τη Θεοτόκου εκ του Μεγάλου Εσπερινού, Δ’  δευτεροῦντες το πρώτον.

Και του Αγίου προσόμοια δ’ . Ήχος δ’ . Ως γενναίον εν Μάρτυσι.

Τω τιμίω λειψάνω σου, η ση Νήσος αγάλλεται, και τοις θείοις άσμασι καταστέφει σε, πλουτισαμένη σε άσυλον, θησαύρισμα Όσιε, και υπέρμαχον θερμόν, πρεσβευτήν προθυμώτατον, ταύτην σώζοντα, εκ παντοίων κινδύνων, ως μεγίστην, παρρησίαν κεκτημένος, ω θεοφόρε Γεράσιμε.

Και εις Τρίκκην πανόλβιε, και εις Όρος του Άθωνος, και Εώαν άπασαν, και εις Σίναιον, και εις Σιών αγιώνυμον, ερήμους και σπήλαια, Ιορδάνην τε λαμπρώς, ο περίδοξος βίος σου, εναπήστραψε, και πλησθείς, των ενθέων χαρισμάτων, θησαυρός εναπετέθης, εν τη Μονή σου θαυμάσιος.

Φυγαδεύονται δαίμονες, ασθενείς θεραπεύονται, του λιμού η κάκωσις αφανίζεται, γης δε αυχμός διαλύεται, ψυχαί διασώζονται, το γαρ όνομα το σον, το σεπτόν και σεβάσμιον, δώρον τίμιον, ευραμένη θεόθεν δεδομένον, η ση Νήσος τας αιτήσεις, ταις σαις πρεσβείαις κομίζεται.

Μυστηρίων γεγένησαι, ιερεύς καθαρώτατος, μοναζόντων καύχημα, και εδραίωμα, και ασκητών τύπος άριστος, πιστούμενος άπασι, τα σεπτά σου, και λαμπρά κατορθώματα Άγιε, δι’ ων κέκτησαι, την του Πνεύματος χάριν, παραδόξως, εν σοι μάκαρ ενοικούσαν, και τηλαυγώς απαστράπτουσαν.

Δόξα. Ήχος α’ .

Θεαρχίω νεύματι στέψωμεν ω φιλεόρτων ομήγυρις, νεοφανή αντιλήπτορα μέγιστον.

Πλ. α’ . Επιτελούντες την χαρμόσυνον, και πανίερον μνήμην, αυτόν μεγαλύνωμεν.

Β’ . Την δε πανέντιμον περικυκλούντες θήκην, μετ’ ευφροσύνης τη χάριτι ευωχούμενοι.

Πλ. β’ . Το χαριτόβρυτον, και πανσέβαστον σκήνος θεώμενοι, ωδαίς αναμέλψωμεν, ευσεβοφρόνως τε γεραίροντες τον του Χριστού υπηρέτην, τον ύμνον σπεύσωμεν εκβοήσαι, ιδού ο αοίδιμος, Γεράσιμος προτίθεται.

Γ . Δώρον τοίνυν θεόθεν δεδωρημένον, εδεξάμεθα δωρεαίς παγχρύσοις κεκοσμημένον. Βαρύς. Ευλογίαν γαρ πάσιν ημίν εκ Θεού παρασχείν ελήλυθας, ω ατενίζειν ου παυσόμεθα, καν σοι άξιον γέρας απονέμειν αδύνατον.

Δ . Ζώντας γαρ και μετά πότμον, θησαυρόν σε επλουτήσαμεν.

Και νυν. Θεοτοκίον

Πλ. δ’ . Διο Όσιε θεοφόρε, Χριστώ συν τη Θεοτόκω Μαριάμ, Αχράντω Κόρη, πρέσβευε διηνεκώς, περιφρουρήσαι, και σώσαι από πάσης προσβολής εναντίας την νεολαιαν σου, την γαρ σην προστασίαν κεκτήμεθα.

Α . Εις τους αιώνας αγλαοφανώς μακαρίζοντες.

Είσοδος· φως ιλαρόν· προκείμενον· και τα Αναγνώσματα.

Σοφίας Σολομώντος το Ανάγνωσμα. (γ  1-9)

Δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού, και ου μη άψηται αυτών βάσανος. Έδοξαν εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι, και ελογίσθη κάκωσις η έξοδος αυτών, και η αφ  ἡμῶν πορεία σύντριμμα· οι δε εισιν εν ειρήνη. Και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης. Και ολίγα παιδευθέντες, μεγάλα ευεργετηθήσονται· ότι ο Θεός επείρασεν αυτούς, και εύρεν αυτούς αξίους εαυτού. Ως χρυσόν εν χωνευτηρίω εδοκίμασεν αυτούς, και ως ολοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αυτούς. Και εν καιρώ επισκοπής αυτών αναλάμψουσι, και ως σπινθήρες εν καλάμη διαδραμούνται. Κρινούσιν έθνη και κρατήσουσι λαών, και βασιλεύσει αυτών Κύριος εις τους αιώνας. Οι πεποιθότες επ  αὐτῷ, συνήσουσιν αλήθειαν, και οι πιστοί εν αγάπη προσμενούσιν αυτώ· ότι χάρις και έλεος εν τοις οσίοις αυτού, και επισκοπή εν τοις εκλεκτοίς αυτού.

Σοφίας Σολομώντος το Ανάγνωσμα. (ε´ 15-23, στ´ 1-3).

Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι, και εν Κυρίω ο μισθός αυτών, και η φροντίς αυτών παρά Υψίστω. Δια τούτο λήψονται το βασίλειον της ευπρεπείας, και το διάδημα του κάλλους εκ χειρός Κυρίου· ότι τη δεξιά αυτού σκεπάσει αυτούς, και τω βραχίονι υπερασπιεί αυτών. Λήψεται πανοπλίαν τον ζήλον αυτού και οπλοποιήσει την κτίσιν εις άμυναν εχθρών. Ενδύσεται θώρακα δικαιοσύνην και περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ανυπόκριτον. Λήψεται ασπίδα ακαταμάχητον, οσιότητα· οξυνεί δε απότομον οργήν εις ρομφαίαν. Συνεκπολεμήσει αυτώ ο κόσμος επί τους παράφρονας· πορεύσονται εύστοχοι βολίδες αστραπών, και ως από ευκύκλου τόξου, των νεφών, επί σκοπόν αλούνται, και εκ πετροβόλου θυμού πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. Αγανακτήσει κατ  αὐτῶν ύδωρ θαλάσσης· ποταμοί δε συγκλύσουσιν αποτόμως. Αντιστήσεται αυτοίς πνεύμα δυνάμεως, και ως λαίλαψ εκλικμήσει αυτούς, και ερημώσει πάσαν την γην ανομία, και η κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστών. Ακούσατε ουν, Βασιλείς, και σύνετε· μάθετε Δικασταί περάτων γης· ενωτίσασθε οι κρατούντες πλήθους, και γεγαυρωμένοι επί όχλοις εθνών· ότι εδόθη παρά Κυρίου η κράτησις υμίν, και η δυναστεία παρά Υψίστου.

Σοφίας Σολομώντος το Ανάγνωσμα. (δ´ 7-15).

Δίκαιος, εάν φθάση τελευτήσαι, εν αναπαύσει έσται. Γήρας γαρ τίμιον, ου το πολυχρόνιον, ουδέ αριθμώ ετών μεμέτρηται. Πολιά δε εστι φρόνησις ανθρώποις· και ηλικία γήρως, βίος ακηλίδωτος. Ευάρεστος Θεώ γενόμενος, ηγαπήθη, και ζων μεταξύ αμαρτωλών, μετετέθη. Ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού, η δόλος απατήση ψυχήν αυτού. Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά, και ρεμβασμός επιθυμίας μεταλλεύει νουν άκακον. Τελειωθείς εν ολίγω, επλήρωσε χρόνους μακρούς· αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού· δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας. Οι δε λαοί ιδόντες, και μη νοήσαντες, μηδέ θέντες επί διανοία το τοιούτον, ότι χάρις και έλεος εν τοις οσίοις αυτού, και επισκοπή εν τοις εκλεκτοίς αυτού.

Εις δε την Λιτήν, ιδιόμελα. Ήχος α’ .

Τον νέον ασκητήν, και νεοφανή εκ της Εώας ανατείλαντα αστέρα, θείον Γεράσιμον, εν ωδαίς ασμάτων ευφημήσωμεν. Εγκρατεία γαρ το σώμα νεκρώσας, και τη απαθεία αγνίσας την ψυχήν, θείον εαυτόν ενδιαίτημα, έτι εν τω μετά σώματος βίω απετέλεσε. Διο και μετά θάνατον, εν γη μεν αυτού το σώμα, εν ουρανοίς δε το πνεύμα δοξάζεται, και πρεσβεύει υπέρ των ψυχών ημών.

Ήχος πλ. β’ .

Χαίρει σήμερον η ση νήσος, εν τη πανσέπτω σου μνήμη, μάκαρ θεοφόρε Γεράσιμε, και συν αυτή άπαντες πιστοί, ευφραίνονται αγαλλόμενοι. Ανέτειλας γαρ τω κόσμω, αστήρ νεοφανής τη φαιδρότητι της χάριτος αστραπτόμενος, και πρεσβεύεις υπέρ των ψυχών ημών.

Ο αυτός.

Μάκαρ θεοφόρε Γεράσιμε, σε και ζώντα περιχαρώς επλουτήσαμεν, και μετά θάνατον έχειν σε ηξιώθημεν πανθαύμαστε. Διο το θείόν σου, και σεβάσμιον σκήνος, ευλαβώς ασπαζόμενοι, δυσωπούμέν σε, τον Θεόν ικετεύειν υπέρ ημών.

