Κάποτε ήτανε ένας άπιστος που είχε μία γυναίκα πιστή. Η γυναίκα του μιλούσε για την πίστη, αλλά αυτός δεν την άκουγε.

Μια μέρα κάνανε μερικές ελιές και δεν προλάβανε να τις μεταφέρουνε από το λιοστάσι στο σπίτι και τις άφησαν εκεί έξω.

 

Είπε ο σύζυγος:

– Μην τις αφήνουμε εδώ, θα μας τις κλέψουν.

– Θα τις φυλάξει ο Θεός, του είπε η γυναίκα του.

– Ποιός Θεός, εάν δεν τις φυλάξουμε εμείς; Ακούς εκεί… πιστεύεις σε Θεό.

– Θα μας τις φυλάξει ο Θεός, εφόσον δεν έχουμε να τις μεταφέρουμε…

Εν πάση περιπτώσει έμειναν οι ελιές εκεί και πάνε κάποιοι τη νύχτα και τις κλέβουνε τις ελιές. Που να σταθεί η κακομοίρα, η γυναικούλα αυτή, μπροστά στο θηρίο αυτό! Αυτός ήταν ένας αγροίκος και καταλαβαίνετε τι έγινε…

Στο σπίτι είχανε την εικόνα της Παναγίας μας, είχανε τον Άγιο Δημήτριο και τον Άγιο Νικόλαο. Σηκώνεται αυτός και πάει εκεί μπροστά στις εικόνες και λέει στον Άγιο Δημήτριο που ήταν καβάλα στο άλογο:

– Δεν μου λες, τί σε έχουμε εδώ πέρα στο σπίτι; Και τί λέει αυτή η γυναίκα, ότι φυλάττεις; Καλά αυτή είναι με παιδί στην αγκαλιά (εννοούσε την Παναγία), που να πάει και που να τους βρει; Αυτός είναι γεροντάκι (εννοούσε τον Άγιο Νικόλαο), που να πάει και που να τρέξει; Εσύ παλικάρι με άλογο, να τους αφήσεις να μας πάρουν τις ελιές; Θα πας να τις φέρεις, διαφορετικά θα στα κάψω αυτά…

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.