Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Διευθυντού του Γραφείου Αιρέσεων και Παραθρησκειών- Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς
(Προσδοκίες-Ιστορική πορεία-Γενικές Εκτιμήσεις-Συμπεράσματα)

Στα πλαίσια της αξιολογήσεως του διαλόγου με τους Παπικούς ελέχθη, μεταξύ άλλων, ότι «ο διάλογος ούτος καίπερ ο σπουδαιότερος πάντων των άλλων και κατά τους βυζαντινούς χρόνους διεξαχθείς υπό διαφόρους συνθήκας άνευ αποτελέσματος, ως στηριχθείς επί μη ορθής βάσεως και υπαγορευθείς ουχί υπό γνησίου χριστιανικού πνεύματος, αλλ’ επιβληθείς έξωθεν διά της βίας, κατά τους ημετέρους χρόνους εισέτι δεν έχει αρχίσει επισήμως».[1]

Εδώ παρουσιάζονται οι μετά το σχίσμα διάλογοι με τους Παπικούς ως μη αποτελεσματικοί εξ αιτίας της ελλείψεως ορθής βάσεως και γνησίου χριστιανικού πνεύματος. Στούς διαλόγους αυτούς, όπως γνωρίζουμε, οι άγιοι Πατέρες μας έμεναν πάντα ανυποχώρητοι στα ορθόδοξα δόγματα και έθεταν πάντα ως απαράβατο όρο ενώσεως την αποβολή των αιρετικών διδασκαλιών του Παπισμού και την επιστροφή στην Ορθοδοξία. Επειδή όμως οι Παπικοί επέμεναν πεισματωδώς στις πλάνες τους, οι διάλογοι αυτοί δεν καρποφόρησαν. Οι μετέχοντες στη «Διασκέψη» απορρίπτουν την πατερική βάση του παρελθόντος, που στηρίζεται στα ορθόδοξα δόγματα, διότι δήθεν απ’ αυτή απουσιάζει το γνήσιο χριστιανικό πνεύμα, και φιλοδοξούν να τοποθετήσουν μια νέα βάση στο διάλογο, οικουμενιστικής εμπνεύσεως και προοπτικής, που θα αποτελέσει το θεμέλιο για την ανοικοδόμηση «συγκρητιστικού – ουνιτικού» τύπου ενώσεως με τον Παπισμό.

Στη συνέχεια εκφράζεται η πεποίθηση ότι «διά του διαλόγου οι Ορθόδοξοι προσφέρομεν οφειλετικήν μαρτυρίαν εις τον ετερόδοξον κόσμον…..», και ότι «ο διάλογος θα επιτρέψει εις ημάς να εκτιμήσωμεν…..το πνευματικόν μεγαλείον, την ευαγγελικήν προσπάθειαν, την θεολογικήν σοβαρότητα των Εκκλησιών της Δύσεως, ίσως δε και ωρισμένας συμπληρωματικάς των ιδικών μας όψεις της πνευματικής ζωής αυτής. Ο,τι προέχει είναι όχι τόσον να αντιδικώμεν με τας άλλας Εκκλησίας, όσον το να δείξωμεν διά μιάς ανανενεωμένης πνευματικής ζωής παρ’ ημίν και διά της εμβαθύνσεως της παραδόσεως, ότι μία τοιαύτη νοσηρά εκβλάστησις, η παραμόρφωσις της Δύσεως, δύναται να θεραπευθή διά μιάς αυξούσης εκτιμήσεως της Ορθοδοξίας [2] Ωστόσο η μέχρι τώρα πείρα των διαλόγων απέδειξε, με πάμπολλα αποδεικτικά στοιχεία,[3] ότι όχι μόνο «οφειλετικήν μαρτυρίαν» Ορθοδόξου πίστεως δεν μπορέσαμε να προσφέρουμε στους αιρετικούς της Δύσεως, αλλά φθάσαμε δυστυχώς στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, να συμμαρτυρούμε δηλαδή στην πλάνη και την αίρεση, και να αναγνωρίζουμε τις αιρέσεις αυτές ως αληθείς εκκλησίες! Πέραν τούτου πως είναι δυνατόν οι «Εκκλησίες της Δύσεως», που βρίσκονται σε πλάνη και πνευματικό σκοτάδι, να διαθέτουν «πνευματικόν μεγαλείον» και «θεολογικήν σοβαρότητα»; Πως μπορούν επίσης οι αντιπρόσωποί μας στους διαλόγους να έχουν «ανανενεωμένη πνευματική ζωή», όταν νοθεύουν την ορθόδοξη πίστη και δεν βαδίζουν επάνω στα ίχνη των αγίων Πατέρων μας; Όπου νοθεύεται η πίστη, εκεί νοθεύεται και η πνευματική ζωή και είναι αδύνατη η ανανέωσή της.