Ο αυτός.

Πόθω θείω και έρωτι, τρωθείς την ψυχήν ιερώς, Γεράσιμε πανθαύμαστε, τον των γεννητόρων πόθον απώσω, και συγγενών, και φίλων σαυτόν αποχωρήσας, εμάκρυνας φυγαδεύων, τόπον εκ τόπου αμειβόμενος, και δη εκ πολλών ενθέου βίου παραδειγμάτων, το της αρετής μέλι ως εξ ανθέων, οίά τις σοφή συλλεξάμενος μέλισσα, εν τη σαυτού ψυχή, ως εν σίμβλω νοητώ εναπέθηκας. Διο σε ο Χριστός θαυμάτων ενεργείαις εδόξασεν εν γη, και της χαράς των εκλεκτών εν ουρανώ κατηξίωσεν· ης και ημάς μιμητάς του σου βίου γενομένους, αξιωθήναι πρέσβευε, τους ετησίως τελούντας την μνήμην σου.

Ήχος β’ .

Εν τοις επουρανίοις σκηνώμασιν Όσιε, συν ταις των αγίων χορείαις, το πνεύμά σου αιωνίως αγάλλεται· λαμπρώς δε σου και το σώμα το θαυματόβρυτον, φθοράς ανώτερον, εν τη Κεφαλληνία διασωζόμενον τιμάται, και πανταχού το σεπτόν σου όνομα υμνείται, και δοξάζεται Χριστός, ο δοξάζων τους αυτόν αντιδοξάζοντας.

Δόξα. Ήχος πλ. α’ .

Όσιε Πάτερ, Γεράσιμε θεσπέσιε, Μωσέως του Θεόπτου, και Ηλιού του ζηλωτού, τους τρόπους εκμιμούμενος, και τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος, έξω κόσμου και σαρκός εγένου, ζων υπέρ τα ορώμενα. Διο και ο Χριστός σε αξίως εδόξασεν, εν γη μεν το θείόν σου σκήνος, κρείττον διαφθοράς συντηρών, ως και το κατ’ εικόνα αδιαλώβητον τηρήσαντα, εν ουρανώ δε το πνεύμά σου, ένθα πάντων έστί των ευφραινομένων η κατοικία κατέταξεν, ω πρεσβεύων μη παύση υπέρ των τιμώντων σε.

Και νυν. Της εορτής.

Δεύτε φιλεόρτων τα συστήματα…

Εις τον στίχον. Ήχος β’ . Ότε εκ του ξύλου.

Ότε σε εκ των δε φθαρτών, μάκαρ ο διάπυρος έρως, Θεού εξήρπασε, τότε σου την έφεσιν πάσιν αντέθηκας, και αυτώ ηκολούθησας, μακράν φυγαδεύων, εις έρημον άβατον, εν η ωμίλεις Χριστώ· ον νυν δυσωπών μη εκλείπης, υπέρ των αεί σε τιμώντων, και μακαριζόντων ιερώτατε.

Στ.: Τίμιος εναντίον Κυρίου…

Νέος ανεδείχθης ασκητής, και θαυματουργός θεοφόρε, εχθρών σφαξάμενος, τον μισανθρωπότατον, και δολιώτατον, τον εις ύψος καυχώμενον, και γένος ανθρώπων, παμπήδην γελάσαντα, και απατήσαντα· όθεν την αγίαν σου μνήμην, πόθω εκτελούντες θεόφρων, ύμνοις εορτάζομεν Γεράσιμε.

Στ.: Μακάριος ανήρ…

Πάσαν τρικυμίαν των παθών, Πάτερ κατεμάρανας σφόδρα, τη εγκρατεία σαρκός, άλλος ώσπερ άσαρκος εν γη ηγώνισαι, τας ορέξεις νεκρώσας σου, τοις πόνοις και μόχθοις, θείον καταγώγιον γέγονας πνεύματος· όθεν σου την πάνσεπτον μνήμην, ημών εκτελούντων προσφόρως, μέμνησο πολύτλα παμμακάριστε.

Δόξα. Ήχος δ’ .

Ουρανίου πολιτείας φωστήρ διαυγέστατος, έλαμψας τω κόσμω τω κάλλει του πνεύματος, φαιδρώς καθωραϊσμένος, και τη αίγλη τον νουν καταστραπτόμενος. Διο προστάτην πλουτούντές σε Γεράσιμε Όσιε, και το σεβάσμιον σκήνός σου ευλαβώς ασπαζόμενοι, δεόμεθά σου εκτενώς, πρέσβευε υπέρ των ψυχών ημών.

Και νυν. Της εορτής.

Ότε εξεδήμησας Θεοτόκε Παρθένε…

Νυν Απολύεις.

Απολυτίκιον. Ήχος α’ . Της ερήμου πολίτης.

Των πιστών σε προστάτην, και ταχύν αντιλήπτορα, οσιώτατε Πάτερ, θεοφόρε Γεράσιμε, ανέδειξε Θεός επί γης, ο πάντων των όντων κηδεμών· θεραπεύεις γαρ σωμάτων, και ψυχών τα πάθη τη ση χάριτι· δόξα τω σε δοξάσαντι λαμπρώς, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Δόξα. Όμοιον.

Των Τρικκάλων τον γόνον, Κεφαλλήνων το κλέϊσμα, Ομαλών Μονής των προστάτην, Σε ευφημούμεν Γεράσιμε· εβίωσας γαρ εν τη δε τη ζωή ως άγγελος ουράνιος Θεού.

Διο δόξης ηξιώθη, και αφθαρσίας σώμά σου το πάντιμον· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε αφθαρτώσαντι, δόξα τω δωρησαμένω σε πιστοίς πρέσβυν ακοίμητον.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Εν τη γεννήσει…

Άγιος Γεράσιμος Όρθρος

Μετά την α’  στιχολογίαν, κάθισμα, ήχος γ’ . Την ωραιότητα.

Νεοφανέντος σου τη οικουμένη σοφέ, και πλουτισθέντος σου ταις θεϊκαίς αρεταίς, λελαμπρυσμένος φωστήρ αναπεφάνθης· όθεν ως στερέωμα, Εκκλησίας τεθέντα σε, άσμασι γεραίρομεν, ως αστράπτοντα χάρισι. Διο και σε προστάτην πλουτούντες, ύμνοις, την σην τιμώμεν μνήμην.

Δόξα.

Την καθαρότητα της διανοίας σου, και το επίμονον, το των καμάτων σου, την τε ισάγγελον ζωήν, ιδών ο στεφοδότης, χάρισι ελάμπρυνε, και λαμπρώς σε εδόξασε, φύλακα παρέχων σε και ημών αντιλήπτορα. Διο και ευχαρίστως η νήσός σου, δόξαν Θεώ προσαναπέμπει.

Και νυν. Της εορτής.

Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος, θαύμα εν θαύματι διπλούν συνέδραμες Θεοτόκε· πως γαρ η απείρανδρος βρεφοτόφος αγνεύουσα; Πης δε η Μητρόθεος, νεκροφόρος μυρίζουσα; Διο συν τω Αγγέλω βοώμέν σοι· χαίρε η Κεχαριτωμένη.

Μετά την β’  στιχολογίαν, κάθισμα, ήχος γ’ . Η Παρθένος σήμερον.

Επί γης ως άσαρκον εν αρετή διαπρέψας, πολιτείας γέγονας επουρανίου εργάτης· Πνεύματος δε του Αγίου φανείς δοχείον, χάριτι θαυμάτων μάκαρ αντεδοξάσθης. Διο πάντες σου το σκήνος, σέβομεν πόθω θείε Γεράσιμε.

Δόξα, ήχος δ’ . Επεφάνης σήμερον.

Αρετών φαιδρότητι κεκοσμημένος, την στολήν της χάριτος, μάκαρ εδέξω εξ Θεού, και το σεβάσμιον σκήνός σου, πιστοίς εδόθη πηγή χαριτόβρυτος.

Και νυν. Της εορτής.

Τη σεπτή κοιμήσει σου η οικουμένη, τω αΰλω πνεύματι πεποικιλμένη νοερώς, εν ευφροσύνη κραυγάζει σοι· χαίρε Παρθένε χριστιανών το καύχημα.

Μετά τον πολυέλεον, κάθισμα, ήχος πλ. δ’ . Την σοφίαν και λόγον.

Της αγάπης τω έρωτι πτερωθείς, και φωτί τω της χάριτος ελλαμφθείς, τον κόσμον κατέλιπες, και Χριστώ ηκολούθησας, αγγελικώς τον βίον, τελέσας ως άσαρκος, κεκαθαρμένος όλος, ψυχή τε και σώματι. Όθεν και δοχείον, του Θεού χρηματίσας, την χάριν απείληφας, ως μισθόν των καμάτων σου, του τελείν τα θαυμάσια, θεοφόρε Γεράσιμε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω την αγίαν μνήμην σου.

Δόξα. Και νυν. Της εορτής.

Η Θεόν συλλαβούσα άνευ σποράς, σαρκωθέντα τεκούσα δίχα φθοράς, την νέαν αμφιέννυσαι, αφθαρσίαν του πνεύματος· ως γαρ ζωής συ Μήτηρ, και πάντων Βασίλισσα, προς την ζωήν μετέστης, Παρθένε την άϋλον. Όθεν επαξίως, αληθώς ανεδείχθης, νεφέλη πηγάζουσα, της ζωής ημών νάματα, Θεομήτωρ Πανάμωμε, πρέσβευε τω Σω Υιώ και Θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις ευσεβώς προσκυνούσι την σεπτήν σου μετάστασιν.

