Όλοι μας μείναμε εμβρόντητοι μετά τα τρομακτικά και αποτρόπαια γεγονότα του Παρισιού, όπου εκατοντάδες συνανθρώπων μας έπεσαν νεκροί από τις σφαίρες των όπλων τρομοκρατών ακραίων Ισλαμιστών, μή εχόντων σχέση με το παραδοσιακό Ισλάμ, οι οποίοι συνεπαρμένοι από έναν αβυσσαλέο φανατισμό σκόρπισαν το θάνατο στην πόλη του Φωτός. 

Δύο μέρες πριν στο κέντρο της Βηρυτού, όπως διαβάζουμε από τις σχετικές διαδικτυακές ιστοσελίδες, Τζιχαντιστές προέβησαν σε βομβιστικές επιθέσεις σε προάστιο της πόλης με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 50 ανυποψίαστοι πολίτες και τραυματιστούν πάνω από 200.

Τα γεγονότα αυτά αν και μας ξάφνιασαν, ωστόσο αποτελούν το αναμενόμενο αποτέλεσμα των πολεμικών πράξεων που διεξάγονται τα τελευταία χρόνια στο χώρο της Μέσης Ανατολής, τις οποίες ενίσχυσε η Δύση με την αποστολή όπλων στους ακραίους Ισλαμιστές, στο όνομα μιας δήθεν αραβικής άνοιξης, όπως αποκαλούσαν την βίαια εκθρόνιση των παραδοσιακών ηγετών των χωρών αυτών, με κορύφωση τον απαγχονισμό και τη δολοφονία 250000 χριστιανών από τους φανατικούς μουσουλμάνους και την αθρόα μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων μουσουλμάνων και χριστιανών από τα μέρη αυτά και κυρίως από τη Συρία στη χώρα μας αλλά και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. 

Ανάμεσα σε αυτούς τους μετακινούμενους πληθυσμούς ήταν και οι τρομοκράτες που έπληξαν το Παρίσι. 

Τα προβλήματα που ορθώνονται μπροστά μας είναι αφ’ ενός ο φόβος της επικρατήσεως του Ισλάμ στην μέχρι πρότινος χριστιανική Ευρώπη, και η τρομοκρατία από ακραίες μουσουλμανικές οργανώσεις.

Ποια θα πρέπει να είναι η στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας απέναντι σ αυτά τα φαινόμενα; 

Η «χριστιανική» δυτική κυρίως Ευρώπη για πολλά χρόνια είχε απαρνηθεί το Θεό και είχε αποδυθεί σε ένα απάνθρωπο αγώνα άκρατου πλουτισμού και ευδαιμονίας χωρίς Χριστό. Ο άνθρωπος μεριμνούσε να ανεξαρτητοποιηθεί, να στηριχθεί στις δυνάμεις του, ειδωλοποίησε τον εαυτό του και το μόνο του ενδιαφέρον ήταν η ικανοποίηση των ατομιστικών του αναγκών. Μάλιστα νιώθοντας ο δυτικός άνθρωπος δυνατός θέλησε να «παίξει» με τους ανατολίτες «απολίτιστους άραβες » όπως περιπαικτικά ονόμαζε τους λαούς της Μέσης Ανατολής, πολλά κράτη των οποίων έκανε στο διάβα των αιώνων αποικίες και προτεκτοράτα του, στην ακόρεστη επιθυμία του να εκμεταλλευτεί τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές, ώστε τους εξόπλιζε, χωρίς να αισθάνεται ότι αυτά τα όπλα θα έρθει η στιγμή που θα στρέφονταν εναντίον του. Έτσι τώρα νιώθει αδύναμος μπροστά στην τρομοκρατική έξαρση του ακραίου Ισλάμ, φοβάται ότι χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Ωστόσο έχει το μερίδιο της ευθύνης του. Θερίζει τώρα ό,τι έσπειρε. 

