Μία κριτική προσέγγιση της σύγχρονης πραγματικότητας. Του Νικόλαου Λεβέντη. Το παρόν κείμενο άπτεται μίας σωρείας ζητημάτων της σύγχρονης πραγματικότητας, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, αναδεικνύουν την ηθική και, ως αποτέλεσμα αυτής, κοινωνική παρακμή που βιώνουμε.

Φόνοι, ενδοοικογενειακή, ενδοσχολική, ενδοστρατιωτική και ενδοκοινωνική βία, νταηλίκι και πορνεία, ανηθικότητά και ψευδός μαστίζουν τη σύγχρονη πραγματικότητας, καθώς η χώρα μας οδεύει προς την ούτε καλούμενη «πρόοδο».

Ένα ερώτημα γεννάται νομίζω  με ορμή. Άραγε, έχουν αποτύχει οι θεσμοί της χώρας που συνέβαλλαν στη διαμόρφωση πολιτών με ήθος στο να σταθούν στο ύψος του ρόλου τους; Τολμώ να ισχυρισθώ πώς έχουν αποτύχει και στο παρόν κείμενο, καταθέτω, συνοπτικά κάποιες από τις σκέψεις μου. Τόσο η οικογένεια όσο και η εκπαίδευση και η ποιμαίνουσα Εκκλησία φέρουν τεράστια ευθύνη για το κατάντημα της χώρας. Φυσικά, ανάλογα προβλήματα απαντώνται διεθνώς, αλλά επειδή ο γράφων ζει στην Ελλάδα γράφει και περί αυτής.

Όλοι αυτοί οι παρηκμασμένοι άνθρωποι που ασκούν λεκτική, σωματική, ψυχολογική ή/και συναισθηματική βία δεν είναι ψέμα ότι ανατράφηκαν σε ελληνικές οικογένειες, ολοκλήρωσαν την ελληνική δημόσια/ιδιωτική σχολική εκπαίδευση, εκκλησιάστηκαν στους ελλαδικούς ναούς, ανατράφηκαν και κοινωνικοποιήθηκαν κυρίως εδώ. Ως εκ τούτου, η παρακμή που φέρουν ως προσωπικότητες βρίσκεται στους χώρους από τους οποίους πέρασαν. Ή, στο καλύτερο σενάριο, οι θεσμοί και οι φορείς κοινωνικοποίησης αυτοί (οικογένεια, σχολείο, Εκκλησία κ.λπ.) δεν διδάξαν σωστά όσα έπρεπε να διδάξουν. Ή, στο ακόμα καλύτερο σενάριο, τα άτομα αυτά απέτυχαν να προσλάβουν με ορθό τρόπο όσα θετικά στοιχεία είχαν και έχουν να προσφέρουν οι θεσμοί και οι φορείς αυτοί.

Ειδικότερα, ας ξεκινήσω με την ελληνική οικογένεια, η οποία βρέθηκε και στο επίκεντρο το τελευταίο χρονικό διάστημα. H ελληνική οικογένεια, στο παρόν, αν τασσόμαστε υπέρ της ειλικρίνειας, δεν είναι φορέας αρχών, αρετών και αξιών. Και ίσως ποτέ να μην ήταν, αλλά εμείς να την φορτώνουμε με μία εξιδανικευμένη ιστορία, γιατί φοβόμαστε να παραδεχτούμε την έλλειψη ύπαρξης θεοειδών θεμελίων. Οι παθογένειες της ελληνικής οικογένειας φανερώνουν την απουσία του Θεού εντός της. Συναισθηματικός εκβιασμός, απολυταρχική γονεϊκότητα, ψυχολογική καταπίεση και «ευνουχισμός» των παιδιών, πατριαρχικές και μικροαστικές ιδεοληψίες συνθέτουν την «παραδοσιακή» ελληνική οικογένεια.

Στο άλλο άκρο επικρατεί η απόλυτη ελευθεριότητα. Η απόκτηση σεξουαλικών εμπειριών, η γονική αδιαφορία, η απόκτηση πολλών χρημάτων, η επίτευξη μίας καλής εργασιακής θέσης σε βάρος των συνανθρώπων κ.λπ. και γενικά η ικανοποίηση της οιασδήποτε επιθυμίας προτιμώνται στο πλαίσιο ενός ακόρεστου δικαιωματισμού, οδηγώντας στην υποταγή του ανθρώπου στα πάθη του, τον εγκλωβισμό του στο κυνήγι της εύρεσης και ικανοποίησης όλο και περισσότερων επιθυμιών. Οτιδήποτε κανείς επιθυμεί το ονοματίζει δικαίωμα, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε μία υπερτροφία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (όπως καλείται στην κοινωνική έρευνα) και αυτά να απονευρώνονται, διότι υποτάσσονται σε έναν δικαιωματιστικό εγωτικό εγκλεισμό σε επιλεχθείσες ελευθερίες.

Στην Ελλάδα, γενικά, κινούμαστε στα άκρα. Δεν μπορούμε να βρούμε τη χρυσή τομή, να βρούμε την υγιή οδό και να την βαδίσουμε, χωρίς να επηρεαζόμαστε από πολιτικές ιδεοληψίες ή να μιμούμαστε χώρες του εξωτερικού. Χωρίς ήθος, δηλαδή ενσυνείδητη χρήση των αρχών, των αρετών και των αξιών δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος. Ωστόσο, όταν οι γονείς δεν έχουν ήθος είναι αδύνατο και να το διδάξουν στα παιδιά τους ή να τα κατευθύνουν προς εκείνους μπορούν να τα διδάξουν. Και στα δύο είδη οικογένειας και γονεϊκότητας που αναφέρω αμέσως παραπάνω το ήθος είναι εκκωφαντικά απόν.

