Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Διευθυντού του Γραφείου Αιρέσεων και Παραθρησκειών- Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς

Ιστορική αναδρομή στην πορεία της προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. (Προσδοκίες-Ιστορική πορεία-Γενικές Εκτιμήσεις-Συμπεράσματα)

Μετά το μεγάλο Σχίσμα, (1054 μ.Χ.), η Ορθόδοξος Εκκλησία, συνεπής στην Ορθόδοξη συνοδική της αυτοσυνειδησία, δεν έπαυσε να συγκαλεί, σε τακτά χρονικά διαστήματα, Ορθοδόξους Συνόδους με πανορθόδοξο οικουμενικό χαρακτήρα. Πρόκειται για τις λεγόμενες Ενδημούσες Συνόδους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στις οποίες όμως συμμετείχαν συνήθως και Πατριάρχες, η εκπρόσωποι των άλλων πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής.

Η ευρεία αυτή πανορθόδοξη σύνθεση των Ενδημουσών Συνόδων συνεχίσθηκε και αργότερα στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, κατά την οποία, όπως είναι γνωστό, όλοι οι Ορθόδοξοι βαλκανικοί λαοί ευρίσκοντο υπό την πνευματική και κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στις Συνόδους αυτές απεφασίζετο η επί πανορθοδόξου επιπέδου κοινή στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας έναντι της αιρέσεως του Παπισμού και αργότερα του Προτεσταντισμού και η ρύθμιση και επίλυση άλλων, γενικοτέρου ενδιαφέροντος, ζητημάτων. Οι πολιτικοκοινωνικές όμως μεταβολές και ανακατατάξεις μεταξύ των Ορθοδόξων λαών, κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνος, στο χώρο των Βαλκανίων, και η δημιουργία εθνικών κρατών συνέδεσαν τις εθνοφυλετικές αναζητήσεις των λαών με αντίστοιχες εκκλησιαστικές διεκδικήσεις, με αποτέλεσμα τη θεσμοθέτηση των Αυτοκεφάλων και Αυτονόμων Εκκλησιών, (Εκκλησίες της Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας, Τσεχοσλοβακίας, Φιλανδίας, Λεττονίας, Εσθονίας), και την απόδοση της «πατριαρχικής αξίας» σε ορισμένες εξ αυτών, (Πατριαρχεία Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας).

Στις αρχές του 20ου αιώνος το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τις πατριαρχικές Εγκυκλίους του 1902, 1904 και 1920 επεδίωξε, μεταξύ και άλλων στόχων, να αναθερμάνει τις διορθόδοξες σχέσεις με τις άλλες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες και να προωθήσει μια αμεσώτερη και στενώτερη συνεργασία για την από κοινού αντιμετώπιση γενικοτέρων προβλημάτων. Η ενεργοποίηση αυτή των διορθοδόξων σχέσεων γέννησε συν τω χρόνω την ιδέα της αναζητήσεως πανορθοδόξου εκφράσεως της συνοδικής συνειδήσεως της Όρθοδόξου Εκκλησίας, της συγκροτήσεως δηλαδή Πανορθοδόξου Συνόδου, η οποία έλαβε αργότερα την προσωνυμία «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος». Μέσα στο κλίμα των διορθοδόξων αυτών επαφών των αρχών του 20ου αιώνος συνεκλήθη το 1923 στην Κωνσταντινούπολη, επί πατριαρχίας του γνωστού Μασόνου[1] Πατριάρχου Μελετίου του Δ΄ (Μεταξάκη), Συνέδριο, το οποίο χαρακτηρίσθηκε μεν ως «Πανορθόδοξο», χωρίς πάντως να υπάρξει πανορθόδοξος αντιπροσώπευση από όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Αντίθετα μάλιστα η αντιπροσώπευση σ’ αυτό ήταν πολύ περιορισμένη, διότι συμμετείχαν εκπρόσωποι μόνο έξι Εκκλησιών, (της Κωνσταντινουπόλεως, της Ρωσίας, της Σερβίας, της Κύπρου, της Ελλάδος και της Ρουμανίας).

Στο Συνέδριο συζητήθηκαν θέματα όπως το ημερολογιακό, το περί γάμου κληρικών μετά τη χειροτονία των, το περί δευτέρου γάμου των εν χηρεία κληρικών, το περί νηστείας κα. Δυστυχώς στο εν λόγω Συνέδριο επιχειρήθηκαν καινοτομίες και ελήφθησαν αποφάσεις ξένες προς την παράδοση και τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας, οι οποίες, όπως πολύ ορθά έχει παρατηρηθεί, «ετραυμάτισαν την ενότητα της Εκκλησίας και ως κακή κληρονομιά συνοδεύουν έκτοτε την θεματολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου μέχρι σήμερα».[2] Στα πλαίσια αυτού του Συνεδρίου «ορίσθηκε για το 1925 σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου επί τη ευκαιρία και του εορτασμού της 1600ετηρίδος της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, (325μ.Χ.)»[3].