Οι Αναβαθμοί του δ’  ἦχου.

Προκείμενον, ήχος δ : Τίμιος εναντίον Κυρίου…

Στ.: Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω…

Πάσα πνοή. Το Ευαγγέλιον. Ο Ν  ψαλμός.

Ελεήμων, ελέησόν με ο Θεός… Ήχος πλ. β .

Δέδοται πιστοίς παρά Θεού θησαυρός ασύλητος, Γεράσιμε Όσιε, το πάνσεπτον σκήνός σου. Διο πνευματικήν ευφροσύνην, και ιαμάτων την χάριν, βρύεις αεννάως μακάριε, τοις προστρέχουσιν εν πίστει τη σορώ σου τη θεία. Πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, αγιώτατε Πάτερ, ατρώτους ημάς κινδύνων διασώζεσθαι.

Ο α’  κανὼν της εορτής της Θεοτόκου εις στ’ · και του Αγίου β’  εἰς η .

Κανών πρώτος

Ήχος δ’ .

Ωδή α’ . Ανοίξω το στόμα μου.

Τον ύμνον προσάγει σοι, μάκαρ θεόφρων Γεράσιμε, η νήσός σου σήμερον, αγαλλομένη φαιδρώς, ην περίσωζε, φρουρόν σε κεκτημένη, προστάτην θερμώτατον, και αντιλήπτορα.

Θεράπων πανάριστος, Θεού παμμάκαρ και γνήσιος, εδείχθης Γεράσιμε, βίον ασκησας εν γη, τον ισάγγελον, διο ταις σαις πρεσβείαις την νήσόν σου φύλαττε προσκαλουμένην σε.

Μονήν σε ειργάσατο, Πατρός, Υιού τε, και Πνεύματος, ο ένθεος πόθος σου προς τα ουράνια, ως στηρίζων σε, τη χάριτι τη θεία, τηρείν σε κατέπεισε νόμου προστάγματα.

Τους σε καταστέφοντας, νυν εγκωμίων τοις άσμασι, εν θρόνω της χάριτος, παρεστηκώς εφ’ ημάς, ταις πρεσβείαις σου, επίβλεψον, και ρύσαι, παντοίων εκ θλίψεων, μάκαρ Γεράσιμε.

Κανών δεύτερος

ου η ακροστιχίς: Άδω σοι τον ύμνον ο δούλός σου. (Άνευ των Θεοτοκίων). Ήχος πλ. δ’ .

Ωδή α’ . Αρματηλάτην Φαραώ.

Ασματικώς μετ’ ευφροσύνης Όσιε, σε καταστέφομεν νυν, ύμνοις ευχαρίστοις, της χαράς ως πρόξενον· σε γαρ φρουρόν θερμώτατον, και προστάτην, και ρύστην, ο στεφοδότης, ο πάνσοφος, κρίμασιν αρρήτοις κατέστησε.

Δώρον σεπτόν, και προφανώς υπέρτιμον, παρά Θεού θησαυρόν, επλουτήσαμέν σε, και αεί πλουτούμέν σε, περιχαρώς Γεράσιμε, καλλονή μοναζόντων, και ασκητών η ευπρέπεια, και των ιερέων το καύχημα.

Ως όντως ρόδον θαυμαστόν, και εύοσμον, μάκαρ εξήνθησας, και λιπών τα πάντα, την ψυχήν τοις άνθεσι, των αρετών εστόλισας, τη του πνεύματος αίγλη, ευωδιάζων πληρέστατα, άπαντα τα αισθητήρια.

Θεοτοκίον.

Δεύρο ψυχή μου ταπεινή, και βόησον τη Θεομήτορι, χριστιανών σκέπη, μη εγκαταλίπης με, αντιλαβού, και σώσόν με, και της αιωνιζούσης, κολάσεως ελευθέρωσον, η των ανελπίστων αντίληψις.

Ωδή γ’ . Τους σους υμνολόγους.

Ην συ εξελέξω παιδιόθεν, οδόν μετανοίας την τερπνήν, γενναίως επετέλεσας, μηδέν προκρίνας Όσιε, του προς τον Κτίστην, έρωτος, αγγελικής τε βιώσεως.

Το τίμιον σκήνός σου θεόφρων Γεράσιμε, βρύον τοις πιστοίς, τα ρείθρα των ιάσεων, της χάριτος τεκμήριον, υπάρχει δι’ ης γέγονα, σεπτόν δοχείον του πνεύματος.

Επίκουρος μέγιστος εφάνης, δεινών περιστάσεων λιμού, την νήσόν ρυόμενος, ως φύλαξ συμπαθέστατος, ην περιφρούρει πάντοτε, παντός κινδύνου απήμονα.

Ποικίλων ημάς πειρατηρίων, κινδύνων και θλίψεων δεινών, τη σκέπη σου προσφεύγοντας, Γεράσιμε θεόληπτε, ταις σαις θερμαίς δεήσεσιν, ως συμπαθής ελευθέρωσον.

Έτερος. Ουρανίας αψίδος.

Σε θησαύρισμα θείον, οι ευσεβείς Πνεύματος, και της Εκκλησίας φωστήρα επιγινώσκομεν, νεοφανέντα ημίν, όθεν σε ύμνοις τιμώμεν, και πιστώς δοξάζομεν μάκαρ Γεράσιμε.

Ολοψύχως ποθήσας, τον προς Θεόν έρωτα, και της ουρανίου πατρίδος την ωραιότητα, εν τη καρδία τη ση, ανελειπώς ζωγραφίσας, κατά Παύλον έκρινας σκύμβαλα άπαντα.

Ικετήριον ύμνον χαρμονικώς άδοντες, και τω σω τιμίω λειψάνω, δόξαν προσνέμοντες, θερμώς αιτούμέν σε, οι σε πλουτούντες προστάτην, των δεινών την νήσόν σου ρύσαι Γεράσιμε.

Θεοτοκίον.

Ανεξάλειπτον πένθος, διηνεκές δάκρυον, θείον ενδιάθετον φόβον, θερμήν κατάνυξιν, αγνήν ταπείνωσιν, και συντριβήν της καρδίας, Θεοτόκε Δέσποινα, δως μοι και σώσόν με.

Κάθισμα, ήχος γ’ . Την ωραιότητα.

Σε τον ισάγγελον τη πολιτεία σου, Χριστού δε γνήσιον, δούλον Γεράσιμε, υμνολογίαις ιεραίς εν πίστει ανευφημούμεν, πόθω ασπαζόμενοι το σεβάσμιο σκήνός σου· όθεν δώρον τίμιον, και πηγή των ιάσεων, ευρόντες αυτό μάκαρ βοώμεν· Δόξα Θεώ τω στεφοδότη.

Δόξα. Τον τάφον σου Σωτήρ.

Η πάνσεπτος ημίν, της τιμίας σου μνήμης, επέστη Εορτή, ην τιμώμεν προθύμως, το σκήνός σου το άχραντον ω Γεράσιμε σέβοντες, ο δοξάζουσι, και των Αγγέλων τα πλήθη, ευφραινόμενα, τη σωτηρία ανθρώπων, Θεόν μεγαλύνουσι.

Και νυν. Της εορτής.

Ο πάντιμος χορός…

Ωδή δ’ . Την ανεξιχνίαστον.

Οίκος συ γεγένησαι των δωρεών, των υπερφυών των του πνεύματος, υφηγητής τε εναρέτου αγωγής, και πρακτικός διδάσκαλος, της υπερκοσμίου ασκήσεως.

Σου την πανευφρόσυνον· νυν εορτήν, και φαιδράν τρισμάκαρ πανήγυριν, επιτελούσα η ση νήσος, ως φρουρόν, σε προσκαλείται κράζουσα, σκέπη μοι γενού ω Γεράσιμε.

Αίγλη θείας χάριτος σου το σεπτόν, σκήνος λαμπρυνθέν ω Γεράσιμε, ο στεφοδότης θαυματόβρυτον ημίν, ως θησαυρός παρέθετο, θείας ευωδίας ανάπλεων.

Πίστει τε και πόθω σου άπαντες νυν, θεοφόρε Πάτερ δεόμεθα, πρόφθασον ρύσαι, την σην νήσον των δεινών· σε γαρ προστάτην κέκτηται προς τον πανοικτίρμονα Κύριον.

Έτερος. Συ μου ισχύς.

Το του Χριστού, όντως σεπτόν Ευαγγέλιον, περιφέρων εν τη διανοία σου, και τη του Πνεύματος οπλισθείς, χάριτι μετέβης, επί το Όρος του Άθωνος, ισάγγελον τον βίον, καθαρώς εκτελέσας, και πανσόφως Θεώ ευηρέστησας.

Όντως Θεώ, ευχαίς συντόνως ενούμενος, και αγρύπνοις στάσεσι δακρύων τε, τοις οχετοίς όλως αγνισθείς, και λελαμπρυσμένος, τοις θείοις σου κατορθώμασιν, ως έλαφος διψώσα, ηρετίσω τους τόπους, τους αγίους, δοξάσαι τον Άγιον.

Νους τω νοΐ, ενατενίζων γενόμενος, ελαμπρύνθης φωτισμώ του Πνεύματος, ιερωσύνης τη δωρεά, τη φρικτή ως σκεύος, της αρετής υπερθαύμαστον, θυσίας αναφέρων, αναιμάκτους τω Κτίστη, παραδόξως τω σε καταστέψαντι.