Η ποιμαίνουσα Εκκλησία, ως η μεγάλη οικογένεια, φέρει τεράστια ευθύνη για τα ηθικοκοινωνικά δεινά του τόπου μας. Εξίσου μεγάλη ευθύνη φέρει κάθε θρησκευτική κοινότητα ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Ειδικά, όμως, για την ελλαδική Εκκλησία, ως μέλος αυτής, τολμώ να ισχυρισθώ ότι έχει αστικοποιηθεί. Έχει περιορισθεί στη τέλεση λειτουργικών τυπικών και την έκδοση ανακοινωθέντων. Έχει βολευτεί στην εγκαθιδρυμένη (τυπική) χριστιανικότητα του τόπου και της σχέσης της με το Κράτος. Δυστυχώς, πολλοί εκ των Ιεραρχών, μα και πολλοί εκ των προς αρχιερατεία εκλογίμων απασχολούνται περισσότερο με την εκκλησιαστική πολιτική και τη διπλωματία, αντί να κατέβουν στο πεζοδρόμιο και με απλότητα να κερδίσουν τον λαό.

Υποστηρίζω ότι η στάση των ποιμένων επηρεάζει την πιστότητα των ανθρώπων. Η απλότητα (στον τρόπο και στην εμφάνιση) και η καρδιακή καθαρότητα του κληρικού συμβάλλει στη διατήρηση περισσότερων πιστών στο σώμα του Χριστού.

Δεν είναι τυχαία η επιλογή της απλότητας. Δεν είναι ούτε εκτός θέματος, ούτε μία λαϊκίστικη αναφορά. Η απλότητα σε μία εποχή του «έχειν» και  του «φαίνεσθαι», αντί του «είναι» αποτελεί αρετή και έχει τη δύναμη να προσελκύσει πολλούς ανθρώπους να εξερευνήσουν το πεδίο της πίστης. Αντίθετα, ένας υπέρλαμπρος Ιεράρχης αποτελεί μία εικόνα που εμποδίζει τους ανθρώπους να τον πλησιάσουν, να τον ακούσουν, να σκεφτούν τα λεγόμενά του, ώστε να αποδεχτούν ή να απορρίψουν αυτά που άκουσαν. Το τίμιο ράσο είναι πιο όμορφο από τους πορφυρούς μανδύες και τις περίτεχνες φομπιζού φιοριτούρες, αλλά και δεν συνάδουν με την ασκητικότητα των αγίων της Εκκλησίας. Με σεβασμό απέναντι στην Αγία Γραφή, το λειτουργικό τυπικό και τον συμβολικό χαρακτήρα των αμφίων κρίνεται γόνιμο να τεθούν κανόνες υπέρ της απλότητας και λιτότητας αυτών. Σαφώς, οτιδήποτε καλύτερο έχουμε πρέπει να το προσφέρουμε στο Θεό, αλλά νομίζω ότι συχνά χάνουμε την Ουσία. Η απλότητα ταιριάζει καλύτερα στο πνεύμα του Χριστιανισμού.

Στις μέρες μας, πολλοί νέοι έχουν χάσει κάθε επαφή με τη πίστη. Δεν είναι κατηχημένοι. Ούτε οι γονείς τους είναι κατηχημένοι. Είναι βυθισμένοι στην σαρκική ακολασία, δεν εξομολογούνται (γιατί δεν πιστεύουν στην αξία του μυστηρίου της συγχωρήσεως), δεν ξέρουν σε ποιον Χριστό πιστεύουν (απλά έχουν βαπτιστεί για εθιμοτυπικούς λόγους), δεν τηρούν τις εντολές του Κυρίου. Χρειάζεται να στοχασθούν οι Αρχιερείς περί της κατάργησης του νηπιοβαπτισμού (και την τήρηση ίσως περιπτωσιολογικής εξέτασης επί του ζητήματος ή κατόπιν συμμετοχής των γονέων και των νονών σε κάποιο υποχρεωτικό πρόγραμμα κατήχησης), χωρίς να φοβούνται τα λιγότερα «τυχερά» ή μήπως τα αβάπτιστα τέκνα επιλέξουν να μην εισέλθουν τελικά στην Εκκλησία. Πεδίο δόξης λαμπρό το να κερδίσουν αυτά τα παιδιά στη πίστη! Όπως, επίσης, πεδίο δόξης λαμπρό και για την ελληνική οικογένεια να αποδείξει ότι είναι όντως κατ’ οίκον Εκκλησία και ό,τι η πρόταση ζωής της Εκκλησίας αξίζει να τύχει της αποδοχής των νέων!

Κάθε γενιά κληρικών έχει υποχρέωση να επανακατηχεί τον λαό, ο οποίος χιλιάδες χρόνια τώρα εκφράζει τους ίδιους προβληματισμούς και τις ίδιες απορίες, όσο και αν πολλοί λαϊκοί, εντός ή εκτός Εκκλησίας, νομίζουν ότι θέτουν πρωτότυπα ερωτήματα. Οι απαντήσεις έχουν δοθεί από τον Χριστό και τη βιωμένη πίστη των αμέτρητων αγίων του Θεού.

Όποιος κατηχεί οφείλει να σέβεται τους πυλώνες στους οποίους στηρίζεται η Ορθόδοξη Εκκλησία (Αγία Γραφή, Αποφάσεις Συνόδων, Πατερική Διδασκαλία & Εμπειρία της Εκκλησίας) και όχι να κατηχεί κατά το δοκούν. Η πίστη πρέπει να οδηγεί στην Ελευθερία, όχι στην ανελευθερία, δηλαδή σε μια ζωή γεμάτη «απαγορεύεται», «πρέπει» και «φόβο».