Έκτοτε η μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, η οποία θα επέχει θέση Οικουμενικής Συνόδου, θα γίνει όραμα και ελπίδα, πόθος και προσδοκία επί 92 συναπτά χρόνια, μια προσδοκία ανεκπλήρωτη μέχρι σήμερα, (2015), παρά τις εργώδεις προετοιμασίες και διαβουλεύσεις σε διορθόδοξο επίπεδο, παρά τη συγκρότηση πολλών προπαρασκευαστικών επιτροπών, παρά τη συγκρότηση Πανορθοδόξων Διασκέψεων και Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Πρόκειται για ένα πρωτοφανές γεγονός στην ιστορία της Εκκλησίας μας, διότι σε καμιά άλλη Σύνοδο, Οικουμενική, η Τοπική, της αρχαίας Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης και της επί Μεγάλου Φωτίου, (879 μ.Χ.), θεωρουμένης ως Η΄ Οικουμενικής, και της επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, (1351 μ.Χ.), θεωρουμένης ως Θ΄ Οικουμενικής, δεν υπήρξε τόση εργώδης και μακροχρόνια προετοιμασία, τόση πολύπλοκη διαδικασία προπαρασκευής, με τόσες πολλές αναθεωρήσεις και τροποποιήσεις στη θεματολογία της.

Στις γραμμές, που ακολουθούν, θα σκιαγραφήσουμε με πολλή συντομία τις κυριότερες φάσεις αυτής της προετοιμασίας, που εδώ και χρόνια «μεθοδευμένα» γίνεται, ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητή και η παρούσα φάση στην οποία αυτή βρίσκεται και να εξαχθούν στη συνέχεια κάποια συμπεράσματα.

Πανορθόδοξα Συνέδρια και Διασκέψεις
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετά την ματαίωση της Πανορθοδόξου Συνόδου, που είχε προγραμματιστεί για το 1925, λόγω μη επαρκούς χρόνου προετοιμασίας, απεφάσισε την σύγκληση Ορθοδόξου «Προσυνόδου» στο άγιον Όρος το 1932, η οποία επρόκειτο να προετοιμάσει την μέλλουσα να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδο. Προς τον σκοπό αυτό εκρίθη αναγκαίο να συγκληθεί προηγουμένως Προπαρασκευαστική Διορθόδοξος Επιτροπή, προκειμένου να προετοιμάσει την θεματολογία, με την οποία θα ασχοληθεί η «Προσύνοδος». Πράγματι η Επιτροπή αυτή συνεκλήθη το 1930 στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους, με πρωτοβουλία του μακαριστού Οικουμενικού Πατριάρχου Φωτίου του Β΄ και κατήρτισε ένα κατάλογο 17 θεμάτων, για την μέλλουσα να συνέλθη «Προσύνοδο». Ωστόσο τελικά ούτε Προσύνοδος, ούτε Οικουμενική Σύνοδος πραγματοποιήθηκαν, διότι ορισμένες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ως εμπερίστατες και ως ευρισκόμενες κάτω από το κράτος του Κομμουνιστικού καθεστώτος, εζήτησαν την αναβολήν των.

Με την ίδια προοπτική συνεκλήθη αργότερα, το 1936, στην Αθήνα, το Α΄ Πανορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο, οι εργασίες του οποίου είχαν ως επίκεντρο το ζήτημα της συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συνεκλήθη επί του Μασόνου[4] Οικουμενικού Πατριάρχου κυρού Αθηναγόρου του Α΄, το 1961, στη Ρόδο, η Α΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, η οποία απεφάσισε, μεταξύ άλλων, την προπαρασκευή της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, και κατήρτισε νέο ευρύτερο κατάλογο θεμάτων, διηρημένο στα ακόλουθα οκτώ γενικά κεφάλαια: 1) Πίστις και Δόγμα, 2) Θεία Λατρεία, 3) Διοίκησις και εκκλησιαστική ευταξία, 4) Σχέσις Ορθοδόξων Εκκλησιών προς αλλήλας, 5) Σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον, 6) Η Ορθοδοξία εν τω κόσμω, 7) Θεολογικά θέματα, 8) Κοινωνικά προβλήματα. Στη Διάσκεψη αυτή επιδιώχθηκε από την πλευρά του Οικουμενικού Πατριαρχείου να παραμερισθούν οι μέχρι τότε δικαιολογημένες επιφυλάξεις και η δυσπιστία των άλλων Εκκλησιών, (λόγω της δράσεως της Ουνίας), απέναντι στη Ρώμη, και να εξασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη των για την προώθηση του θεολογικού διαλόγου με τον Παπισμό και ετέθησαν οι βασικοί όροι και προϋποθέσεις για την έναρξη θεολογικού διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς.

