Μετά τη συνθήκη του Μούδρου (Νοέμβριο 1918) στις 18 Δεκεμβρίου, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξορίας, επιστρέφει ο Χρυσόστομος στην Ιωνική πρωτεύουσα και εκφωνεί, μετά από πανηγυρική δοξολογία στην Αγ. Φωτεινή, πατριωτικότατο λόγο, στον οποίο μνημονεύει και τις απηνείς διώξεις των Ελλήνων από τους Τούρκους: «εκ των στρατολογηθέντων δια τα κατ᾽ ευφημισμόν ονομασθένα εργατικά τάγματα ομαιμόνων αδελφών, το εν δέκατον μόνον επιζεί…».

Για τον μαρτυρικό θάνατο του ηρωικού Μητροπολίτη Χρυσοστόμου θα μιλήσουμε αφού αναφερθούμε στο “Κύκνειο άσμα” της Σμύρνης μας, κατά την τριετή από Έλληνες Διοίκησή της (1919-1922).

Η επιλογή και ο διπλωματικός αγώνας του Ελ. Βενιζέλου να καταλάβει στρατιωτικά τη Σμύρνη δεν βασίσθηκε σε κάποιον ιδεολογικό ή πατριωτικό ενθουσιασμό. Ήταν μία ιστορική ανάγκη μετά τη νίκη της Entente επί των Κεντρικών Δυνάμεων και μάλιστα σε μία εποχή που αναμενόταν η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και που οι αλύτρωτοι Έλληνες υπερτερούσαν στη Σμύρνη, πληθυσμιακά και πολιτισμικά, των Οθωμανών, αλλά και των Ευρωπαίων, οι οποίοι διεκδικούσαν οικονομικά και εμπορικά οφέλη από τους Οθωμανούς.

Σύμφωνα με την ανακωχή των αντιπάλων Δυνάμεων του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου, που έγινε στο λιμάνι του Μούδρου στη Λήμνο (1918), η Τουρκία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει Αυτοδιάθεση στη Μεσοποταμία, Συρία, Αραβία, Κιλικία, Αρμενία, με ένα μεταβατικό στάδιο “προστασίας” από την Αγγλία, Γαλλία ή άλλη Δύναμη. Τονίζουμε ότι οι διεκδικήσεις των Ευρωπαϊκών Χωρών επί των Ανατολικών περιοχών της Οθωμ. Αυτοκρατορίας είχαν οικονομικό χαρακτήρα.

Μόνον η Ελλάδα, με βάση τη μακραίωνη παρουσία σημαντικού Ελληνικού πληθυσμού στις Δυτικές και Βόρειες Μικρασιατικές ακτές, είχε τότε δικαιώματα Αυτονομίας, αυτό ακριβώς που ανησυχούσε σοβαρά τους Τούρκους. Στο Υπόμνημα που υπέβαλε ο Βενιζέλος προς τους Συνέδρους της ανακωχής του Μούδρου, ως προς τις διεκδικήσεις της Ελλάδας, έγραψε, μεταξύ άλλων, ότι «η Ελλάς δεν πηγαίνει εκεί όπου της λείπει η εθνολογική βάση».

Έτσι αποφασίστηκε να καταλάβει στρατιωτικά η Ελλάδα περιοχή της Σμύρνης, από Σμύρνη έως Αϊβαλί με κάποιο μέρος της ενδοχώρας, σε συνολική έκταση 17.000 περίπου τ. χλμ., ώσπου να υπογραφεί η τελική συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Το σκεπτικό ήταν ότι η παρουσία του Ελληνικού στρατού θα πίεζε τους Τούρκους και θα αναχαίτιζε τις αξιώσεις των Ιταλών, που είχαν προβάλει αξιώσεις καταλήψεως πόλεων της Δυτικής Μ. Ασίας.