Και εδώ οφείλω να κάνω μια διευκρίνιση, η οποία αν και ίσως προφανής, παραθεωρείται. Δικαίωμα να κατηχούν έχουν οι κληρικοί, και εκ των λαϊκών όσοι συνδιακονούν στην ιεραποστολή (έχοντες θεολογικές γνώσεις) και οι κατηχητές (δηλαδή εκείνοι στους οποίους η επίσημη Εκκλησία έχει δώσει την άδεια να κατηχούν). Κανένας λαϊκός που έχει αυτορισθεί πνευματικός ή κατηχητής, όπως και κανένας αποσχισμένος γέροντας δεν έχουν δικαίωμα να κατηχούν, λειτουργώντας ως «σωτήρες» της πίστης.

Η ποιμαίνουσα Εκκλησία οφείλει να αγωνιστεί κατά των κύκλων εκείνων που πάσχουν από την ασθένεια του γεροντισμού (προσωπολατρία), όπως, επίσης, χρειάζεται να πολεμήσει η ποιμαίνουσα Εκκλησία της ορθόδοξης εμπνεύσεως «προτεσταντικές» οργανώσεις (ήτοι αδελφότητες), που συχνά συγκεντρώνονται με μανία γύρω από κάποιον γέροντα, που πιστεύει ότι εκπροσωπεί πληρέστερα τον Χριστό. Το σώμα του Χριστού είναι Ένα και δεν αποτελείται από μικρές ομάδες.

Κατά τη γνώμη μου, οι αδελφότητες ποτέ τους δεν νοιάστηκαν ουσιαστικά για την Εκκλησία, αλλά χωρισμένες σε μικρές ομάδες (έως και σήμερα), σαν σέχτες, στηρίζουν μόνο τα μέλη τους και ενδιαφέρονται περί του πώς να εισάγουν μέλη τους στο κλήρο ή/και κοσμικές θέσεις, που να σχετίζονται με την Εκκλησία, ώστε να αποκτήσουν δύναμη και εξουσία, και να έχουν λόγο στα εκκλησιαστικά τεκταινόμενα. Ίσως να ενδιαφέρονται πιο πολύ για την πολιτική εντός της Εκκλησίας, παρά για την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού. Στο ιστορικό παρελθόν, της ελλαδικής Εκκλησίας, έχουν σημειωθεί  περιστατικά κατά τα οποία όταν κάποιος ιερέας ή ιεράρχης δεν είναι της αρεσκείας κάποιας αδελφότητας αυτή να διαδίδει ψεύδη περί της ηθικής του ή να επιχειρεί να αποδομήσει αυτό το πρόσωπο με διάφορες φτιαχτές κατηγορίες, που στο τέλος δεν αποδεικνύονται, αλλά αμαυρώνουν την εικόνα του προσώπου εκείνου. Στον κλήρο (ασχέτως βαθμίδας) πρέπει να προωθούνται δούλοι Κυρίου, όχι άτομα φιλικά προσκείμενες σε αυτές. Με βάση αυτά, νομίζω ότι αφενός δεν είναι «χριστιανικές» και αφετέρου ότι δεν θα έπρεπε να έχουν θέση στα Δίπτυχα της Εκκλησίας.

Όλα αυτά, αλλά και όσα ακολουθούν, συνδέονται έμμεσα με την ηθική και κοινωνική παρακμή που βιώνουμε ως χώρα. Καθώς δε οι πολίτες στη πλειονότητά τους αποτελούν μέλη της Εκκλησίας, τουλάχιστον στα χαρτιά, πρέπει και εντός της η Εκκλησία να φροντίσει για την εξυγίανση της.

Η Εκκλησία γεννήθηκε μέσα από τους διωγμούς, ώστε είναι λάθος στο παρόν να στηρίζεται στη πρόσδεσή της στο ελληνικό Κράτος. Το ελληνικό Κράτος (σε γενικές γραμμές) από την ίδρυσή του δεν νοιάστηκε ποτέ ουσιαστικά για τον πνευματικό πλούτο της Εκκλησίας, αλλά πάντοτε στόχευε στη χρήση της για πολιτικούς σκοπούς και στην αρπαγή του οικονομικού και εδαφικού πλούτου της, όπως συμβαίνει έως σήμερα. Χρειάζεται η ποιμαίνουσα Εκκλησία να βρει τρόπο να στηριχθεί στις δυνάμεις, να διεκδικήσει όσα της ανήκουν, να μην κινείται στο πλαίσιο της διπλωματίας και των δημοσίων σχέσεων.

Σήμερα, οι άνθρωποι αφενός δεν ακολουθούν όσους δεν ζουν όσα διδάσκουν και αφετέρου βιώνουν μία εκκοσμικευμένη πίστη. Σε αυτό το οξύμωρο πλαίσιο ζωής οι ίδιοι δεν είναι διατεθειμένοι να απωλέσουν τις ανέσεις τους. Παρά ταύτα, όμως, όσοι επιθυμούν να γίνουν μαθητές του Χριστού επιθυμούν κληρικούς που να ζουν όσα διδάσκουν. Τουλάχιστον όσοι προσπαθούν να πιστέψουν, όσοι προσπαθούν να αντλούν από τους βίους των αγίων, επιθυμούν ιερείς και Ιεράρχες που να εμπνέουν, που να βάζουν φωτιά στις συνειδήσεις, που με τα λόγια τους να σε πείθουν ότι μπορείς να πετύχεις τα πάντα, διότι τα λόγια τους δεν είναι ακαδημαϊκά γράμματα σε μία σελίδα και παπαδικές φιοριτούρες.