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και οι δύο επόμενες Πανορθόδοξες Διασκέψεις, που πραγματοποιήθηκαν επίσης στη Ρόδο, το 1963 και το 1964, καθ’ ον χρόνον ο Παπισμός, κατά τις εργασίες της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1963-1965), εγκαινίαζε με το περίφημο «Διάταγμα περί Οικουμενισμού», το γνωστό “Unitatis Redintegratio”, νέα εκκλησιαστική πολιτική απέναντι στην Ορθόδοξο Εκκλησία και τις άλλες χριστιανικές ομολογίες.
Στις παρά πάνω Διασκέψεις, οι οποίες διεξήχθησαν μέσα στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα των εργασιών και των αποφάσεων της Β΄ Βατικανής Συνόδου, επισημάνθηκε η αναγκαιότητα της προωθήσεως και εν τέλει πραγματοποιήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, η οποία αφ’ ενός μεν θα εκφράσει σε οικουμενικό επίπεδο την ενότητα της Ορθοδοξίας, αφ’ ετέρου δε θα δώσει τη δική της μαρτυρία στα σύγχρονα παγκόσμια προβλήματα και στις σχέσεις της με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο. Επί πλέον επανεξετάσθηκε το θέμα των σχέσεων με τον Παπισμό και επαναδιατυπώθηκε η σταθερή και αταλάντευτη πρόθεση των Ορθοδόξων Εκκλησιών να προωθήσουν «διάλογο επί ίσοις όροις». Ειδικότερα η Β΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, (1963), ασχολήθηκε και με το ζήτημα της αποστολής, η μη, Ορθοδόξων παρατηρητών στην Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, ενώ η Γ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη (1964) απεφάσισε ότι «… προς καρποφόρον έναρξιν ενός πραγματικού θεολογικού διαλόγου παρίσταται η ανάγκη της δεούσης προπαρασκευής και της δημιουργίας των καταλλήλων συνθηκών».[5]

Το 1968 συνεκλήθη, στο εν Σαμπεζύ της Γενεύης Ορθόδοξο Πατριαρχικό Κέντρο, η Δ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, η οποία εργάσθηκε συστηματικότερα και μεθοδικότερα τόσο προς την κατεύθυνση της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, όσο και προς την κατεύθυνση της προωθήσεως των διαχριστιανικών σχέσεων και διαλόγων. Προχώρησε μάλιστα στη συγκρότηση Γραμματείας επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, στη συγκρότηση Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής για την προετοιμασία των θεμάτων, που θα συζητηθούν στη μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, όπως επίσης και στη συγκρότηση Διορθοδόξων Επιτροπών, για την προετοιμασία των διμερών θεολογικών διαλόγων με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες. (Συνεχίζεται)

[1]Ο Οικ. Πατριάρχης Μελέτιος ο Δ΄, σύμφωνα με 25σελιδη νεκρολογία του Μασόνου φίλου του Αλέξανδρου Ζερβουδάκη: «παρακολουθούσε τις εργασίες και τη δράση του Τεκτονισμού παντού όπου βρέθηκε στην πολυτάραχη ζωή του, και οι περιστάσεις και το περιβάλλον του το επέτρεπαν [……..]. Ολίγοι είναι εκείνοι που σαν τον αδελφό Μελέτιο δέχθηκαν τον Τεκτονισμό και τον έκαναν βίωμά των. Καί υπήρξε πραγματική απώλεια ότι τόσο γρήγορα ανακλήθηκε από τον Μ.Α.Τ.Σ. στην Αιωνία Ανατολή, πριν ολοκληρώση τα έργα με τα οποία εστεφάνωσε το πέρασμά του από τον κόσμο μας». [ΑΛΕΞ. ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ, «Μελέτιος Μεταξάκης», (στήλη «Διάσημοι Τέκτονες»), εν «Τεκτονικόν Δελτίον», Όργανον της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, έτος 17ον, αριθμ. 7, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1967, σελ. 49-50].
[2]Βλ. άρθρο του πρωτοπρ. π. Θεοδώρου Ζήση, ομοτ. Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. με θέμα: «Μεταλλαγμένη και αλλοιωμένη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας», δημοσιευθέν στον Ορθόδοξο Τύπο (10.3.2015).
[3]Πρακτικά του εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου (10 Μαίου – 8 Ιουνίου 1923), Εισαγωγή – Επιμέλεια Αρχ. Ευδόκιμος Καρακουλάκης, Εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2015, σελ. XVI I.
[4]Αναφορά στη μασονική του ιδιότητα έχουμε στο «Τεκτονικό Δελτίο», 1972 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), τ. 104, σ. 232 κε., όπου οι Μασόνοι αναφέρονται στο τεκτονικό «μνημόσυνο», που τέλεσαν μόλις τέσσερις μήνες μετά την κοίμησή του, στις 12.10.1972, στην Αθηναική Μασονική Στοά «Αρμονία»! Επίσης το μασονικό περιοδικό «Ιλισσός», ένα έτος αργότερα, τον χαρακτήρισε «μεγάλο οραματιστή της ενώσεως των Χριστιανών», (Ιλισσός, 1973, τ. 97, σ. 41), το δε μασονικό περιοδικό «Πυθαγόρας», τέσσερα έτη αργότερα, τον χαρακτήρισε ως «μέγα», (Πυθαγόρας 1977, τ. 5, σ. 5).
[5]Βλ. Θ. Σταυρίδου, Θ.Η.Ε., τομ. 9, σελ. 814.

Νταλιάρης Γιώργος

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.