Θεοτοκίον.

Δια παντός, μη διαλείπης με σκέπουσα, σε γαρ έχω μόνην εν πειρασμοίς υπερασπιστήν, ρύστην εν κινδύνοις, εν συμφοραίς παραμύθιον, προστάτην εν ανάγκαις, ευθυμίαν εν λύπαις, και χαράν εν ταις θλίψεσι Δέσποινα.

Ωδή ε’ . Εξέστη τα σύμπαντα.

Ρευστήν, και ευμάραντον, ηγήσω Πάτερ τερπνότητα, πάσαν την του κόσμου ατενίσας, προς την αγάπην του βασιλέως Χριστού, νυν δε της αλήκτου χαρμονής, θείοις εν σκηνώμασιν, εντρυφάς αγαλλόμενος.

Ιθύνεις προς ένθεον, ολοσχερώς θεσπέσιε, έρωτα το πνεύμά σου νηστείαις, συντονοτάτοις, και επιμόνοις ευχαίς, του της απαθείας ακλινώς, κάλλους εφιέμενος, και της θείας ελλάμψεως.

Σεμνός και ησύχιος, πιστός, αγνός, και κόσμιος, όσιος, και πράος, και ανδρείος, μέτριος, σώφρων, και ανεπίληπτος, ώφθης της Τριάδος γεγονώς, θείον οικητήριον, και της χάριτος όργανον.

Γεράσιμε Όσιε, ημών των δεομένων σου, δέξαι τας αιτήσεις εν ημέρα, των πειρασμών τε, και περιστάσεων, θλίψεων παντοίων τε δεινών, και θερμώς προσάγαγε, τω των όλων Δεσπόζοντι.

Έτερος. Ίνα τι με απώσω.

Υμνητής χρηματίσας, θείοις απαυγάσμασι, και προς το Σιναίον, χαίρων ανυψώιθης, ως υπόπτερος χάριτι ένδοξε, ίνα σου τον πόθον, πόθω προσθείς την προς τα θεία, ενισχύσης Γεράσιμε έφεσιν.

Μυησθείς απορρήτως, την προς τα ουράνια ένθεον ύψωσιν, την Μωσέως χάριν, Ηλιού τε πλουσίως απείληφας, εν τω Ιορδάνη, θαυμαστωθείς τη του Δεσπότου, παραδόξω νηστεία πανόλβιε.

Νους ορών, μάκαρ, τον σαις επιλάμψεσι ψυχάς αυγάζοντα, και σπηλαίοις μόνος, απαθεία ηυλίσθης γενόμενος, οπαδός Προδρόμου, Θεοδοσίου τε νηστείας, φοιτητής, μιμητής τε Γεράσιμε.

Θεοτοκίον.

Παρρησίαν μεγίστην, προς τον εκ λαγόνων σου ρεχθέντα Κύριον, κεκτημένη Κόρη, όσα θέλεις ανύεις εκάστοτε, και ισχύεις πάντα, παντοδυνάμου Θεού Μήτηρ, διο θέλησον μόνον και σώζεις με.

Ωδή στ’ . Την θείαν ταύτην.

Την χάριν όντως θαυμάζομεν, την άλλον Μωϋσήν αναδείξασαν, και σε Γεράσιμε και γαρ και συ τεσσαράκοντα νυχθημερόν νηστείαν, σαφώς διήνυσας.

Αυχμόν της γης, έτι ζώντός σου, ταχέως σαις ευχαίς λύεις ένδοξε, και μετά θάνατον, εξάγεις φρέατος γύναιον, καταπεσόν ωθήσει τη του αλάστορος.

Αφθάρτου δόξης Γεράσιμε, καρπούς θεοπρεπείς ζων εξήνθησας, θανών δε άφθαρτος, ψυχή τε ζης και τω σώματι, εν ουρανώ και γη τε, στέφει κοσμούμενος.

Πεποικιλμένος τη χάριτι, ποικίλλων συμφορών ελευθέρωσον, θείε Γεράσιμε, την νήσον ταύτην, ην κέκτηται, το όνομά σου Πάτερ, μέγιστον καύχημα.

Έτερος. Ιλάσθητί μοι.

Συ την στολήν του φωτός, και την δι’ έργων ευπρέπειαν περιβολήν σεαυτώ, λαμπράν περιγέμενος, του κόσμου φως γέγονας, και της γης το άλας, ως Χριστού θεράπων γνήσιος.

Νοήμων συ γεγονώς, σαυτόν Χριστώ καθιέρωσας, και πάσας τας αρετάς, γενναίως κατωρθώσας, διο σε εδόξασεν, ο Δεσπότης πάντων, ως πιστώς αυτόν δοξάσαντα.

Ολολαμπή δωρεαίς, παγχρύσοις όντα Γεράσιμε, ως θησαυρόν ο Θεός, δι’ άφατον έλεος, ημίν σε απέστειλε, διο γεγηθότες ύμνοις τούτον μεγαλύνομεν.

Θεοτοκίον.

Νενεκρωμένον πολλάς, Παρθένε μεν παραβάσεσιν, η την ζωήν τοις βροτοίς, αρρήτως κυήσασα, Θεοτόκε ζώωσον, και ποιείν Κυρίου τα θελήματα ενίσχυσον.

Κοντάκιον, ήχος γ’ . Η Παρθένος σήμερον.

Σκέπε, φρούρει, φύλαττε, από παντοίων κινδύνων, την σην νήσον Όσιε, σαις ευπροσδέκτοις πρεσβείαις, άσυλον γαρ θησαυρόν σε πλουτισαμένη, πρόμαχον, θερμόν σε έχει αγαλλομένη. Δια τούτο και βοά σοι, καύχημα χαίροις εμόν Γεράσιμε.

Έτερον, ήχος πλ. δ’ . Τη υπερμάχω.

Ως αντιλήπτωρ και θερμός προστάτης ένδοξε, αεί προφθάνεις βοηθόν εν περιστάσεσι. Διο άσμασι Γεράσιμε θεοφόρε, ευφημούμέν σε πιστώς, και επιγράφομεν, της σης νήσου τον προστάτην συμπαθέστατον, ανακράζοντες· Χαίρε Πάτερ αοίδιμε.

Ο Οίκος.

Ευφρανθώμεν ενθέως εν τη πανσέπτω, και χαρμοσύνω εορτή του θαυμαστού Οσίου, και πόθω προς αυτόν εβοήσωμεν· θεοδόξαστε Πάτερ, και θεοφόρε Γεράσιμε, ο την αγγελικήν πολιτείαν πανσόφως εν τη γη μετελθών, και το στέφος εν ουρανώ δεξάμενος παρά Θεού, και τη αφθαρσία του σώματος θεία χάριτι λαμπρυνθείς, ρύσαι πρεσβείαις σου την Μονήν, και την νήσόν σου πάσης επηρείας τε, και κακώσεως, και της ενεστώσης ανάγκης ελευθέρωσον. Εκατέρα γαρ σε θερμώτατον κεκτημένη προστάτην, ου παύει του βοάν σοι· Χαίροις Πάτερ αοίδιμε.

Συναξάριον.

Τη ΙΣΤ  Αὐγούστου, μνήμη του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Γερασίμου του νέου ασκητού, και προστάτου Κεφαλληνίας.

Στ.:

Γέρα πρέπουσι Γερασίμω τω Νέω. Τω τοις γέρασι των παλαιών στεφθέντι. Ην ο Όσιος Πατήρ Γεράσιμος, εκ της Πελοποννήσου ορμώμενος, εκ χώρας λεγομένης Τρίκκης, η Τρίκκαλα, κατά την κοινήν συνήθειαν. Έτυχε γονέων ουχ ήττον την ευσέβεια ευγενών, η το γένος, και πλουσίων αρκούντως. Αφ’ ου ήλθεν εις ηλικίαν, περιήλθεν και Ελλάδα, και Θετταλίαν, και Θράκην, ζητών πανταχού την ψυχικήν τελειότητα. Διέτριψεν ικανόν καιρόν μονάσας εν τω αγιωνύμω όρει του Άθω, εν ω τοις της αρετής καλλίστοις άνθεσιν, αύτα παρά τοις εκείσε ασκουμένοις μοναχοίς έγνω, εαυτόν καθωράϊσε. Μετά δε ταύτα εις τους σεβασμίους τόπους της Ιερουσαλήμ μετέβη, χάριν προσκυνήσεως, όπου διαμείνας ικανόν καιρόν, εις τον της ιερωσύνης βαθμόν κανονικώς ανεβιβάσθη παρά του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Γερμανού, παρ’ ου και συγχώρησιν λαβών, μετέβη εις τα περίχωρα του Ιορδάνου, όπου και τεσσαρακονθήμερον νήστις διετέλεσε, κατά μίμησιν του Δεσπότου, και πολλούς περιελθών τόπους, και νήσους, τελευταίον και την ημετέραν νήσον κατέλαβεν, ένθα πολλούς διετέλεσε χρόνους, τους πιστούς παραινών καθ’ εκάστην εις το κατά Χριστόν και θεαρέστως ζην. Εις γηραλαίαν δε ήδη εληλακώς ηλικίαν, καθ’εαυτόν μονάσαι ηθέλησε. Διο ευρών τινά ναόν πεπαλαιωμένον εν τινι τόπω