Η πίστη στις μέρες μας είναι φολκλορική, και όχι βιωματική. Αυτό είναι εύκολο να το διαπιστώσει κανείς θέτοντας μία σειρά απλών ερωτημάτων, τα οποία φανερώνουν ότι πλείστοι άνθρωποι πιστεύουν συμβολικά, «για το καλό», «στο περίπου» ή επειδή έτσι έμαθαν. Τέτοια ερωτήματα είναι τα ακόλουθα: Πιστεύεις στη μετά θάνατον ζωή; Αποδέχεσαι την ύπαρξη των διαβολικών και σατανικών δυνάμεων που δρουν εν τω κοσμω για να μας απομακρύνουν από την Αλήθεια; Ή μόλις ακούσεις περί αυτών γελάς λες και πρόκειται για παραμύθια και φαιδρές διατυπώσεις γραφικών και αμόρφωτων συγγραφέων περασμενών αιώνων; Αποδέχεσαι ότι η Αλήθεια είναι ο Χριστός; Γνωρίζεις τα λόγια του Χριστού; Ή απλά έχεις γνώση αποσπασμάτων που χρησιμοποιείς ως τσιτάτα προς επίρρωση των θέσεων σου, από εγωισμό, όταν κάποιος σε θίγει και θες να του αντεπιτεθείς; Ξέρεις τι είναι η «αγάπη» και τα στάδια που οδηγούν στην αγάπη; Ή μήπως αναλώνεσαι σε αγαπολογίες και αποσχημίες; Έχεις την πίστη του φαρισαίου ή του τελώνη; Αυτά δεν είναι κλισέ ούτε γραφικά ερωτήματα!

Η Εκκλησία γνωρίζει ως λύση όλων των προβλημάτων τη καλλιέργεια της αγιότητας και την υιοθέτηση μίας βαθιά προσευχητικής στάσης ζωής. Το θέμα είναι αν πιστεύουμε στην αγιότητα. Ή αν τη θεωρούμε μία εκκλησιαστική ανοησία. Το θέμα είναι αν πιστεύουμε στη δύναμη της προσευχής. Ή αν νομίζουμε ότι δεν έχουμε ανάγκη την προσευχή, αν βιώνουμε όσα λέμε ή απλά απαγγέλλουμε λογάκια (που και λόγω της παλαιότερης μορφής γλώσσας δεν κατανοούμε πλήρως). Το θέμα είναι αν πιστεύουμε στη δύναμη του Σταυρού, αν αποδεχόμαστε τον δικό μας σταυρό ή αν απλά, στη χάση και στη φέξη, επιτελούμε πάνω μας το σημείο του Σταυρού σαν να παίζουμε κάποιο αόρατο έγχορδο όργανό και εκεί τελειώνει  όλη η προσευχή μας και η ενασχόλησή μας με το Θεό (γιατί δεν θέλουμε να μας τρώει και πολύ χρόνο από τη πολυάσχολη καθημερινότητά μας). Δυστυχώς, η χριστιανοσχημία, ο ευσεβισμός, η εκκοσμικευμένη πίστη, η φαινομενική αξιοπρέπεια και η επιδερμική χαρά αναδεικνύουν τη σαπίλα μας. Δυστυχώς, ακόμα δεν έχουμε κατανοήσει καλά ότι κανένας δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη Αλήθεια του Λόγου, η οποία είναι αμετάβλητη. Και έως τα έσχατα θα παραμείνει μία αμετακίνητη Αλήθεια, που πάνω της θα τσακίζονται όσοι επιχειρούν να την αλλοιώσουν.

Η επικοινωνία με το ποίμνιο έχει εν πολλοίς χαθεί και όλα αυτά πολλοί τα αγνοούν ή τα περιπαίζουν. Έτσι, πολλοί άνθρωποι εγκαταλείπουν τη πίστη κινούμενοι προς τον αγνωστικισμό, υποβιβάζοντας τον Θεό στο στάδιο ενός προς μελέτη εγκεφάλου ή/και μίας προς ανάλυση ψυχής ή/και ενός προς απόδειξη συστήματος συμπαντικών νόμων και πολλά άλλα, ώστε να αναζητούν διάφορες απαντήσεις -που στη πραγματικότητα δεν αναιρούν τον Θεό, αλλά απλά αναδεικνύουν τη Σοφία Του- εκτός της Εκκλησίας. Οι άνθρωποι πια, σε μεγάλο βαθμό, δεν πιστεύουν στην αγιότητα, διότι αυτή δεν είναι επιστημονικά μετρήσιμη και η πορεία προς αυτή δεν φέρνει άμεσα καρπούς, αφού λίγο πολύ ο πιστός εργάζεται για το επέκεινα, σε μια εποχή που ο άνθρωπος τα θέλει όλα εδώ και τώρα.

Καθώς δε κάνω λόγο περί αγιότητας, θα τολμήσω να σημειώσω ότι προβληματίζομαι έντονα, όταν κάποιοι πιστοί προσκυνούν παντόφλες, γάντια, κασκόλ, μαγκούρες κ.λπ. επειδή κάποτε τα φόρεσε ή τα κράτησε κάποιος άγιος. Η θεολογία της διήγησης της αιμορροούσας γυνής αναδεικνύει την δύναμη της πίστης, τη δύναμη της Θείας Χάριτος (που ενεργεί το κάθε θαύμα) και την δυνατότητα να γιατρεύουμε όλοι μέσω του Χριστού. Οι Χριστιανοί λατρεύουμε τον Θεό. Η απόδοση τιμής προς κάποιον άγιο  μας καλεί να συλλογιστούμε ότι και εμείς ως εικόνες Θεού αν αξιοποιούμε σωστά τα χαρίσματα του κατ’ εικόνα μπορούμε να καταξιωθούμε να γίνουμε κατ’ χάριν Θεοί. Η χάρη του Θεού και μόνο επιτελεί θαύματα! Είναι λάθος να προσεγγίζουμε τους Αγίους και τις Αγίες μας σαν μικροσυσκευές μεταφόρτωσης της θείας χάριτος σε  υφάσματα ή ό,τι άλλο. Χάνουμε την ουσία! Χρειάζεται οι Ιεράρχες μας να φροντίσουν για τον περιορισμό αυτών των φαινομένων, καλλιεργώντας μία υγιή προσέγγιση των αγίων μορφών της Εκκλησίας μας και οτιδήποτε σχετίζεται με αυτές.

Επίσης, καθώς οι κύκλοι που προωθούν τη θρησκοληψία αντί της υγιούς ευσέβειας διακατέχονται από εθνικιστικά ιδεώδη, νομίζω ότι η ποιμαίνουσα ελλαδική Εκκλησία οφείλει να λάβει σαφείς αποστάσεις από αυτές τις ομάδες, οι οποίες βοούν υπέρ μίας Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών και υπέρ του τριπτύχου Πατρίδα, Θρησκεία, Οικογένεια. Ο μιλιταρισμός (ο οποίος οδηγεί σε εκφασισμό των κοινωνιών) και ο εθνικισμός (ο οποίος στηρίζεται στο μιλιταρισμό) δεν έχουν θέση στη Εκκλησία. Αυτές οι ομάδες πρεσβεύουν μία παρηκμασμένη πατριαρχία, βλέπουν παντού εχθρούς (που θα υποβιβάσουν τη πίστη, τη γλώσσα, τη πατρίδα κ.ο.κ.) και οικειοποιούνται τον Χριστό λες και ήρθε στο κόσμο αποκλειστικά για τους Ορθοδόξους ή όσους έτυχαν να γεννηθούν Έλληνες. Φυσικά, όπως κάθε νοήμων Χριστιανός μπορεί να καταλάβει (ανεξαρτήτως ομολογίας ή χώρα προέλευσης), αυτά δεν έχουν σχέση με το Χριστό, ο οποίος έχει έρθει στο κόσμο για όλους, ούτε αποκλειστικά για τους Έλληνες, ούτε αποκλειστικά για τους Ορθοδόξους. Ο Θεός δεν ευλογεί τον πόλεμο. Ο Θεός ευλογεί και τα ιταλόπουλα και τα ελληνόπουλα (ενδεικτικά παραδείγματα). Ο Θεός ευλογεί όλους τους Χριστιανούς, αλλά και κάθε άνθρωπο, κάθε θρησκείας και χώρας που ζει «Δίκαια». Μετά το θάνατό μας κατατασσόμαστε, αν το αξίζουμε, μετά των Δικαίων του Θεού. «Μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων..» ψάλλεται, στο πλαίσιο της Νεκρωσίμου Ακολουθίας. Ας μην φτάσουμε στο αισχρό σημείο είτε ως Έλληνες είτε ως Ορθόδοξοι να οικειοποιούμαστε την Σωτηρία.

Τέτοιες ομάδες αμαυρώνουν την εικόνα της επίσημης Εκκλησίας και στερούν από την ποιμαίνουσα Εκκλησία τη δυνατότητα να αποκτήσει εντονότερους κώδικες επικοινωνίας με το λαό. Για να μπορέσει η ποιμαίνουσα Εκκλησία να πείσει τον σύγχρονο λαό, από τον οποίο και προέρχονται οι ιερείς και οι Ιεράρχες της (οι οποίοι είναι εκπρόσωποι της Εκκλησίας προς το Θεό, και όχι όπως λανθασμένα λέγεται του Θεού), χρειάζεται χωρίς αγκυλώσεις και αφοριστικό λόγο να βρει τρόπους να τον προσεγγίσει σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι ήδη το κάνει. Σαφώς και δέχεται η Εκκλησία επιθέσεις ρητορικής μίσους από αντικληρικαλιστικές ομάδες και έρχεται αντιμέτωπη καθημερινά με κατασκευασμένες εναντίον της ειδήσεις, και ανθρώπους (πολιτικούς, δημοσιογράφους και στρατευμένους επιστήμονες) που στοχεύουν μία προς μία τις λέξεις των κληρικών για να τους στείλουν στο «εκτελεστικό απόσπασμα» των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Αυτή, όμως, η ζοφερή πραγματικότητα δεν πρέπει να τρομάζει την Εκκλησία, αλλά με περισσότερη ορμή να βγαίνει στο κόσμο και να Ευαγγελίζει. Αλλά και με ενσυναίσθηση!

Η ποιμαίνουσα Εκκλησία δείχνει την πορεία προς τη Θέωση. Ωστόσο, ας θυμούνται οι άγιοι Αρχιερείς (και οι ιερείς), ότι αυτή τη πορεία δεν ξεκινά με «αφοριστικές» διατυπώσεις από μέρους τους. Ποιος άνθρωπος αν τον έλεγαν «ανώμαλο» δεν θα προστατευόταν υπερασπιζόμενος τον εαυτό του; Χρειάζεται να σκεφτόμαστε ότι καθένας από εμάς ζει αστοχώντας πνευματικά και δεν θα μας άρεσε να μας επικρίνουν έντονα δημόσια για τα όποια δικά μας λάθη, αλλά με ποιμαντική ευθύνη να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε την πνευματική αστοχία μας, και στο μέτρο των δυνατοτήτων του ο καθένας να διαβεί την οδό της μετάνοιας. Χρειάζεται οι Ιεράρχες να ασκηθούν λίγο περισσότερο στην ενσυναίσθηση, όταν καταθέτουν την ευαγγελική Αλήθεια.