Έτσι στις 2 Μαΐου 1919 τμήμα του Ελληνικού στρατού αποβιβάσθηκε στη Σμύρνη. Οι Έλληνες της Σμύρνης δέχτηκαν την αποβίβαση του Ελληνικού στρατού ως αρχή απελευθέρωσης, ενώ οι Τούρκοι είδαν την ενέργεια αυτή ως την πιο επικίνδυνη απ᾽ όλες τις ξένες επεμβάσεις, αφού όλοι οι άλλοι ήταν μόνον αποικιοκράτες, ενώ οι Έλληνες θα συμπεριφέρονταν, κατά τους Τούρκους, ως κατακτητές. Επιπλέον υπήρχε η πιθανότητα να ενισχυθούν πληθυσμιακά οι Έλληνες της Σμύρνης, δια της προσελεύσεως και άλλων Ελλήνων από το εσωτερικό της Μ. Ασίας.

Όμως η Σμύρνη δέχτηκε τον Ελληνικό στρατό ως τον “ποθητό νυμφίο” της. «Ευλογημένος ο ερχόμενος!». Οι καμπάνες της Αγίας Φωτεινής και όλων των άλλων εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα για το θαύμα της εθνικής Αναστάσεως. Ο Χρυσόστομος με τα χρυσοποίκιλτα άμφιά του γονατίζει και ευλογεί τη Γαλανόλευκη. Όλοι μαζί ψάλλουν «Τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…». Χείμαρροι δακρύων υποδέχονται στη Σμύρνη τον Ελληνικό στρατό. Ενθουσιώδη τηλεγραφήματα στέλνει ο Χρυσόστομος στον Βασιλέα Αλέξανδρο της Ελλάδας, στον Γεώργιο της Αγγλίας, στους Προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών και Γαλλίας, στον Ελευθέριο Βενιζέλο, στον οποίο γράφει τα εξής: «Θραύσις δεσμών σκληράς δουλείας, πλήρωσις φλογερών πόθων όλων, ένωσις παγκάλου ιωνικής νύμφης μετά Μητρός [Ελλάδας], ένδοξος ανάστασις Γένους κορυφώνουσιν αγαλλίασιν Μικρασιατών. Σμύρνη επί κεφαλής πάντων στρέφει ευγνώμονα λογισμόν προς τον Μέγαν Ελευθερωτήν…» [τον Βενιζέλο]. Παρόμοιο ήταν το περιεχόμενο και των λοιπών τηλεγραφημάτων. Συγκινητική είναι μία φράση προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Μελέτιο: «…Μόνον γλώσσα αγγέλων δύναται παραστήσαι μέγεθος ημετέρας χαράς, αλλά και απείρου ευγνωμοσύνης προς τον Κύριον της Δόξης… διότι μαρτυρική και πάλαι και νυν Εκκλησία Σμύρνης ηξιώθη πρώτη χαιρετίσαι ένδοξον ημέραν ελευθερίας και τρισένδοξον σημαίαν Σταυρού».

Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, ως ηγέτης της Σμύρνης, υπήρξε τότε για τη Σμύρνη ένας δεύτερος Εθνάρχης μετά τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Τις πρώτες κιόλας μέρες της αποβάσεως του Τουρκικού στρατού οι Τούρκοι έστησαν ενέδρα εμπρός στο Διοικητήριο, η οποία εξουδετερώθηκε από τον Ελληνικό στρατό. Πολλών Σμυρναίων και δύο Ελλήνων στρατιωτών το αίμα πότισε το ελεύθερο ιωνικό χώμα. Συγχρόνως πιάστηκαν αιχμάλωτοι Τούρκοι στρατιώτες. Η ανεξικακία και ο αλτρουισμός του Χρυσοστόμου τον παρωθούν να επισκεφθεί την επομένη όσους Τούρκους είχαν συλληφθεί για την ενέδρα και τους συνιστά να μη φοβούνται, λέγοντας ότι «κάτω από τη σκέπη της Γαλανόλευκης θα βρουν όλοι την πραγματική δικαιοσύνη και την ισότητα». Η πράξη αυτή του Χρυσοστόμου απέδειξε το καθαρό ελληνορθόδοξο πνεύμα, με το οποίο οι αλύτρωτοι Έλληνες εννοούσαν από τον 19ο αι. την ένωση των λαών της Ανατολής σε μία Ομοσπονδία, η οποία θα εξασφάλιζε όχι μόνο την ισοπολιτεία, αλλά και την ισομοιρία των Λαών που θα την συναπάρτιζαν. Δυστυχώς οι Τούρκοι ματαίωσαν τις ευεργετικές τότε Μεταρρυθμίσεις (Τανζιμάτ), παρ᾽ όλο που Έλληνες Λόγιοι της Κων/Πόλεως και της Σμύρνης, μεταξύ των οποίων ο οφφικιάλιος Μηνάς Χαμουδόπουλος, αγωνίσθηκαν σθεναρά γι᾽ αυτήν την ειρηνική Ένωση των Λαών της Ανατολής, όπως και η “Πρόοδος”, η “Εφημερίδα των Λαών της Ανατολής”.

Στα τρία χρόνια που διήρκεσε η Ελληνική Διοίκηση, η Σμύρνη παρουσίασε μεγαλύτερη ανάπτυξη σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, όπως και στην Παιδεία. Σε όλο αυτό το διάστημα ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος υπήρξε ο ακούραστος ηγέτης παρέχοντας την ευλογία της Εκκλησίας σε κάθε εθνική και κοινωνική δράση. Από πλευράς κοινωνικής δράσεως οι Ελληνικές αρχές επιτέλεσαν σημαντική προσφορά στην κοινωνική πρόνοια, στη δημόσια υγεία, στην οικονομία και στην εκπαίδευση.

Η συνεχής μετακίνηση προσφυγικών πληθυσμών δημιούργησε αύξηση επιδημιών και λοιμωδών νόσων, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Σημειώνουμε ότι η Ελληνική Διοίκηση όχι μόνο διατήρησε τις υπάρχουσες μουσουλμανικές υπηρεσίες θρησκευτικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα, αλλά ανέλαβε και τις δαπάνες λειτουργίας τους. Επίσης ευεργετήθηκαν οι ασθενέστεροι κοινωνικά Μουσουλμάνοι. Ο “Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός” και το “Πατριωτικό Ίδρυμα” βοήθησαν αποφασιστικά στην περίθαλψη όσων Μικρασιατών επέστρεφαν μετά τους εκτοπισμούς της περιόδου 1913-1918. Μέχρι το 1921 από τους 180.000 περίπου εκτοπισμένους Έλληνες, οι 144.000 είχαν επανεγκατασταθεί. Στον οικονομικό τομέα ιδρύθηκε στη Σμύρνη υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης, με σκοπό να συντρέξει στις τρέχουσες ανάγκες της κοινωνίας και να συναγωνιστεί τα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα της πόλης, όπως και να επιτύχει μεγάλο κύκλο εργασιών, μόνο με τις καταθέσεις της μεγάλης σμυρναϊκής πελατείας της.

Στον πολιτιστικό τομέα η Ελληνική Διοίκηση υποστήριξε την αρχαιολογική έρευνα, προκειμένου να αποκαλυφθούν οι βαθιές ρίζες του Ελληνισμού στη Μικρασιατική γη. Στο διάστημα 1921-1922 έγιναν ανασκαφές στις Κλαζομενές, στην Έφεσο και στη Νύσσα (Βλ. «“ΣΜΥΡΝΗ”, Η Μητρόπολη του Μικρασιατικού Πολιτισμού», εκδ. ΤΑ ΝΕΑ, 2002, σσ. 145-148).

Στον τομέα της Παιδείας η Ελληνική Διοίκηση άνοιξε νέα σχολεία και υποστήριξε τα παλαιά.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.