Ομαλά καλουμένω, ανήγειρε τούτον, και εκ βάθρων ανεκαίνισε, και εις διαγωγήν ιδίαν ανωκοδόμησεν. Αλλ’ οι εν ταύτη τη νήσω προέχοντες την του ανδρός αρετήν επιγνόντες, ηνάγκασαν αυτόν αποδεχθήναι τας εκείνων θυγατέρας, όσαι δηλαδή την μοναχικήν πολιτείαν ησπάζοντο, και θεαρέστως βίον προείλοντο. Εδέχθη δε το τοιούτον βάρος δια ψυχικήν ωφέλειαν ο Πατήρ, και συνήχθησαν το πρώτον τινές, ας και διετέλεσε διδάσκων την αγγελικήν και μοναδικήν πολιτείαν χρόνους ουκ ολίγους. Ούτος ο Άγιος Πατήρ διέτριψε χρόνους τριάκοντα και εν τη οικοδομηθείση παρ’ αυτού μονή και εν άλλω τόπω, άρτου το σύνολον μη γευσάμενος, αλλά διέζη οσπρίοις μόνον ολίγω ύδατι βεβρεγμένοις, και συνεχώς δακρύοις και προσευχαίς, και αγρυπνίαις εαυτόν καθήγνιζε. Και ποτε της νήσου υπ’ ανομβρίας πασχούσης, δια προσευχής υετόν καταταγών, εθεράπευσεν. Ου μην δε άλλα και πολλούς ασθενείς, και δαιμονώντας ιάσατο, ων τα πάθη και τα ονόματα μακρόν αν είη λέγειν. Πιστεύεται βεβαίως παρά πάσι τοις ενταύθα χριστιανοίς διαφυλαχθήναι την νήσον ταύτην αναιχμαλώτιστον, εν τω καιρώ της των Αγαρηνών μάχης, δια προσευχής του αυτού Πατρός. Των δε μετά τον θάνατον αυτού θαυμάτων, ει έστι τις εκ της νήσου ταύτης, η και των εκείνου συγγενών, ος μη μετέλαβεν εκ τούτων, γέγονεν όμως θεατής πολλών. Γυνή τις δαιμονιζομένη ήχθη εις την του Αγίου Μονήν θεραπείας χάριν, ήτις ευκαιρίας λαχούσα, και υπό σατανικής ενεργείας κινουμένη, κατέπεσεν εις φρέαρ βαθύτατον· αλλ’ επιφανέντος του Αγίου, ου μόνον διεσώθη του πνιγμού, αλλά και του ενοχλούντος αυτήν δαίμονος ηλευθερώθη. Εκοιμήθη δε ούτος ο Όσιος εν έτει της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού 1579, Αυγούστου 15. Επειδή δε ην αδύνατον κρύπτεσθαι, η του Αγίου αρετή, δια τούτο μετά το αυτού θάνατον η βουληθήσαν ποιήσαι ανακομιδήν του Λειψάνου, ήτις και γέγονε παρά του Εξάρχου του τότε τον θρόνον της βασιλευούσης πόλεως Ιερεμίου κανονικώς, και νομίμως κατέχοντος, εν έτει 1581. Αλλ’ επειδή πολλοί των εναντίων προς κατηγορίαν της Εκκλησίας ημών κινούμενοι, ελάλουν ασέβειαν, ηναγκάσθημεν, προσταγή του μακαρίτου Φιλαδελφίας Κυρίου Γαβριήλ, αύθις ενταφιάσαι, ο και γέγονεν. Εάσαντες δε το ιερόν εκείνο λείψανον εν τη γη μέχρι της του Φιλαδελφίας διορίας, και πάλιν δευτέραν ποιήσαντες ανακομιδήν, εύρομεν το αυτό λείψανον ακέραιον, πάσαν ευωδίαν εκπέμπον, και ιάματα. Έμεινε δε εν τη γη το του Αγίου λείψανον και πρώτον, και ύστερον χρόνους δύω και μήνας οκτώ.

Τη αυτή ημέρα, μνήμη του Αγίου Μαρτυρος Διομήδους.

Στίχοι:

Ηθλησε και ζων, και θανών Διομήδης,  Προαιρέσει ζων, και νεκρός τομή κάρας. Είχεν ούτος πατρίδα την Ταρσόν της Κιλικίας, γεννηθείς μεν υπό αγαθών και περιφανών γονέων, γενόμενος δε αυτός κατά προαίρεσιν αγαθώτερος και εναρετώτερος. Εξήσκει δε το ιατρικόν επάγγελμα, δια του οποίου μεν ιάτρευε τα σώματα πάντων των εις αυτόν προστρεχόντων, τας δε ψυχάς τούτων ιάτρευε δια της ευσεβείας και θεογνωσίας. Κατά δε τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει 288 αφήσας την πατρίδα του Ταρσόν, υπήγεν εις την Νίκαιαν της Βιθυνίας, ένθα ευηργέτει ποικιλοτρόπως τους προσερχομένους αυτώ, και ως ιατρός, και ως διδάσκαλος της πίστεως. Όθεν διεβλήθη προς τον βασιλέα, και ένεκεν τούτου απεστάλησαν άνθρωποι ίνα τον φέρωσι έμπροσθεν αυτού· αλλ’ επειδή απήλθε προς Κύριον ο Άγιος, οι απεσταλμένοι, ευρόντες αυτόν νεκρόν, έκοψαν την αγίαν του κεφαλήν ίνα φέρωσι αυτήν εις τον βασιλέα, δια την ασπλαγχνίαν των όμως ταύτην ευθύς οι δήμιοι ετυφλώθησαν. Ιδών δε την κεφαλήν του Αγίου ο βασιλεύς, προσέταξε να την επαναφέρωσι και ν’ αποθέσωσιν εις τον φυσικόν της τόπον, συναρμόζοντες αυτήν με το λοιπόν σώμα· άμα δε συνήρμοσαν την κεφαλήν του Μάρτυρος με το σώμά του, ευθύς έλαβον και την οπτικήν ενέργειαν και το φως των οφθαλμών των. Τελείται η αυτού σύναξις και εορτή εις το μαρτυρικόν αυτού ναόν, ο οποίος ευρίσκεται εντός του σεβασμίου οίκου της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, παρά τη Χρυσή Πύλη.

Τη αυτή ημέρα, ο Όσιος Χαιρήμων εν ειρήνη τελειούται.

Στίχοι:

Ληξει βίου σου χαίρε, Χαιρήμων μάκαρ. Αρχήν γαρ είδες της αμοιβής των πόνων. Ούτος ο Όσιος Χαιρήμων ίσως είναι ο αναφερόμενος εν τω Λαυσαϊκώ, όστις εν ω καθήμενος ειργάζετο ευθύς εξέψυξεν. Εις δε τον Παράδεισον των Πατέρων γράφεται περί του Χαιρήμονος τούτου, ότι το σπήλαιον αυτού απείχε μεν της Εκκλησίας μίλια τεσσαράκοντα, απείχε δε του ύδατους μίλια δώδεκα, και μ’ όλον τούτο ησύχαζε, φέρων δύο υδρίας ύδατος, την μεν την μίαν ημέραν, την δε την άλλην.

Τη αυτή ημέρα, ο Άγιος Μάρτυς Αλκιβιάδης, πυρί τελειούται.

Στ.:

Αλκιβιάδου σάρκα πυρ κατεσθίει, Μωσής αν είπε θείος ωσεί καλάμην.

Τη αυτή ημέρα, μνήμη των Αγίων τριακοντατριών μαρτύρων των εκ Παλαιστίνης, ξίφει τελειωθέντων.

Στίχοι:

Στερρός στρατός τε και συνασπισμός μέγας,  Ξιφει πεσών, στράτευμα δαιμόνων πρέπει.

Τη αυτή ημέρα, ανάμνησις της εισόδου της αχειροτεύκτου Μορφής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εκ της Εδεσσηνών πόλεως, εις ταύτην την θεοφύλακτον και Βασιλίδα των πόλεων ανακομισθείσης.

Στίχοι:

Εν σινδόνι ζων εξεμάξω σην θέαν, Ο νεκρός εισδύς έσχατον την σινδόνα. Εις το Κεράμιον Αχειρότευκτον χειρότευκτος σον τύπον. Φερει κέραμος παντοτεύκτα Χριστέ μου. Ήκουσταί μοι τα περί σου και των σων ιαμάτων, των άνευ φαρμάκων υπό σου γινομένων· ως γαρ λόγος, τυφλούς αναβλέπειν ποιείς, χωλούς περιπατείν κατασκευάζεις, λεπρούς καθαρίζεις, και ακάθαρτα πνεύματα και δαίμονας ελαύνεις, και τους εν μακρονοσία βασανιζομένους θεραπεύεις, και νεκρούς εγείρεις, και ταύτα πάντα ακούσας περί σου, κατά νουν εθέμην το έτερον των δύο, η ότι Θεού Υιός ει, ποιών ταύτα, η Θεός. Δια τούτο τοίνυν γράψας εδεήθην σου σκυλήναι και ελθείν προς με, ίνα και το πάθος, ο έχω θεραπεύσης, και μετ’ εμού ενταύθα συνέση· και γαρ ήκουσα, ότι και οι Ιουδαίοι καταγογγύζουσί σου, και βούλονται κακώσαί σε. Πολις δε σμικροτάτη μοι εστί και σεμνή, ήτις αρκέσει αμφοτέροις ημίν του κατοικείν εν ειρήνη. Μακάριος ει, Αύγαρε, πιστεύσας εν εμοί και μη εωρακώς με· γέγραπται γαρ περί εμού, τους εωρακότας μη πιστεύειν εν εμοί, ίνα οι μη εωρακότες με, αυτοί πιστεύσωσι και ζήσωνται. Περί δε ου έγραψάς μοι ελθείν προς σε, δέον εστί πάντα δι’ α απεστάλην, πληρώσαί με, και μετά το πληρώσαι, αναληφθήναι προς τον αποστείλαντά με Πατέρα, και επειδάν αναληφθώ, αποστελώ σοι ένα των Μαθητών μου, ονόματι Θαδδαίον, όστις και το πάθος σου θεραπευσει, και ζωήν αιώνιον, σοι τε και τοις συν σοι, και ειρήνην παρέξει, και ποιήσει τη πόλει σου το ικανόν, προς το μηδένα των εχθρών κατισχύσαι αυτής.

Τη αυτή ημέρα, ανάμνησιν ποιούμεθα της περί ημάς του Θεού μεγίστης και ανυπερβλήτου φιλανθρωπίας, ην εδείξατο τότε αποστρέψας μέτ’ αισχύνης τους αθέους Αγαρηνούς, μεσιτεία της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και αειπαρθένου Μαρίας.

Τη αυτή ημέρα, η εν τω ναώ της Ζωοδόχου Πηγής εξάντλησις του αγιάσματος, και αύθις ανάδοσις.

Στίχοι:

Πηγή κενούται θαυματουργών υδάτων, Πληρουμένη δε, θαυματουργεί και πλέον.

Τη αυτή ημέρα, μνήμη γίνεται της και μετά οικτιρμών επενεχθείσης ημίν εν τοις καιροίς εκείνοις φοβεράς απειλής του σεισμού, ου παρ’ ελπίδα ελυτρώσατο ημάς ο φιλάνθρωπος Θεός.

Στίχοι:

Στήσον φόβω σω ημών τας διανοίας, Τη σαλεύσει Δεσποτα, γης θεμελίων.

Τη αυτή ημέρα, μνήμη του Αγίου Επισκόπου Μακαρίου.

Τη αυτή ημέρα, ο Όσιος Πατήρ ημών Νείλος ο Ερικούσιος. ανακαινιστής της μονής του Γηρομερίου εν Θεσπρωτία της Ηπείρου, εν ειρήνη τελειούται. Ούτος εγεννήθη εν Κωνσταντινουπόλει το 1190 έτος υιός Ιωάννου του Λασκαρέως αδελφού του αυτοκράτορος Θεοδώρου του Λασκαρέως ος εβασίλευσεν εν Νικαία τω 1204. Ο Οσιος Νείλος, από τον διωγμόν των Λατίνων ανεχώρησεν από τα βασίλεια και ήλθε εις την εν τη παραλία του Πόντου μονήν των Ακοιμήτων ηγουμενεύοντος του Οσίου Μαρκέλλου (28 Δεκεμβρίου)· όστις από Νίκον ωνόμασε Νείλον τον Άγιον, χειροτονήσας αυτόν μοναχόν, και έμεινεν εν τη μονή έως το 1264 ότε ο θρόνος από την Νίκαιαν επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν. Τότε ο Νείλος, λαβών χρήματα εκ της μητρός του υπήγεν εις Ιεροσόλυμα και έμεινεν 6 έτη. Έπειτα, επανήλθεν εις την Κωνσταντινούπολιν μετά τινος θεοφιλούς γέροντος, μεθ’ ου ελέγξαντες τον Λατινόφρονα αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Α’ τον Παλαιολόγον, εξωρίσθησαν εις πλοίον άνευ πηδαλίου και άνευ πλοιάρχου, αλλά μετά τεσσαρακονθήμερον πάλην κυμάτων και τρικυμιών ελιμενίσθησαν εις τον Άθωνα, μονήν των Ιβήρων, και έμειναν 10 έτη και ο μεν γέρος απεβίωσε, ο δε Νείλος έμεινε θυρωρός της αυτής μονής, οπόθεν ανεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο τον Παλαιολόγον, φανείς εις αυτόν και εις πάντας τους αυλικούς αιδέσιμος, και λαβών χρήματα εξ αυτού και της αδελφής του, εταξίδευσε το δεύτερον εις Ιεροσόλυμα το έτο 1300 περιελθών άπασαν την Παλαιστίνην Γαλιλαίαν, Συρίαν , και τας νήσους Ρόδον, Κύπρον, Κρήτην, Πελοπόννησον και Επτάνησον. Εκ δε της Κερκύρας επέρασεν εις την νήσον Ερικούσαν έρημον ούσαν, εκεί έκτισε Μονήν εξ ου έλαβε την επωνυμίαν Ερικούσιος, μονάσας επί 10 έτη παλαίων μόνος καθ’ όλων των στοιχείων διωχθείς δε εκείθεν εκ πειρατών, έπλευσε εις Κάνινα του Αυλώνος και διελθών όλην την παραλίαν Ήπειρον, έφθασεν εις το Φαρμακοβούνι της Θεσπρωτίας εις θέσιν Γούβα πήξας μοναστήριον το οποίον μέχρι σήμερον σώζεται, και εκεί μετά των δύων συνασκητών του Ιερομονάχου Καλλινίκου και του μοναχού Γερασίμου, έκτισαν έκκλησίαν ένδον του Σπηλαίου ότε είδον εν μια νυκτί άνω του Σπηλαίου φως εξαίσιον, και την πρωίαν μεταβάντες εις το δάσος δεν ηδύνατο να διακρίνωσι το μέρος όπου ήτο το φως, διότι το δάσος ήτο πυκνόν, θέσαντες δε σταυρόν μέγαν εκ δύο ξύλων μακρών την άλλην νύκτα είδαν το φως επί του Σταυρού, και εκεί ωδηγήθησαν και εύρον την εικόνα της Θεοτόκου Οδηγήτριαν επονομαζομένην, κεκρυμμένην από το 840, ότε οι εικονομάχοι έκαυσαν πολλάς εκκλησίας και μονάς. Εκεί έκτισαν την νυν μονήν του Γηρομερίου κτίσμα Ηρακλείου του Αυτοκράτορος από το 630. Πυρποληθείσαν το 840 και ανακαινισθείσαν το 1310. Εις την οποίαν μονήν αφιέρωσεν ο πλούσιος Ιωαννίτης Ιωάννης Αψαράς πολλά κτήματα προς διατροφήν των μοναχών. Τούτον εμιμήθησαν και πολλοί άλλοι πλούσιο και αφιέρωσαν πολλά και ηύξησεν ο αριθμός των Μοναχών. Ο δε Όσιος, φθάσας εις γήρας βαθύ, εχειροτόνησεν ηγούμενον τον Ησαΐαν και αυτός εκλείσθην εις την Σκήτην έξωθεν της Μονής ήτις σώζεται έως σήμερον, μόνος μόνω Θεώ προσευχόμενος, εκεί έγραψε και την διαθήκην του, αφιερώσας εις την μονήν το ιδιόχειρον Τετραυάγγελον και τα άγια λείψανα, τα οποία σώζονται κειμήλια της μονής έως σήμερον, θαύματα ποιούντα εις τους ασθενείς, κατόπιν αναθεμάτισεν τους αιρετικούς, είτα διέταξε τους μοναχούς να σέβωνται τον ηγούμενον και να είναι ακοίμητοι εις δοξολογίαν Θεού και διδάξας αυτούς πολλάς οδηγίας εκ των Γραφών, παρέδωκε το πνεύμά του.

Τη αυτή ημέρα, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Τιμοθέου, επισκόπου Ευρίπου, και κτίτορος της Ι. Μ. Πεντέλης.

Τη αυτή ημέρα, μνήμη του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος Νικοδήμου του εκ Μετεώρων, μαρτυρήσαντος εν έτει αφνα  (1551).

Στίχοι:

Τι δια συ Νικόδημε; Ειπέ σον πάθος. Τεθανάτωμαι δι’ αγάπην Κυρίου

Τη αυτή ημέρα, μνήμη του Αγίου και ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Αποστόλου του νέου, του εκ της κωμοπόλεως Αγίου Λαυρεντίου έλκοντος την καταγωγήν και εν Κωνσταντινουπόλει αθλήσαντος, επί της βασιλείας Σουλτάν Μεχμέτ του Δ , εν έτει 1686.

Στίχοι:

Απήρας όντως εις μονάς των Αγγέλων, Πτεροίς αγώνων φαίδιμος λίαν μάκαρ.

Τη αυτή ημέρα, ο Άγιος Νεομάρτυς Σταμάτιος, ο εκ Βόλου και εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας εν έτει αχπ  (1680) ξίφει τελειούται.