Είμαι σίγουρος ότι οι άγιοι Πατέρες τα γνωρίζουν όλα αυτά, πολύ καλύτερα από τον γράφοντα, αλλά, δυστυχώς, για άλλη μία φορά έπεσαν στην παγίδα δημοσιογράφων και πολιτικών, που τους χρησιμοποίησαν για να ρίξουν νερό στον μύλο των πολιτικών διενέξεων, να ενισχύσουν τον διχασμό εντός της κοινωνίας και να προβάλλουν διαστρεβλωμένη την Αλήθεια της Εκκλησίας, ενώ, ταυτόχρονα, προβαλλόμενοι εργαζόμενοι στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και πολιτικοί προέβαλαν τους εαυτούς τους ως γνήσιους φορείς της χριστιανικής αγάπης, στο δυσθεώρητο ύψος της οποίας κατόρθωσαν να φτάσουν, εν ριπή οφθαλμού, χωρίς σταυρό και άσκηση.

Η έκφραση της Αλήθειας με δυναμικό λόγο δεν πρέπει να συγχέεται με τη χρήση αγενών διατυπώσεων. Πράγματι, οι παρά φύση σχέσεις αποτελούν αμαρτία για την Εκκλησία, διότι είναι αντίθετες προς τη φυσιολογία του ανθρώπου και κηλιδώνουν την οντολογία του. Ωστόσο, εξίσου αμαρτίες είναι το ψεύδος, η ιεροκατηγορία, ο εγωισμός, η αυτοπεποίθηση (αντί της θεοπεποίθησης), η κλεψιά, η οφθαλμοπορνεία, η πορνεία (αντρών και γυναικών), η μοιχεία, η πολυλογία, η κοιλιοδουλία, η βία, η ψευδορκία και πάρα πολλά άλλα, που όλα αναφέρονται στη Αγία Γραφή και την Πατερική Διδασκαλία. Οτιδήποτε σε απομακρύνει από το να δοθείς ολοκληρωτικά στον Θεό είναι αμάρτημα! Ως εκ τούτου, είμαστε όλοι αμαρτωλοί και εκτός της ομαλής πορείας προς Εκείνον.

Επίσης, πρέπει εντός της Εκκλησίας να αποδεχτούμε ότι υπάρχουν και άνθρωποι που θέλουν να ζουν στην αμαρτία, που δεν πιστεύουν στην έννοια της αμαρτίας, που δεν είναι Χριστιανοί και να μην επιδιώκουμε, ιδίως οι λαϊκοί, να τους ταΐσουμε με το ζόρι τη πίστη (όπως και εκείνοι δεν πρέπει να μας πλασάρουν με το ζόρι την απιστία τους). Εν τέλει, ο καθένας θα κριθεί για τον εαυτό του, τις πράξεις τους, τις επιλογές τους, τα λόγια του. Παρά ασχολούμαστε με το τι κάνουν οι άλλοι, ενώ οι ίδιοι είμαστε σάπιοι εντός μας. Ο Θεός δεν θα ζητήσει την άποψη μας για τίποτα και για κανέναν! Εκείνος είναι ο Κριτής!

Για έναν Χριστιανό, Οδός, Αλήθεια, Ζωή και Φως είναι ο Χριστός, όπως ο ίδιος μας δίδαξε. Αν δεν το πιστεύει αυτό δεν είναι Χριστιανός. Και αν δηλώνει ότι είναι Χριστιανός, αλλά δεν προσπαθεί να ζει, όσο μπορεί, όπως ο Χριστός, τότε είναι ένας εγωπαθής και ανόητος κατά δήλωση του «πιστός». Γι’ αυτό, πρέπει όλοι να μελετούμε τη Αγία Γραφή για να ξέρουμε τι είπε ο Χριστός, ο οποίος δεν μιλά μόνο στη Καινή Διαθήκη, αλλά (ως άσαρκος Υιός και Λόγος) μιλά και στη Παλαιά Διαθήκη, και εν συνέχεια να προσπαθούμε να εφαρμόζουμε τις εντολές Του στη ζωή μας. Δεν επιλέγουμε τη Διαθήκη που μας αρέσει. Και οι δύο μαζί αποτελούν την Αγία Γραφή.

Η Εκκλησία, η οποία αποφαίνεται μέσω του συνοδικού οργάνου της, στο οποίο οικειοθελώς υπακούμε καταθέτει την Αλήθεια, στην οποία δεν χωρά μερισμός. Φυσικά, όποιος δεν θέλει δεν υπακούει, αλλά τότε μένει εκτός Εκκλησίας, γιατί:

α) ο Χριστός και η Εκκλησία είναι ένα (σχέση Κεφαλής-Σώματος),

β) δεν υπάρχει Εκκλησία χωρίς ενότητα και

γ) δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες και τρόποι.

«Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν…» λέγει ο Χριστός. Όποιος θέλει. Αλλά αυτός που θέλει σωπαίνει και τον ακολουθεί («αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι»). Γι΄ αυτό, κάνουμε υπακοή στους Ιεράρχες μας, οι οποίοι βρίσκονται εις τύπον, τόπον και τρόπον Χριστού. (Ωστόσο, καλό είναι να θυμούνται ότι δεν είναι ο ίδιος ο Χριστός, ώστε να αποφεύγονται τυχόν περιστατικά μεσσιανικών παρακρούσεων.)

Η Αλήθεια δεν διασπάται, είμαι μία και άρραφη. Η εντολή του Χριστού είναι οι Απόστολοι (και οι διάδοχοί τους, δηλαδή οι ιερείς και οι Ιεράρχες, που μέσω της χειροτονίας τους μπορούν να ιερουργούν προσκαλώντας τη θεία χάρη) να πορευτούν στα Έθνη, να κάνουν μαθητές του Χριστού τα έθνη, να βαπτίζουν όσους αποδέχονται το Ευαγγέλιο της σωτηρίας στο όνομα του Τριαδικού Θεού και να διδάσκουν τις εντολές του Θεού που ως πιστοί οφείλουν (εφόσον επέλεξαν να είναι πιστοί) να τηρούν (στο μέτρο των δυνατοτήτων του ο καθένας). Αυτή είναι η αποστολή της Εκκλησίας.

Όποιος διαφωνεί με αυτά θέτει τον εαυτό του εκτός της Αλήθειας της Εκκλησίας και φτιάχνει μία δική του πίστη, έναν δικό του Χριστό, που να χωρά στη πεπερασμένη ζωή του. Ως εκ τούτου και βαπτισμένος Χριστιανός να είναι κάποιος, αποδεικνύεται Χριστιανός μόνο στα χαρτιά, αν σκέπτεται τοιουτοτρόπως. Οφείλουμε ως Χριστιανοί να συμβάλουμε στη διατήρηση της Ενότητας της Εκκλησίας.

Καθώς σιγά σιγά φτάνω στο τέλος του παρόντος κειμένου, επιλέγω να αναμετρηθώ και με τη στάση των Ελλήνων πολιτικών στα ποικίλα σύγχρονα ζητήματα, οι οποίοι, καθώς φαίνεται, χρησιμοποιούν την Εκκλησία για ψηφοθηρικούς λόγους ή όταν θέλουν να της υφαρπάξουν κάποιο περιουσιακό στοιχείο. Νομίζω ότι ορκίζονται σε ένα Ευαγγέλιο που δεν διαβάζουν και επιλέγουν να πλάθουν έναν Θεό που να χωρά στη ζωή τους. Ενίοτε δε αντλούν από τον ευαγγελικό λόγο ατάκες για να κοντραριστούν μεταξύ τους ή με την Εκκλησία. Δυστυχώς, η υποκρισία, η ατιμία και η ασέβεια εντοπίζονται στην σύγχρονη πολιτική σκηνή. Το μάθημα που έχει να πάρει η ποιμαίνουσα Εκκλησία από αυτή τη πραγματικότητα είναι ότι πρέπει να οπλίσει με τη γνώση της Αλήθειας τους πιστούς της, ώστε να στέκουν αγέρωχοι απέναντι στις διάφορες αιρετικές δοξασίες και προοδευτιστικές θεωρίες.

Βρισκόμενος πιο κοντά στο τέλος του παρόντος μακροσκελούς εποπτικού άρθρου, εισέρχομαι στο ζήτημα της βίας, καθώς καθημερινά ακούμε δυσάρεστα γεγονότα για επιθέσεις σε ανήλικους, βίαια επεισόδια μεταξύ ανηλίκων, ανθρωποκτονίες (ασχέτως φύλου), κακοποιήσεις ζώων, περιστατικά λεκτικής και συναισθηματικής βίας κ.λπ. Εδώ η Εκκλησία έχει ευθύνη, διότι αποδεικνύει ότι δεν άσκησε, κατά τα προηγούμενα χρόνια, σωστά το κατηχητικό της έργο. Αλλά κυρίως φταίνε οι άλλοι θεσμοί, οι οποίοι και σιωπούν. Γιατί δεν αντιδρούν η οικογένεια και ο στρατός στα φαινόμενα βίας; Τους αρέσουν οι ντάηδες; Χαίρονται οι γονείς και οι στρατιωτικοί για τους άντρακλες που μεγαλώνουν; Δεν ντρεπόμαστε που μετράμε τον ανδρισμό με βάση τη σωματική δύναμη, την άσκηση βίας, τη σεξουαλική εμπειρία κ.λπ.; Δεν ντρεπόμαστε για αυτή την ελληνικότητα; Δεν ντρεπόμαστε για αυτή τη χριστιανικότητα; Δεν ντρεπόμαστε για αυτόν τον στρατό; Δεν ντρεπόμαστε για αυτή την οικογένεια;

Χωρίς παροχή παιδείας και νουθεσίας εν Κυρίω ο νταής παραμένει νταής. Και κοστούμι να βάλει και λεφτά να βγάλει και οικογένεια να δημιουργήσει και επαγγελματικά να αναδειχθεί, στη καρδιά του θα παραμένει ένας αισχρός, αήθης άνθρωπος και αυτά θα διδάξει στο παιδί του και θα αισθάνεται μύχια περηφάνια, όταν το παιδί του (αγόρι ή κορίτσι) χτυπήσει κάποιο άλλο παιδί, γιατί η βία συνεχίζει να θεωρείται δύναμη και κανείς δεν θέλει να είναι γονιός ενός «μπούλη», αλλά ενός «μάγκα». Αυτά φρονώ ότι ισχύουν και για τους δύο γονείς (πατέρα και μητέρα).

Όσο απομακρυνόμαστε από την Εκκλησία οι αγωνιζόμενοι να γίνουμε κάποια στιγμή Χριστιανοί και, ευρύτερα, όσοι πολίτες (γιατί δεν αποδέχονται όλοι τον Χριστό ως Κύριό τους) απομακρύνονται από το μέχρι πρότινος καλώς νοούμενο πανανθρώπινο ήθος τα φαινόμενα της αήθειας και της κάθε είδους βίας μόνο θα αυξάνονται. Αυτό δεν χρειάζεται κάποια ειδική επιστημονική κοινοβουλευτική επιτροπή για να γίνει κατανοητό!

Φυσικά, όλα είναι θέμα παιδείας, θα αντείπει κανείς. Παιδεία, όμως, δεν παρέχει μόνο το σχολείο. Μη το ξεχνάμε αυτό. Αλλά, δυστυχώς, οι σύγχρονοι γονείς μετακυλούν την ευθύνη στο σχολείο και τους ποικίλους φορείς εκπαίδευσης, και τα παιδία μεγαλώνουν χωρίς γονείς, εκτεθειμένα στις ποικιλόμορφες Σειρήνες της εποχής (έχω μιλήσει περί αυτού σε προηγούμενο κείμενό μου). Ωστόσο, για να μείνω εντός θέματος, θέτω το ερώτημα: και το σχολείο τι κάνει; Κύριοι καθηγητές, γιατί δεν παράγετε ανθρώπους με ήθος; Γιατί συγχέετε το ήθος με τον ηθικισμό; Γιατί τα σχολεία, οι περιφέρειες ή η Πολιτεία δεν φροντίζουν για την κατάρτιση ενός πλάνου ηθοπαιδείας; Γιατί η έννοια του ήθους θεωρείται παλιομοδίτικη;

Σε κάθε χώρο υπάρχουν οι εξαιρέσεις, αλλά γενικά η αναφορά σε αρχές, αξίες και αρετές, καθότι δεν σχετίζονται με τις Πανελλαδικές εξετάσεις και την αγορά εργασίας, είναι από περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Χαίρεστε, κύριοι πολιτικοί και κύριοι καθηγητές, που φτιάχνετε ανειδίκευτους εργάτες, γκαρσόνια και υπαλληλάκους; Λίγα μαθηματικά (για τα ρέστα), λίγα αγγλικά (για την επικοινωνία με τους ξένους), ένα πτυχίο ανώτερης ή ανώτατης σχολής (για να φαίνεται ότι η επιχείρηση απασχολεί σπουδαγμένους εργαζόμενους), λίγους υπολογιστές (για τα προγράμματα ERP και CRM), λίγα νέα ελληνικά (για να μπορούν να απαντούν στα emails και τα τηλέφωνα) αρκούν για τα τέκνα της μεγάλης λαϊκής μάζας. Και αντίδραση καμία!

Που καιρός για λογοτεχνία, φιλοσοφία, θεολογία, εικαστικές τέχνες, μουσική, θέατρο κ.λπ. ανόητα, αντιεμπορικά, αντικαπιταλιστικά μαθήματα; Που καιρός για προώθηση ηθικών προτύπων, κανόνων ευγενούς συμπεριφοράς, καλλιέργειας του υγιούς ανταγωνισμού, εξευγενισμού της αισθητικής και ενθάρρυνσης της ευαισθησίας των όντων; Η αλήθεια, όμως, είναι ότι μόνο οι κλασικές ανθρωπιστικές επιστήμες, η τέχνη και η πίστη (ή, ευρύτερα, τα ηθικά οφέλη της πανανθρώπινης κληρονομίας της) εξανθρωπίζουν τον άνθρωπο!

Τέλος, ας μη λησμονούμε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που άλλοτε με κρυφό, άλλοτε με φανερό τρόπο, παρουσιάζουν τις πορνικές σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων (από την εφηβική κιόλας ηλικία) ως μία φυσιολογική κατάσταση, εμπαίζουν την Αλήθεια της Εκκλησίας, αμφισβητούν οτιδήποτε μέχρι πρότινος εθεωρείτο φυσιολογικό (η λογική της φύσεως, ο λογικός σχεδιασμός της φύσεως), παράγουν ψευδή νέα για όσους και όσα θέλουν να αποδημήσουν (μεταμοντερνισμός γαρ), διενεργούν τηλεοπτικά δικαστήρια, εκμεταλλεύονται τον δημόσιο χώρο και χρόνο για αμφιβόλου ποιότητας ρεπορτάζ και ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές που απευθύνονται σε ανθρώπους απαίδευτους, δεμένους σφικτά στο πεπερασμένο της ζωής (εν γνώση ή εν αγνοία τους), στηρίζουν την επιβίωσή τους σε κέντρα πολιτικής και οικονομικής εξουσίας (αντί του λαού, στην υπηρεσία του οποίου βρίσκονται), προωθούν μη αξιοπρεπή πρότυπα και μία ζωή ενός περίλαμπρου μηδέν (χωρίς ίχνος αναστοχαστικότητας του βίου), συμβάλουν στην άμβλυνση της λογικής και τον έλεγχο της (επιλέγοντας στρατευμένους επιστήμονες, με βάση συγκεκριμένες οντολογικές και επιστημολογικές παραδοχές να μας νουθετούν περί του «ορθού»), ενισχύουν ενίοτε τον εθνικισμό (αντί της αλληλεγγύης και της αλληλοκοινωνίας μεταξύ των λαών), αρέσκονται στο παιχνίδι της καλλιέργειας διενέξεων και στη προβολή των κακών ειδήσεων (στηριζόμενα στη μοχθηρία του ανθρώπου και την δαιμονική «αγάπη» του για τη μιζέρια και τον πόνο του άλλου), επιτίθενται στην ωραιότητα της ζωής (αφού από αυτήν δεν μπορούν να βγάλουν κάποια είδηση, ώστε να τη χρησιμοποιήσουν υπέρ της ανακίνησης περαιτέρω διενέξεων ή να την προβάλουν ως αποκλειστικό νέο).

Νομίζω ότι έχει έρθει ο καιρός να αναστοχαστούμε για εμάς, την κοινωνία, το σχολείο, την Εκκλησία, τον στρατό, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την οικογένεια και πάει λέγοντας. Πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά το μέλλον που επιθυμούμε να οικοδομήσουμε. Σε μια κοινωνία που δεν σταματά να μιλά και να κινείται (συχνά χωρίς αιτία και λογική) χρειάζεται να ηρεμήσουμε και να σωπάσουμε. Να αναστοχαστούμε ησυχαστικά μακριά από φοβικά και μεσσιανικά σύνδρομα, αλλά και μακριά από ιδεολογικοπολιτικές αγκυλώσεις και κομματικές ιδεοληψίες.

Νικόλαος Λεβέντης, θεολόγος

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.