Η Γ΄ Προσυνοδική επεξεργάσθηκε επίσης και το θέμα: «Συμβολή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις την επικράτησιν των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών και άρσιν των φυλετικών διακρίσεων». Στα πλαίσια του εν λόγω θέματος ελέχθη μεταξύ άλλων ότι «αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εν στενή συνεργασία μεθ’ όλων των αγαπώντων την ειρήνην οπαδών των λοιπών εν τω κόσμω θρησκειών, θεωρούν χρέος των να εργάζωνται διά την ειρήνην επί της γης και την επικράτησιν αδελφικών σχέσεων μεταξύ των λαών».[4]

Οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες ξεκαθάρισαν άπαξ διά παντός και σαφέστατα το θέμα της ειρήνης και το θέμα των σχέσεων με τους αιρετικούς και αλλοδόξους, με βάση βεβαίως την ευαγγελική διδασκαλία και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις, οι αιματοχυσίες και οι τρομοκρατικές ενέργειες, δεν είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού. Όλα αυτά είναι επακόλουθα της αμαρτίας και της αποστασίας του ανθρώπου από τον Θεό και τότε μόνο θα εκλείψουν, όταν ο άνθρωπος θα επιστρέψει στον Θεό εν μετανοία, μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, και θα εφαρμόσει το θέλημα του Θεού. Η Εκκλησία υποδεικνύει βέβαια τον τρόπον της θεραπείας του κακού, δεν μπορεί όμως να μεταβληθεί σε έναν εγκόσμιο ειρηνευτικό οργανισμό, ούτε να εγκλωβισθεί σε εγκόσμιους ρόλους, διότι τότε μοιραία εκκοσμικεύεται και εκφυλίζεται και χάνει τη σωτηριολογική της αποστολή. Αποστολή της Εκκλησίας είναι να ειρηνεύσει τον άνθρωπο με τον Θεό, ως απαραίτητη προϋπόθεση για να ειρηνεύσουν στη συνέχεια και οι άνθρωποι μεταξύ τους. Αποστολή της Εκκλησίας είναι να προσφέρει τον Χριστό, τον μόνο ειρηνοποιό, ο οποίος κατά τον Απόστολο είναι «η ειρήνη ημών» (Εφ. 2,14) Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η ειρήνη δεν έχει κοσμικό χαρακτήρα και δεν σημαίνει απλώς την απουσία πολέμου, αλλά είναι κατά τον Απόστολο καρπός του αγίου Πνεύματος: «ο δε καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη…» (Γαλ. 5,22). Εξ άλλου και ο Χριστός αντιδιαστέλλει «την ειρήνη» την ιδική του, που είναι καρπός του Πνεύματος, από την «κοσμική ειρήνη»: «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν, ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιω. 14,27). Σας δίνω δηλαδή τη ιδική μου ειρήνη, όχι σαν αυτή, που δίνει ο κόσμος. Αυτή την ειρήνη του Χριστού, και μόνο αυτήν, καλείται να δώσει η Εκκλησία στον κόσμο, που, όταν υπάρχει, φέρνει από μόνη της και την άλλη ειρήνη στον κόσμο.