Στίχοι:

Ο Σταμάτιος εύρε των κάτω στάσιν, αεικίνητον δ’ εύρε των άνω δρόμον. Ούτος ο ευλογημένος Σταμάτιος ήτο από εν χωρίον του Βόλου, λεγόμενον Άγιος Γεώργιος, της επαρχίας Δημητριάδος. Συνέβη δε κατ’ εκείνον τον καιρόν, και ήλθεν

εις την χώραν του από την βασιλείαν ένας Αγάς, δια να συνάξη τα βασιλικά δοσίματα, ήτοι τους φόρους, ο οποίος έκαμνε πολλάς αδικίας, και καταδυνάστευε τους χριστιανούς, ως τον παλαιόν καιρόν ο Φαραώ το γένος των Εβραίων εις την Αίγυπτον και ήτο το κακόν υπέρ την δύναμίν των, όθεν μη δυνάμενοι να δώσουν οι χριστιανοί, υπήγαν εις την Κωνσταντινούπολιν, θαρρούντες να εύρουν κρίσιν, και δικαιοσύνην. Παρουσιάσθησαν λοιπόν και ειςτήν Υψηλή Πύλην ενώπιον του Βεζίρου του επιτρόπου του Βασιλέως, και έκλαιον την αδικίαν των. Ο δε ως ήκουσε, θέλων να κάμη χάριν εις τον αδικητήν εκείνον Αγάν (επειδή και ήτο φίλος του) επρόσταξε να τους διώξουν. Δέροντες λοιπόν τους χριστιανούς και σπρώχνοντες αυτούς οι άνθρωποί του, τους έβγαλαν έξω, από τους οποίους ήτον εις και ο μακάριος ούτος Σταμάτιος. Τινές δε Αγαρηνοί φίλοι του αδικητού εκείνου, ιδόντες αυτόν όπου εφώναζε δια τον αδικητήν, περισσότερον από τους άλλους, τον επήραν και τον υπήγαν εις τον Βεζίριν, λέγοντες, ότι αυτός έγινε Τούρκος, και τώρα ειναι χριστιανός, καταμαρτυρούντες οι κατάρατοι, και συκοφατούντες τον μάρτυρα. Ο δε Μάρτυς ηρνείτο λέγων, ότι ουδέν τοιούτον εποίησε. Τον έπεμψε λοιπόν ο Βεζίρης εις τον Κριτήν όπου κρίνει τας τοιαύτας υποθέσεις. Όθεν ηρώτησεν αυτόν ο Κριτής, αν αληθώς έγινε Τούρκος. Ο δε Μάρτυς πάλιν ηρνείτο, ότι αδίκως τον συκοφαντούν. Εγώ λέγει τοιούτον πράγμα δεν έκανα, αλλά ουδέ ήλθε ποτέ εις τον νουν μου τοιούτος λογισμός. Ο Κριτής του λέγει, και αν δεν έγινες γένου τώρα, και έλα εις την ιδικήν μας πίστιν. Ο δε Μάρτυς γεγωνυία τη φωνή ανέκραξε, μη μοι γένοιτο να έλθω εις τόσην αγνωσίαν, ω Κριτα! Και να αρνηθώ τον Χριστόν μου· κάλλιον μοι είναι να αποθάνων, και να είμαι με τον Χριστόν μου, πάρεξ να ζω εις τούτον τον κόσμον με μυρίας αναπαύσεις, και δόξας βιωτικάς. Ο δε Κριτής, ιδών το στερρόν του Μάρτυρος, τον έπεμψε κατεπειγόντως εις τον Βεζίρην, και του εμήνυσε την πολλήν σταθερότητα όπου έχει εις την πίστιν του Χριστού. Ο δε Βεζίρης έπασχε με πολλούς τρόπους, και κολακείας, ίσως να τον μεταστρέψη από την πίστιν του Χριστού, και του έλεγε· αν γένης Τούρκος θα σε κάμω πρώτον του παλατίου μου, και θα σου δώσω πλούτον πολύν, και δόξαν και τιμήν. Ο δε Μάρτυς λαμπρά τη φωνή ενόησεν· Εγώ, πλούτον, και δόξαν, και τιμήν έχω τον Χριστόν μου, όστις μου έχει κατοικίαν επάνω εις τους ουρανούς, δόξαν αμάραντον, και ζωήν αιώνιον· αι δε ιδικαί σου τιμαί και δόξαι, είναι φθαρταί, και μάταιαι, και ταχέως απολούνται ομού με εκείνους όπου τας ζητούν. Ταύτα ακούσας ο Βεζίρης, τον έπεμψεν εις την φυλακήν, και επρόσταξε να τον τιμωρούν, και μεθ’ ημέρας τινάς τον έβγαλαν από την φυλακήν, και τον έστησαν έμπροσθεν του βήματός του, και υπέσχετο πάλιν τα αυτά. Και ιδών, ότι δεν πείθεται εις το θέλημά του, τον ηπείλησεν, ότι θα του κάμη μεγάλας, και φρικτάς τιμωρίας. Ο δε Μάρτυς ως παιγνία ταύτα λογιζόμενος έλεγεν· αν και μυρίους θανάτους μοι δώσης εγώ τον Χριστόν μου δεν αρνούμαι, αλλ’ είμαι έτοιμος να βασανίζωμαι δια το όνομά του, εις όλην μου την ζωήν. Ταύτα ακούσας ο Βεζίρης, και οργής μεγάλης εμπλησθείς, τω παρέδωκε τω επάρχω να τον αποκεφαλίση. Όστις, λαβών τον μακάριον τούτον Σταμάτιον και φέρων αυτόν έμπροσθεν του βασιλικού παλατίου, εις την Αγίαν Σοφίαν, απέτεμε την αγίαν αυτού κεφαλήν. Και ούτως ηξιώθη ο μακάριος να συμβασιλεύη με τον Χριστόν, δι’ ον και ετιμήθη· ου ταις πρεσβείαις τύχοιμεν άπαντες των ουρανίων αγαθών.

Τη αυτή ημέρα, ανάμνησις της ευρέσεως των τιμίων λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων εν Μεγάροις, Σεραφείμ, Δωροθέου, Ιακώβου, Δημητρίου, Βασιλείου, και Σαράντου.

Τη αυτή ημέρα, ο Όσιος Πατήρ ημών Δανιήλ, ο εκ Τσιοτίου (Φαρκαδόνα) καταγόμενος, και εν τη Μονή του Μεγάλου Μετεώρου ασκήσαντος, εν ειρήνη τελειούται.

Στίχοι:

Εκ Τσιοτίου απήλθες θεοφόρε, Και εν τω βράχω ανήλθες θεηγόρε, ένθα θεοφιλώς ησκήθης απαύστως, διο συ έλαβες στεφάνους εσχάτως.

Ταις των Αγίων σου πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.

Ωδή ζ’ . Ουκ ελάτρευσαν.

Σωτηρίας αιωνίου την απόλαυσιν, δεικνύων Όσιε, φωτολαμπάσιν αυγαίς, ενθέων σου πράξεων, και ισαγγέλου ζωής, χαίρων έψαλλες, ο των Πατέρων Κυριος, και Θεός ευλογητός ει.

Κροτησάτωσαν, μονάζοντες τω Πνεύματι, και ομήγυρις των ιερέων τερπνώς, και σε δοξαζέτωσαν θείε Γεράσιμε, ως πλουτούντές σε, καύχημά τε, και κλέος άπαντες, και κανόνα ευσεβείας.

Ήστραψαν σου, θεοφόρε τα παλαίσματα, δι’ ων επέλαμψας Θεού δοχείον σεπτόν, επίγειος Άγγελος, βροτός ουράνιος, και γαρ άσαρκον, σου την ζωήν διήνυσας, εν ερήμοις και σπηλαίοις.

Την σωτήριον, βοήθειαν θεόληπτε, την σην αιτούμεθα, καταπεμφθήναι ημίν, εν ώρα των θλίψεων, ηνίκα ταύτης πίστεως, σου δεόμεθα, θαυματουργέ Γεράσιμε, δεομένων ο προστάτης.

Έτερος. Παίδες Εβραίων.

Δώρον δοθέν μοι ουρανόθεν, Πάτερ έγνων σε η νήσός σου βοά σοι χαρμοσύνως· διο θεόπεμπτον κηρύττω, την έλευσίν σου Όσιε, και δοξάζω τον δοτήρα.

Όλη στοργή, και διαθέσει, μεγαλύνω σε Γεράσιμε τρισμάκαρ· ευλογίαν μοι γαρ, κομίζειν απεστάλης, ως Αβραάμ ο δίκαιος, Ιωσήφ, και Ελισσαίος.

Ύμνον πανύχιον προσφέρω, κεκτημένη σε θερμώτατον προστάτην, και δοξάζω θερμώς, τον Κύριον της δοξς, τον σε θαυμάτων χάριτι, καταστέψαντα θεόφρων.

Θεοτοκίον.

Ήνοιξας πύλας Παραδείσου, ας απέκλεισεν ανθρώποις η προμήτωρ Θεομήτωρ· διο καμοί της μετανοίας, άνοιξον πύλας πύλην μοι, ανοιγούσας Παραδείσου.

Ωδή η’ . Παίδας ευαγείς.

Τις μη εκπλαγείη τους αγώνας, τους μόχθους, τας κακουχίας, του σου σώματος, οι περ αγαλλόμενος, μόνης επεπόθησας, της φεγγοβόλου λάμψεως του θείου Πνεύματος, τον Κύριον δοξάζων απαύστως, τον δοξάσαντά σε, τω στέφει αφθαρσίας.

Ήρως εκ των έργων απεφάνθης, εν σοι σκηνωσάσης θείας χάριτος· όθεν θεραπεύονται πάθη τα δυσίατα, δαιμόνων τα επήρεια αποδιώκεται, Γεράσιμε, διο σε υμνούμεν, και δοξολογούμεν την πάνσεπτόν σου μνήμην.

Σκεύος εκλογής σεπτόν εδείχθης, την άνω φαιδρώς λαμπρότητα δεξάμενος, και προς τα σκηνώματα, θεία και ουράνια, περιχαρώς ανέδραμες, καταστραπτόμενος, τη χάριτι της θείας Τριάδος, υμνοις ην δοξάζεις εις πάντας τους αιώνας.

Κηρύττομεν πάντες χαρμοσύνως, θεόπεμπτον αληθώς, σην μάκαρ έλευσιν· ώφθης γαρ σωτήριος, εν ταις περιστάσεσι, των συμφορών και θλίψεων, ταις σαις εντεύξεσι, προς Κύριον, ον νυν μη εκλείπης, δυσωπείν απαύστως, ημάς ελεηθήναι.