Στον ανατολικό χριστιανικό κόσμο αντίθετα παρατηρήθηκε και παρατηρείται μια στάση σεβασμού για τις θρησκευτικές εμπειρίες των άλλων ανθρώπων, μια ανεκτικότητα και κατανόηση. Βασική θεολογική πεποίθηση παρέμεινε ότι η “κλίση” και η “λαχτάρα για το Θεό” καθοδηγούν όλους τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος και μετά την πτώση του παραμένει λήπτης της θεϊκής παρουσίας. Ο Απόστολος Παύλος διακήρυξε λέγοντας, “Εποίησέ τε εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης … ζητείν τον Κύριον, ει άρα γε ψηλαφήσειαν αυτόν και εύροιεν, και γε ου μακράν από ενός εκάστου ημών υπάρχοντα” (Πράξ. 17:26-27). 

Οι θρησκευτικές εμπειρίες, λοιπόν, δεν αντιπροσωπεύουν μόνο μία επίμονη κίνηση του ανθρώπου προς την υψηλότερη πραγματικότητα, αλλά επιπλέον και μιά απορρόφηση ακτίνων της θεϊκής ακτινοβολίας μέσα σ’ αυτό τον κόσμο. Οι δύο θρησκείες αποτελούν γιά τους πιστούς τους δύο ανεξάρτητες πηγές από τις οποίες αντλούν την εσωτερική εκείνη δύναμη για να ακολουθήσουν και να αναπτύξουν μια πνευματική ζωή. Βάση αυτής της αρχής, η κάθε μία διεκδικεί την αυτάρκεια της στην αντιμετώπιση οποιουδήποτε θεωρητικού ή πρακτικού προβλήματος των πιστών τους. 

Όσο η Δύση κραυγάζει και υψώνει τα τείχη της προς τους μουσουλμάνους , η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να νοιάζεται και να μεριμνά για την καταλαγή και την εφαρμογή του μηνύματος της αγάπης . Δεν αρκούν και δεν αποτελούν λύση ειρηνικής συνυπάρξεως και αναπτύξεως μόνο τα συσσίτια, τα κοινωνικά παντοπωλεία, οι ιματιοθήκες και άλλα τυχόν κοινωνικά έργα-χρήσιμα βέβαια αλλά ανεπαρκή- που σήμερα πρωτοστατούν ως δραστηριότητες για την αμβλυνση του κοινωνικού προβλήματος της φτώχειας και της ανέχειας, του προσφυγικού. Η Εκκλησία έχει να κάνει σπουδαιότερο έργο που αφορά χριστιανούς και μη. 

Προβάλει την όντως ζωή, τον ουράνιο άρτο, το ύδωρ το ζων, την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου, τα οποία δεν είναι αφηρημένες έννοιες και αξίες, αλλά ο ίδιος ο Χριστός. Η Εκκλησία μας μέσα από τον σταυρικό τρόπο ζωής και καθημερινής εκούσιας θυσίας μεταδίδει στον σημερινό άνθρωπο είτε δυτικό είτε μουσουλμάνο, είτε τζιχαντιστή, την ελπίδα της αναστάσεως, που αποτελεί τη νίκη του θανάτου.
Διδάσκει στη πράξη ότι η ζωή είναι Χριστοκεντρική. 

Διερωτάται, λοιπόν κανείς, ποιό είναι το στοιχείο εκείνο που λείπει, ώστε, ενώ η ειρηνική συνύπαρξη των πιστών των δύο θρησκειών να είναι δυνατή για μεγάλες χρονικές περιόδους, η οποιαδήποτε περιστασιακή πολιτική ένταση να πυροδοτεί αιφνίδια την έκρηξη μιας θρησκευτικής μισαλλοδοξίας; Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο μπορεί και έχει την δυνατότητα να βοηθήσει ο διάλογος του Χριστιανισμού με το Ισλάμ, δηλαδή στο να μεταφέρουν την ειρήνη του ουρανού στη γη, για να διαφυλάξουν την ιερότητα της ζωής και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν επιβάλλει την ειρήνη και τη συνύπαρξη διά της βίας, αλλά αναδεικνύει τον άνθρωπο της ειρήνης με την προσαρμογή της αποστολής της στις απαιτήσεις των καιρών.

+ Ο ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ  

Sgourou Stauroula

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.