Πέραν τούτου, η ειρήνη δεν είναι πάντοτε επαινετή, ούτε ο πόλεμος είναι πάντοτε επίμεμπτος. Υπάρχει επίμεμπτη ειρήνη, όταν συμβιβαζόμαστε με την πλάνη και προδίδουμε την αλήθεια, και υπάρχει επαινετός πόλεμος, για τον οποίο ομιλεί ο ίδιος ο Χριστός, λέγοντας: «Μη νομίσητε, ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην, ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. 10,34-36). Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας τον λόγο του Χριστού, λέει: «Ου γαρ πανταχού ομόνοια καλόν. Καί επί του πύργου εκείνου (της Βαβέλ) την κακήν ειρήνην η καλή διαφωνία έλυσε και εποίησεν ειρήνην».[5] Καί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επιβεβαιώνει: «Κρείττων γαρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού».[6]

Στο κείμενο της Γ΄ Προσυνοδικής γίνεται ακόμη λόγος για «στενή συνεργασία μεθ’ όλων των αγαπώντων την ειρήνην οπαδών των λοιπών εν τω κόσμω θρησκειών». Πως όμως μπορούμε να συμφιλιωθούμε και να συνεργασθούμε με τις άλλες θρησκείες, που βρίσκονται στο σκότος της πλάνης, χωρίς να προσκρούσουμε στον θεόπνευστο λόγο του Αποστόλου: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β΄Κορ. 6,14).

Β) Η καθιέρωση των «Συνεδρίων» και των «Διασκέψεων» ως θεσμών στη ζωή της Εκκλησίας.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος ο Δ΄ (Μεταξάκης) συνεκάλεσε το 1923, όπως ελέχθη προηγουμένως, για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας, «Πανορθόδοξο Συνέδριο». Με την πράξη του αυτή καθιερώνει στο εξής, καινοτομώντας, την τακτική των «Συνεδρίων», η οποία καθίσταται πλέον θεσμός στη ζωή της Εκκλησίας. Εγκαταλείπεται δηλαδή, τουλάχιστον σε πανορθόδοξο επίπεδο, ο από αιώνων καθιερωμένος, και σ’ αυτούς τους ίδιους τους Αποστόλους αναγόμενος, θεσμός των Συνόδων, για την επίλυση και αντιμετώπιση εκκλησιαστικών ζητημάτων, που έχουν γενικότερο πανορθόδοξο οικουμενικό χαρακτήρα, και υιοθετείται μια καινοτομία οικουμενιστικού χαρακτήρα, που είναι ξένη προς την Ορθόδοξη Παράδοση και που ανάγει την προέλευσή της στα Συνέδρια και στις Συνελεύσεις των Προτεσταντών του Π.Σ.Ε.Η διαφορά μεταξύ Προτεσταντικών «Συνεδρίων» και «Διασκέψεων» αφ’ ενός, και Ορθοδόξων Συνόδων αφ’ ετέρου είναι ουσιώδης, διότι στις Ορθόδοξες Συνόδους δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι εν ενεργεία επίσκοποι των κατά τόπους Εκκλησιών, ενώ στα Προτεσταντικά Συνέδρια και Συνελεύσεις λαμβάνουν μέρος ορισμένοι μόνο αντιπρόσωποι από κάθε Προτεσταντική ομάδα. Ο αποκλεισμός της συμμετοχής στα Συνέδρια και στις Συνελεύσεις όλων των επισκόπων, και η συμμετοχή σ’ αυτά μόνο ορισμένων αντιπροσώπων, δημιουργεί σοβαρότατο πρόβλημα. Παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα σε οικουμενιστές πατριάρχες και αρχιεπισκόπους αυτοκεφάλων Εκκλησιών να επιλέγουν ως αντιπροσώπους πρόσωπα της αρεσκείας τους, που δεν εμφορούνται από Ορθόδοξο φρόνημα, αλλά διακατέχονται από οικουμενιστικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις.

Στα χρόνια που ακολούθησαν ο όρος «Συνέδριο» αλλάζει ονόματα και θα μετονομασθεί διαδοχικά «Προσύνοδος», «Πανορθόδοξος Διάσκεψις» και «Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις», που θα έχουν ουσιαστικά τον ίδιο οικουμενιστικό χαρακτήρα. Η Δ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Γενεύης, το 1968, κατήργησε τον όρο «Προσύνοδος» και καθιέρωσε στο εξής τις «Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις» ως όρο και ως μέθοδο προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, με το εξής σκεπτικό: «Η Διάσκεψις απεφάσισε, “όπως η Προσύνοδος εγκαταλειφθή ως τε όρος και ως στάδιον προπαρασκευής της Συνόδου, διότι ούτε προς τα πράγματα ανταποκρίνεται, ούτε απαντά εν τη καθ’ ημάς Θεολογία των Συνόδων τοιούτος θεσμός και όρος Προσυνόδου. Αποτελεί ούτος νεολογισμόν, διότι η Εκκλησία εγνώρισε μόνον Συνόδους Οικουμενικάς, η Τοπικάς, μείζονας η ελάσσονας, διαφόρων κατηγοριών, αλλά πάντοτε Συνόδους, ουδέποτε δε τι έλαττον της Συνόδου, οίον Προσύνοδον”».[7] Εάν όμως ο όρος «Προσύνοδος» είναι αδόκιμος και ορθώς απορρίφθηκε, εξ ίσου αδόκιμος είναι και ο όρος «Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις», όχι μόνο διότι και αυτός είναι ξένος προς την Ορθόδοξη Παράδοση, αλλά και διότι οι «Προσυνοδικές Διασκέψεις» επέχουν περίπου θέση «Προσυνόδου», αφού και εδώ λαμβάνονται συνοδικής ισχύος αποφάσεις, οι οποίες αναμένεται να υιοθετηθούν από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

Πάντως το ουσιώδες στην προκειμένη περίπτωση είναι το γεγονός, ότι στις Διασκέψεις αυτές ελήφθησαν εκ των προτέρων συνοδικού χαρακτήρος αποφάσεις χωρίς να δοθεί «χώρος» για να λαλήσει το Πνεύμα το άγιο στην μέλλουσα να συνέλθη Αγία και μεγάλη Σύνοδο. Κλασική περίπτωση που αποδεικνύει τα πάρα πάνω συμπεράσματά μας, αποτελεί η εφαρμογή των αποφάσεων της Δ΄ Προσυνοδικής, (2009), που ασχολήθηκε με το θέμα της Διασποράς, προτού καν αποφανθεί για το θέμα αυτό η μέλλουσα να συνέλθη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος. Ωστόσο οι προειλημμένες αποφάσεις, όπου ο ανθρώπινος παράγων παίζει τον κυρίαρχο, η και τον αποκλειστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπαιγμό του αγίου Πνεύματος και ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Πως είναι δυνατό με τέτοιου είδους ανθρώπινες μεθοδεύσεις, ξένες προς την Παράδοση της Εκκλησίας μας, να θεωρηθεί μια τέτοια Σύνοδος ως γεγονός Πεντηκοστής, όπου θα πνεύσει και θα ομιλήσει διά των Συνοδικών μελών το ίδιο το άγιο Πνεύμα; Λοιπόν, η μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, αν κάποτε συνέλθει, δεν θα είναι, υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, τίποτε άλλο παρά ένα «θέατρο εντυπώσεων».(Συνεχίζεται).

[1]Γραμματεία επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ΣΥΝΟΔΙΚΑ ΙΙ, …….ο.π. σελ. 113.
[2]Γραμματεία επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ΣΥΝΟΔΙΚΑ ΙΙ, …….ο.π. σελ. 115.
[3]Παραπέμπουμε τον αναγνώστη σε εργασία μας με τίτλο «Η Ορθοδοξία μπροστά στη θύελλα του συγχρόνου Προτεσταντικού και Παπικού Οικουμενισμού», Πειραιάς 2012, Έκδοση Β΄, σελ.41-52 & 86-91.
[4]Μητροπολίτου πρώην Ελβετίας Δαμασκηνού, Προς την Αγίαν….ο.π. σελ. 87-88.
[5]Βλ. Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Παν. Τρεμπέλα, Αθήναι 1951, σ. 212.
[6]Γρηγορίου Θεολόγου, Απολογητικός της εις Πόντον φυγής 82, ΕΠΕ 1,176.
[7] Περιοδ. «Εκκλησία», αριθ. 13-14, [1 και 15.7.1968], σελ.309.

Νταλιάρης Γιώργος

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.