Έτερος. Τον εν όρει.

Λαού λύπην, ηφάνισας ευχή σου, ανομβρίαν λύσας ση Μάκαρ παρρησία, προς τον Θεόν Γεράσιμε θεόληπτε, Κύριον δοξάζων, και δεδοξασμένος φανείς παρά Κυρίου.

Ο τη αίγλη του σύμπαντος αστράψας, το εις φρέαρ πεσόν του δαίμονος ωθήσει, ως αντιλήπτωρ γύναιον εξήγαγες, δοξάζων, και δεδοξασμένος φανείς παρά Κυρίου.

Σωτήρ ώφθης, δεινών λοιμού κινδύνων, την σην νήσον όντως εκλυτρούμενος, και πατρικήν συμπάθειαν πιστούμενος, Κύριον δοξάζων, και δεδοξασμένος φανείς παρά Κυρίου.

Θεοτοκίον.

Ύμνον δέχου, ανάγων εκ χειλέων, Αγνή. Και ρύσί με κινδύνων, και μολυσμού του σώματος αμόλυντε, και καθάρισόν με, τον μεμολυσμένον, παντοίαις αμαρτίαις.

Ωδή θ’ . Άπας γηγενής.

Στέψωμεν τοις άσμασι εγκωμίων, τον ρύστην εν ταις θλίψεσι, και εν κινδύνοις προστάτην, πόθω αυτόν ευφημούντες.

Νέου ασκητού, το σκήνος φιλέορτοι κατασπαζόμενοι, δεύτε αγαλλίασιν, ενθέω πόθω απαρυσώμεθα, ως θησαυρόν πλουτήσαντες τούτο και κράξωμεν ολοψύχως, σκέπε ημάς πάντοτε, ταις πρεσβείαις σου θείε Γεράσιμε.

Στέψωμεν τοις άσμασι εγκωμίων…

Έθετο Θεός, σε όντως της πίστεως, ως αδιάσειστον , στύλον και εδραίωμα, καιροίς εσχάτοις κατ’ εχθρών Όσιε, σκήνος σεπτόν και θείόν σου, λίθον προσκόμματος, εναντίοις, δους ομολογίαν τε, ενισχύων αεί την ορθόδοξον.

Στεψωμεν τοις άσμασι εγκωμίων…

Όλη νυν θερμώς, η νήσός σου κράζει σε, φύλαξ σωτήριε, φρούρει με απήμονα, λοιμού, κινδύνων, σεισμού κακώσεως, σαις προσευχαίς Γεράσιμε, ταις ευπροσδέκτοις Θεώ, και προστάτης φάνηθι θερμώτατος, τοις πιστώς ανυμνούσί σε Όσιε.

Στεψωμεν τοις άσμασι εγκωμίων…

Πάντας τους την σην, τελούντας Γεράσιμε, μνήμην πανίερον, λύτρωσαι πρεσβείαις σου, κινδύνων νόσων, πάσης κακώσεως, ως ρύστης των εν θλίψεσι λιτανευόντων σε, και την νήσον ταύτην συν τη ποίμνη σου, βλάβης πάσης αλώβητον τήρησον.

Έτερος. Εξέστη επί τούτω ο ουρανός.

Γεράσιμον εν ύμνοις τον νεοφανέντα, δοξάσωμεν ενθέως.

Σε πάντες μεγαλύνομεν ευσεβώς, ευσεβώς τα σεπτά σου δοξάζοντες θαύματα, τας αρετάς, και τα κατορθώματα τα λαμπρά, και τους αγώνας Άγιε, ούσπερ εξελέξω δια Χριστόν· διο νυν θεοφόρε, Γεράσιμε παράσχου, σοις υμνηταίς την προστασίαν σου.

Γεράσιμον εν ύμνοις τον νεοφανέντα, δοξάσωμεν ενθέως.

Οσμής, και ευφροσύνης πνευματικής, τω σεπτώ σου λειψάνω ιστάμενοι, πανευλαβώς θείαν προσλαμβάνομεν δωρεάν, και σου την πανευφρόσυνον, μνήμην εκτελούντες περιχαρώς· διο σε θεοφόρε, Γεράσιμε αιτούμεν, σκέπε, και φρούρει τους υμνούντάς σε.

Εν πίστει προσκυνούμεν της Τρισυποστάτου Θεότητος το κράτος.

Υπέρμαχον, προστάτην, και βοηθόν, και φρουρόν αντιλήπτορα, και ιατρόν, σε πλουτησαμένη χαρμονικώς, ως θησαυρόν υπέρτιμον, κόλποις περιφέρω εν τοις εμοίς, Γεράσιμε παμμάκαρ, η νήσός σου βοά σοι, ην περιφρούρει ταις πρεσβείαις σου.

Εν πίστει ανυμνούμεν την Αγνήν Παρθένον, και μόνην Θεοτόκον.

Παράδοξον ειργάσω πράγμα Σεμνή, τον σον Πλάστην τεκούσα και Κύριον, πράον και νυν, έτερον τεράστιον εν εμοί, αμαρτωλόν, κατάκριτον, οίκτειρον, ελέησον ευμενώς, και σώσον φιλανθρώπως, ως Μήτηρ φιλανθρώπου, φιλανθρωπίας τον ανάξιον.

Εξαποστειλάριον· Απόστολοι εκ περάτων.

Ο σύλλογος μοναζόντων, των ιερέων ο χορός, και η πληθύς φιλεόρτων, θείον Γεράσιμον φαιδρώς, το νεοστήρικτον κλέος, ωδαίς υμνήσωμεν πάντες.

Όμοιον.

Το σκήνός σου θεοφόρε, το δοξασθέν παρά Θεού, και αρετών θείον σκεύος, και θαυματόβρυτον δοθέν, σέβομεν πόθω τελούντες, την σεβασμίαν σου μνήμην.

Όμοιον.

Υπέρμαχον εν κινδύνοις, και αντιλήπτορα θερμόν, εν θλίψεσι θεοφόρε, Γεράσιμε και προστάτην, προς τον Θεόν σε πλουτούντες, τον στεφοδότην υμνούμεν.

Θεοτοκίον.

Απόστολοι εκ περάτων…

Αίνοι, ήχος πλ. δ’ . Ω του παραδόξου.

Πάτερ θεόφρων Γεράσιμε, της ισαγγέλου ζωής, το νεόσδοτον δώρημα, και το νεοκόσμητον, μοναζόντων θησαύρισμα, των ασκητών τε, το νεοστήρικτον, καύχημα πέλων, πάντας προς αίνεσιν, προσκαλείς θεσπέσιε· διο την σην, μνήμην εορτάζοντας, ημάς περίσωζε.

Πάτερ θεόφρων Γεράσιμε, της αρετής εραστής, γεγονώς ώφθης άπασι, δωρεών του Πνεύματος, ιερόν οικητήριον, κατορθωμάτων, θαύμα εξαίσιον, προτερημάτων, θησαυρός μέγιστος· όθεν τελούμέν σου, εν ωδαίς νυν χαίροντες, πανευλαβώς, την ημάς ευφραίνουσαν, θείαν πανήγυριν.

Όσιε Πάτερ Γεράσιμε, σε και προστάτην θερμόν, και υπέρμαχον έχομεν, εν κινδύνοις πάντοτε, προς Θεόν τον φιλάνθρωπον· διο σου σκήνος, το θαυματόβρυτον, περικυκλούντες, καθικετεύομεν, πρόφθασον Άγιε, των δεινών και θλίψεων, ρύσαι ημάς, τους προσκαλουμένους σε, θερμώς εκάστοτε.

Όσιε Πάτερ Γεράσιμε, εναπεφάνθης φωστήρ, Εκκλησίας νεόδμητος, αρετών φαιδρότητι, και θαυμάτων λαμπρότητι, ως του Αγίου, Πνεύματος όργανον, ως του Δεσπότου, θεράπων γνήσιος, σκεύος ως τίμιον, χάριτος θεσπέσιε της του Θεού, ως χρυσίον δόκιμον, της Αγιότητος.

Δόξα. Ήχος πλ. α’ .

Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων, χορεύσωμεν εόρτια, και σκιρτήσωμεν αγαλλόμενοι, εν τη πανσέπτω πανηγύρει του θεοφόρου Πατρός. Ιερείς, μονάζοντες, και φιλέορτοι, τον πανένδοξον κροτήσωμεν εν ύμνοις, ως χαρίτων έμπλεων, θαυμαστώς γεγενημένον, και ουρανίων δωρεών, των του Πνεύματος επαίνων τοις άνθεσι, τον της σεπτής

Τριάδος, πιστόν ιερομύστην, συνελθόντες καταστέψωμεν, τον ασκήσεως οδηγόν, προς αρετήν επισπώντα, του Ευαγγελίου εργάτην, τελειότητι της ζωής, τον της χάριτος στολήν κεκοσμημένον, τον του Δεσπότου, γνήσιον δούλον, τον θησαυρόν, τον αεί πλουτίζοντα, τον πάντας εκ των δεινών αεί λυτρούμενον, θεόσδοτον προστάτην, εγκωμιάζοντες ούτως είπωμεν· θεόληπτε Γεράσιμε, πρόφθασον εξελού ημάς, της ενεστώσης ανάγκης, και ρύσαι την νήσόν σου, πάσης κακώσεως.

Και νυν. Της εορτής.

Άσατε λαοί…

Διαβάστε το Εορτολόγιο ποιοι γιορτάζουν σήμερα και κάθε μέρα από την ΕΚΚΛΗΣΙΑ Online.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 4.5 (2 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.