Οι βοσκοί του κυκλαδίτικου νησιού, ανάμεσά τους και ο 12-χρονος Βασίλης, ο νεαρότερος τσοπάνης και από τους καλύτερους μαθητές στο σχολείο του, μιλούν για την ενασχόλησή τους με τα ζώα και δηλώνουν ευγνώμονες για τις γενναιόδωρες συνθήκες της φύσης.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, στον πολιτισμό που δημιούργησε η παγκόσμια κοινότητα, πολλά επαγγέλματα τροποποιούνται με σκοπό τη μεγαλύτερη κερδοφορία, χάνοντας έτσι την ομορφιά της απλότητας και συχνά τον ηθικό βηματισμό της. Ανάμεσα στα επαγγέλματα που παραμένουν χωρίς τρανταχτές αλλαγές και διατηρούν μια υγιή μορφή είναι αυτό του βοσκού. Η λέξη ποιμένας ετυμολογικά σημαίνει αυτόν που προφυλάσσει τα ζώα. Στη μνήμη μας διατηρείται η παλαιοχριστιανική συμβολική παράσταση του Χριστού, ως καλού βοσκού που φροντίζει τα λογικά πρόβατα, τους πιστούς και ίσως γι’ αυτό η εργασία του βοσκού μάς είναι μυστικά αγαπητή. Σ’ ένα αναμενόμενα όμορφο ταξίδι, συναντήσαμε στα ορεινά της Νάξου βοσκούς και μαντριά που έμοιαζαν να προέρχονται από την Ομηρική εποχή. Ταξιδέψαμε ως την Απείρανθο, που είναι το πιο ορεινό χωριό των Κυκλάδων. Βρίσκεται σχετικά απομονωμένη από τα άλλα χωριά του νησιού στην ανατολική πλευρά του.

Οι μάντρες των βοσκών είναι απομακρυσμένες από το χωριό. Υπάρχουν, ακόμα κάμποσοι εκατοντάδες άνθρωποι στην Απείρανθο, βοσκοί με τις οικογένειές τους που ζουν 10 μήνες τον χρόνο μακριά από το χωριό και τα σπίτια τους. Οι κάτοικοι στα όμορφα γαλάζια σπίτια τους, όπως και ο Οδυσσέας στο παλάτι του, έμεναν κάποιες συγκεκριμένες μέρες τον χρόνο εκεί και τον περισσότερο καιρό τον περνούσαν στη μάντρα. Οι νησιώτες, τη μάντρα την αποκαλούν μαζωμό. Ο μαζωμός είναι ένας χώρος που βρίσκεται σε κάποιο βοσκοτόπι, όπου είναι χτισμένο ένα σπίτι μικρό ή μεγαλύτερο, το οποίο ονομάζουν μιτάτο.

Ο κάθε μιτάτος φιλοξενεί τον βοσκό και την οικογένειά του, είναι χτισμένος από πέτρα και μάρμαρο. Ο μιτάτος είναι χτισμένος με παραστάδες, δηλαδή μεγάλες πέτρες που είναι σαν κολώνες, οι οποίες ορίζουν και την πόρτα. Πρόκειται για ξερολιθιά δηλαδή πέτρες χωρίς εσωτερικό υλικό να τις ενώνει, οι οποίες, καθώς ανεβαίνουν προς τα πάνω, σχηματίζουν μια θολωτή στέγη όπου υπάρχουν δοκάρια. Μέσα στον μιτάτο θα δει κανείς άχυρα και πολλές στρώσεις χώματος που μπορεί να φτάσουν έως μισό μέτρο πάχος. Το χώμα αυτό είναι αργιλόχωμα και το πατάνε με ένα μαρμάρινο κύλινδρο, με αποτέλεσμα να αποκτά αδιαβροχοποίηση. Κάθε χρόνο το καλοκαίρι βγάζουν έξω μερικές στρώσεις από το χώμα για να αεριστεί γιατί έχει νοτίσει από το χειμωνιάτικο κρύο και χιόνι. Το κέντρο του χωριού βρίσκεται σε υψόμετρο 750 μέτρων και είναι όπως λένε «στου βοριά το μάτι», αφού ο παγωμένος άνεμος έρχεται και πέφτει πάνω στο χωριό.

Οι βοσκοί πρόθυμα μας μίλησαν για τον τρόπο που εκτρέφουν τα αγαπημένα τους ζώα, ευγνώμονες για τις γενναιόδωρες συνθήκες της φύσης στο ορεινό νησιωτικό χωριό τους:

«Τα ζώα εδώ στην Απείρανθο δεν τα μαντρίζουμε σε κλειστό χώρο για να προστατεύονται τον χειμώνα. Δεν τρώνε ζωοτροφές με το τσουβάλι και δεν τα έχουμε υπερβολικά προστατευμένα, όπως στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας. Εδώ τα ζώα ζουν στο βουνό και όταν λέμε βοσκοτόπια, δεν εννοούμε ένα χώρο 50-100 στρεμμάτων, αλλά μια ολόκληρη πλαγιά βουνού, η οποία χωρίζεται από τράφους, όπως λέτε εσείς τα χαντάκια. Μεταφέρουμε τα ζωντανά από πλαγιά σε πλαγιά για να βοσκήσουν, οδηγώντας τα με τα σκυλιά ή τα σφυρίγματα.»

Σαν σε διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη βλέπει κανείς τους βοσκούς με τις οικογένειές τους να βρίσκουν χρόνο να καθαρίζουν τα παλαιά εξωκλήσια και να λειτουργούνται, όταν έρχεται ο ιερέας. Έχουν μια αλληλεγγύη, που οδηγεί στη δημιουργία μιας κοινωνίας που αντέχει και συνεχίζει

Ο νεαρότερος βοσκός της Ορεινής Νάξου, ο δωδεκάχρονος Βασίλης, από τους καλύτερους μαθητές στο σχολείο, παιδί οικογένειας βοσκών, μας μιλά με σοβαρότητα και νεανικό ενθουσιασμό για την αγάπη του στα μαθήματα αλλά και για την κλήση του στην βοσκοσύνη:

«Σηκώνομαι με τον πατέρα μου στις 5 το πρωί και πάμε για τα κατσικοπρόβατα. Τα ταΐζουμε, τα αρμέγουμε και τα βάζουμε στα χωράφια. Έχουμε και άλλα ζωάκια όπως κότες, γαϊδούρια, μουλάρια και χήνες. Όλα αυτά βρίσκονται στο πέρα χωριό, στα μαντριά. Εμείς τα προστατεύουμε για να μη πάει κάποιος να τα κλέψει. Το τάισμα των ζώων είναι πολύ χρονοβόρο, καθώς περνάμε όλη την μέρα μας με αυτή την ασχολία. Ξεκινάμε το πρωί και γυρνάμε στο χωριό 9 η ώρα το βράδυ. Σε κάποια ζώα δίνω ονόματα και στεναχωριέμαι λίγο όταν πρέπει να τα πουλήσουμε. Τα ζώα μας δίνουν το γάλα και τα αρνόρυφά τους. