Του Νικόλαου Γκουργκενίτζε, Υποψηφίου ΜΑ Θεολογίας (Κανονικού Δικαίου) της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.

Το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα ήταν η αφορμή φανέρωσης πραγματικών προσώπων και σκοπιμοτήτων των διάφορων εκκλησιαστικών προσώπων και ειδικά της Εκκλησίας της Ρωσίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως πρώτη και πρωτεύθυνη Εκκλησία για τη διατήρηση της ενότητας των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, ενήργησε για να σώσει τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων.

Αφού με κανονική διαδικασία αποκατέστησε τους πρώην σχισματικούς στους κόλπους της κανονικής Εκκλησίας στη συνέχεια παραχώρησε αυτοδιοίκητο καθεστώς, ήτοι αυτοκεφαλία όπως παλαιότερα έκανε στην περίπτωση των Εκκλησιών Ρωσίας, Σερβία, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Ελλάδας, Πολωνίας, Αλβανίας και Τσεχίας και Σλοβακίας.

Έτσι λοιπόν ο Οικουμενικός Πατριάρχης ως πρώτος με ιδιαίτερα και αποκλειστικά προνόμια μεταξύ των Προκαθημένων ενήργησε όπως όριζαν οι Ιεροί Κανόνες. Παρ’ ότι εκτός Εκκλησίας τα μυστήρια των σχισματικών και αιρετικών είναι άκυρα, κατ’ οικονομία όμως η Αγία Καθολική και Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται τα μυστήρια τους, αμέσως μετά την επιστροφή τους στην κανονική Εκκλησία, έτσι και με την απόφαση της Εκκλησίας της Νέας Ρώμης όλοι οι εν σχίσματι χειροτονηθέντες Ουκρανοί έγιναν αποδεκτοί με τους οικείους βαθμούς.

Η Εκκλησία πάντοτε στρεφόταν προς την αντιμετώπιση των σχισμάτων και διαιρέσεων εντός της Καθολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, γι’ αυτό και πολλές φορές βλέπουμε να κάνει υποχωρήσεις για τη διατήρηση της ενότητας των πιστών, όπως αυτό τονίζει και ο 68ος κανόνας της εν Καρθαγένη Συνόδου: «ἵνα ἐκεῖνο μείνῃ περὶ τοὺς οὕτω μετελθεῖν πρὸς τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν βουλομένους, ὥστε μηδεμίαν ἐπὶ τούτου τῆς ἑνότητος συντομίαν περιεργάζεσθαι».

Επομένως, ο κύριος σκοπός της Εκκλησίας ως ζωντανού οργανισμού είναι να αγρυπνά και να αγωνίζεται για την ενότητα όλων των Χριστιανών, ακόμα και αυτωνών που βρίσκονται εκτός αυτής και καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να επιστρέψουν πίσω από εκεί που αποχώρησαν για διάφορους λόγους. Η επιθυμία του Κυρίου μάς Ιησού Χριστού ήταν «ίνα πάντες εν ώσιν», γι’ αυτό και η Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία σε κάθε ακολουθία προσεύχεται «υπέρ της των πάντων ενώσεως».

Η απόφαση του Οικουμενικού και Αποστολικού Θρόνου σχετικά για την αποκατάσταση των εν σχίσματι χειροτονηθέντων ήταν καθαρά ποιμαντική πράξη και «ἡ καθολικὴ ἑνότης φανερῷ κέρδει τῶν ἀδελφικῶν ψυχῶν» (βλ. 68ο κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου). Όμως το ζήτημα της αποκατάστασης των Ουκρανών κληρικών στην κανονική Εκκλησία υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου προκάλεσε προβληματισμό στις διάφορες τοπικές Εκκλησίες και στους Προκαθημένους τους.

Παρ’ ότι υπάρχουν άπειρα παραδείγματα στην ιστορία της αποκατάστασης των εν σχίσματι χειροτονηθέντων, μερικοί ορθόδοξοι κληρικοί και λαϊκοί λόγω άγνοιας της κανονικής παράδοσης και της εκκλησιαστικής ιστορίας εξέφρασαν την αντίθεσή τους με την πράξη αυτή και κατηγόρησαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο για παραβίαση των Ιερών Κανόνων.

Την ίδια στάση κράτησαν και μερικοί αγιορείτες, λέγοντας ότι δεν μπορεί η Εκκλησία να δεχτεί τους εν σχίσματι χειροτονηθέντες διότι, σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο «οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκ ἔτι ἔσχον τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ἑαυτούς, ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν» (1), όμως στον ίδιο κανόνα ο Άγιος μιλά για την δυνατότητα της αποκατάστασης. Η Εκκλησία βλέπουσα την θλιβερή κατάσταση δεν θα μπορούσε να μείνει αδιάφορη απέναντι στο ζήτημα αυτό και για την σωτηρία των ανθρώπων πολλές φορές ασκεί την εκκλησιαστική οικονομία και ακόμα δέχεται και τους εν σχίσματι χειροτονηθέντες με τους οικείους βαθμούς (2).

Το ίδιο επιβεβαιώνει ο Μέγας Φώτιος στις Δέκα Ερωταποκρίσεις, όπου παρουσιάζει και αρκετά παραδείγματα όταν η Εκκλησία αποδέχθηκε χωρίς την αναχειροτονία τους σχισματικούς και αιρετικούς, αλλά επιπλέον τονίζει ότι σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες «έν διαφόροις μὲν συνόδοις καὶ ὑπὸ διαφόρων τοῦτο πολλάκις ἐγένετο» (3) η αποκατάσταση και η αποδοχή τους. Ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης στην ερμηνεία του Αποστολικού 68ου κανόνα, όπου γίνεται λόγος για τη δεύτερη χειροτονία, τονίζει ότι η Εκκλησία πάντοτε αποδεχόταν τους σχισματικούς και τους αιρετικούς (4).

Θα μπορούσαμε αυτό το ζήτημα να το συνδέσουμε και με τον Άγιο Εφραίμ Κατουνακιώτη, ο οποίος ήταν και είναι μια μεγάλη μορφή της αγιορείτικης παραδόσεως και της ιστορίας του Αγίου Όρους, επίσης πολύ γνωστός σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο (5). Δεν γνωρίζουμε εάν είχε μιλήσει ποτέ για το παρόν ζήτημα, αλλά όμως ο ίδιος καθίσταται ένα παράδειγμα της αποκατάστασης των εν σχίσματι χειροτονηθέντων στη κανονική τάξη της Εκκλησίας χωρίς την αναχειροτονία. Μελετώντας τη ζωή του βλέπουμε ότι κάποια περίοδο, λόγω της υπακοής του στον γέροντά του, Ιερομόναχο Νικηφόρο ήταν αποκομμένος από το κανονικό σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησία και είχε διακόψει τη κοινωνία με την Αγία του Χριστού Εκκλησία, αλλά επίσης και στο θέμα της κανονικότητας της χειροτονίας του υπήρχε ένα πρόβλημα για το οποίο στη συνέχεια θα γίνει λόγος.

Ο παπα-Εφραίμ γεννήθηκε στο Αμπελοχώρι Θηβών το 1912. Από την παιδική του ηλικία ζούσε με χριστιανική πίστη και διακρινόταν με την ευλάβειά του. Όπως μας πληροφορεί ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός, η μητέρα του στον ύπνο της είδε έναν γέροντα, ο οποίος ήταν ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος και της είπε: «αυτό που αποφάσισε να κάνει τώρα το παιδί σου είναι το θέλημα του Θεού και σε αυτό θα πετύχει» (6).

Έτσι λοιπόν στις 14 Σεπτεμβρίου του 1933 ξεκινάει η αγιορείτικη ζωή του Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη. Από το 1935 έμενε με τον νέο γέροντα του Ησυχαστηρίου Ιερομόναχο Νικηφόρο, ο οποίος ανήκε στην ζηλωτική και συντηρητική τάξη των μοναχών του Αγίου Όρους (7). Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον γέροντά του και ονομάστηκε Εφραίμ. Επειδή έδειξε μεγάλη ευλάβεια, υπακοή και αγωνιστικότητα, ο παπα-Νικηφόρος αποφάσισε να τον χειροτονήσει, διότι σε ηλικία ήταν μεγάλος και χρειαζόταν έναν βοηθό στις ιεροπραξίες.

Όπως ήδη τονίστηκε, ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ανήκε στην παράταξη των συντηρητικών (σχισματικών) μοναχών που είχαν κόψει την κοινωνία με το Οικουμενικό Θρόνο, οπότε αντί να ζητήσει χειροτονία από τον κανονικό επίσκοπο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατά την επίσκεψή τους στην Θήβα το 1936 ζήτησε από τον Επίσκοπο Κυκλάδων Γερμανό να τελέσει την χειροτονία (8), ο οποίος όμως είχε καθαιρεθεί από την Εκκλησία της Ελλάδος. Μετά την χειροτονία ο Γέροντας Εφραίμ λόγω υπακοής στον συντηρητικό γέροντά του δεν μνημόνευε τον κανονικό επίσκοπο, τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι το θάνατο του παπα-Νικηφόρου.

Ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός μιλώντας για το ημερολογιακό ζήτημα αναφέρεται στον παπα-Εφραίμ αποδεικνύοντας ότι πραγματικά ήταν σε «σχίσμα»: «Τὰ Κατουνάκια ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ κέντρα τῶν ζηλωτῶν. Ὁ παπαἘφραὶμ ἀνῆκε στοὺς ζηλωτές… Ὅπως πάντα, κάθε ἀρχὴ σκανδάλου, δημιουργεῖ φανατισμὸ καὶ ταραχή, ἐξαιτίας τῆς ἀγνοίας, ἕως ὅτου ἀποκαλυφθεῖ ἡ ὀρθὴ θέση τῶν πραγμάτων. Οἱ Γέροντες τῆς ἐρήμου ἦταν ἑπόμενο νὰ βρεθοῦν στὴν μερίδα τῶν φανατικῶν, ἐπειδὴ ἐπικρατοῦσε ἀνησυχία καὶ ἄγνοια καὶ εἶχαν ἕναν ἔντονο φόβο μήπως προδώσουν τὴν πίστη τους… ὁ παπαἘφραὶμ προσευχόμενος ἄκουσε φωνή, ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Ἐν τῷ προσώπῳ τῶν Φλωρινικῶν ἀπεκήρυξες ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν» (9). Παρόμοια και ο διδάσκαλός του Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο οποίος μετά από έντονη προσευχή άκουσε τη θεία φωνή να του λέει ότι: «ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο στὴν Κωνσταντινούπολη» (10).

Ιστορικό πλαίσιο:
Το 1924 η Ορθόδοξη Εκκλησία αποφάσισε να αλλάξει το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο και στην ζωή της να εντάξει το νέο διορθωμένο ημερολόγιο. Αυτή η αλλαγή όμως για κάποιους ήταν αφορμή μιας μεγάλης ρήξης, η οποία στο τέλος κατέληξε σε σχίσμα στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Έντονα αντέδρασαν οι τρεις μητροπολίτες – Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομμάτης, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης και Ζακύνθου Χρυσόστομος Δημητρίου, οι οποίοι δημιούργησαν «σύνοδό» τους στις 31 Μαΐου/13 Ιουνίου του 1935 και απεύθυναν έναν γράμμα προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου καταδίκαζαν το νέο ημερολόγιο και αποκήρυξαν την Διοικούσα Εκκλησία ως σχισματική (26/05/1935), ενώ την εκκλησιαστική δομή τους ονόμαζαν την «Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας των Ορθοδόξων Χριστιανών των ακολουθούντων το πάτριον Εκκλησιαστικόν Εορτολόγιον και ήτις έχει αναγνωρισθή υπό του Κράτους» (11).

Στις 31 Μαΐου του 1935 συνήλθε η έκτακτη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου οι μητροπολιτικές έδρες κηρύχθηκαν χηρεύουσες. Τότε οι Μητροπολίτες προχώρησαν στις αντικανονικές χειροτονίας τεσσάρων Αρχιμανδριτών: α) Γερμανού Βαρυκοπούλου στις 5 Ιουνίου του 1935 εις επίσκοπο Κυκλάδων (ο οποίος τέλεσε τη χειροτονία του Γέροντα Εφραίμ), β) Χριστοφόρου Χατζή στις 6 Ιουνίου του ίδιου έτους εις επίσκοπο Μεγαρίδος, γ) Ματθαίου Καρπαθάκη στις 7 Ιουνίου του ίδιου έτους εις επίσκοπο Βρεσθένης και δ) Πολυκάρπου Λιώση στις 7 Ιουνίου του ίδιου έτους εις επίσκοπο Διαυλείας (12).

Σύμφωνα με Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χριστόδουλο αυτές οι χειροτονίες θεωρήθηκαν ως έγκυρες, διότι οι τρείς πρώτοι ακόμη δεν είχαν καθαιρεθεί και επίσημα αποτελούσαν παρασυναγωγή παρά σχίσμα. Στις 14 Ιουνίου του 1935 συνήλθε το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο δι’ Αρχιερείς για να δικάσει την υπόθεση των αντικανονικών χειροτονιών, διότι αυτές τελέσθηκαν άνευ της άδειας της Ιεράς Συνόδου.

Οι τρείς μητροπολίτες κατηγορήθηκαν ως παρασυναγωγή και αποκήρυξη της κανονικής Εκκλησίας. Το Συνοδικό Δικαστήριο αποφάσισε «την ποινήν της καθαιρέσεως από του αρχιερατικού αξιώματος, μετά των επακολουθουσών τη ποινή ταύτη κανονικών συνεπειών, ήτοι της υπαγωγής αυτών εις την των μοναχών τάξιν και του πενταετούς σωματικού περιορισμού εν Μονή, απογυμνώσαντες αυτούς τέλεον παντός αρχιερατικού τίτλου και ιερατικού βαθμού» (13).

Το Συνοδικό Δικαστήριο τόνιζε ότι οι ως άνω παραβίασαν τους εξής κανόνες: 34ο της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, 6ο της εν Γάγγρα, 5ο της εν Αντιοχεία, 14ο και 15ο της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Αλλά οι κατηγορούμενοι δεν αποδέχτηκαν αυτήν την καταδικαστική απόφαση της κανονικής αρχής και συνέχισαν τις αντικανονικές ιεροπραξίες.

Έτσι λοιπόν μετά την καθαίρεση ο Γερμανός Βαρυκόπουλος, σχισματικός επίσκοπος Κυκλάδων τέλεσε την χειροτονία του Οσίου Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη κατά το έτος 1936, δηλαδή ένα χρόνο αργότερα μετά την καθαίρεση. Ο Γέρων Εφραίμ λόγω της υπακοής του στον γέροντά του δεν μνημόνευε (14) τον κανονικό επίσκοπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη και όπως μας πληροφορεί ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός:

«Ὁ παπαἘφραὶμ ἔβλεπε πάντα τὴν θεία Χάρη στὴν Θεία Λειτουργία νὰ καθαγιάζει τὰ τίμια δῶρα σὲ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅσο διάστημα ἦταν μὲ τοὺς ζηλωτὲς ἔβλεπε κάτι ὡς κάλυμμα μπροστά του, ποὺ τὸν ἐμπόδιζε νὰ βλέπει εὐκρινῶς τὴν θεία Χάρη. Τὸ κάλυμμα αὐτὸ ἀπομακρύνθηκε ὅταν ἐπανῆλθε στὴν ζῶσα Ἐκκλησία» (15). Κάποτε προσευχόμενος άκουσε μια φωνή: «Υπάγεσαι στο Πατριαρχείο, δεν υπάγεσαι στον Φλωρίνης»(16). Από μέσα έλεγε όμως: «Με την ψυχή θα είμαι πάντοτε με την Εκκλησία, με το σώμα για λίγο με τους Ζηλωτές, μέχρι να κλείσει τα μάτια του ο γέροντάς μου» (17). Έτσι η υπομονή κράτησε μέχρι το 1975, δηλαδή 23 χρόνια, όταν πέθανε ο παπα-Νικηφόρος και εγκατέλειψε τους σχισματικούς ζηλωτές και προχώρησε στην κανονική Εκκλησία.

Η περίπτωση του Γέροντος Εφραίμ μπορεί να θεωρηθεί πολύ καλό παράδειγμα για αυτό το ζήτημα και μάλιστα τονίζεται ότι ακόμη και ο εν σχίσματι χειροτονηθείς μπορεί να αγιαστεί και να εγγραφεί στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Απορρίπτοντας την δυνατότητα της αποκατάστασης των εν σχίσματι χειροτονηθέντων εκ μέρους των «υπεροθοδόξων» Αγιορειτών και διαφόρων άλλων, απορρίπτεται και η αγιότητα του Όσιου Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτη, στις διδασκαλίες του οποίου στηρίζονται και προσπαθούν να τον μιμηθούν.

Η επιστροφή του στο κανονικό σώμα της Εκκλησίας, η έναρξη της μνημόνευσης του Οικουμενικού Πατριάρχη και η άγια ζωή του, αυτόματα τον αποκατέστησε στην κανονική τάξη, ενώ στις 9 Μαρτίου του 2020 η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία τον ανέγραψε στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Σημειώσεις

Γ. Α. Ραλλή, και Μ. Ποτλή, Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων Τόμος Δ΄ – Οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες, Κανονικαί Επιστολαί των Αγίων Πατέρων, εκδ. Χαρτοφύλακος, Αθηνήσιν 1854, σελ. 89.
2.
Γράφτηκαν αρκετά άρθρα για αυτό το ζήτημα και επίσης υπάρχουν αρκετοί κανόνες και περιπτώσεις όπου η Εκκλησία αποδεχόταν τις χειροτονίες και τα μυστήρια πρώην σχισματικών. Βλέπε κανόνες, 8ο της Α΄ Συνόδου, 68ο της εν Καρθαγένη Συνόδου και σχόλια των βυζαντινών κανονολόγων στους παρόντες κανόνες, επίσης βλέπε την ιστορία των σχισμάτων (του Ιππολύτου, Νοβατιανών, Μελετιανών, Κολλοθιανό σχίσμα, των Δονατιστών, Ακακιανό σχίσμα, Δέκα Ερωταποκρίσεις (πιο συγκεκριμένα την Δ΄ και την Θ΄) του Μέγα Φωτίου όπου δίνει αρκετά παραδείγματα αποδοχής των εν σχίσμα ή εν αιρέσει χειροτονηθέντων) όπου διατυπώνεται ότι για σωτηρολογικούς λόγους η Εκκλησία χρησιμοποιεί την εκκλησιαστική οικονομία για να βοηθήσει τους αποσχισθέντες να επιστρέψουν στην κανονική εκκλησία. Έτσι και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως πραγματική μητέρα στηριζόμενο στους ιερούς κανόνες και την κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας αγωνίστηκε για τους Ουκρανούς «ίνα πάντες εν ώσιν».

3. ΕΠΕ, Μέγας Φώτιος 11, σελ. 578.

4. Νικόδημος Αγιορείτης, Πηδάλιον, εκ της τυπογραφίας του εκδότου Κωνσταντίνου Γκραπόλα, Αθήνα 1841, σελ. 51.

5. Κατά την τελευταία επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη στο Άγιον Όρος ανακοίνωσε ότι η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία θα αγιοκατατάξει τον Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη.

6. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Χαρισματούχος Υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (1912-1998), εκδ. Ι.Μ.Μ.Β., Καρυές 2018, σελ. 41-43.

7. Το 1924 στην Εκκλησία μπαίνει νέο ημερολόγιο το οποίο προκάλεσε μεγάλες συγκρούσεις όσο στην Ελλάδα, τόσο στο Άγιον Όρος, για αυτό το λόγο οι ζηλωτές μοναχοί είχαν διακόψει κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

8. Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ», Άγιον Όρος 2000, σελ. 35.

9. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Χαρισματούχος Υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (1912-1998), εκδ. Ι.Μ.Μ.Β., Καρυές 2018, σελ. 41-43.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.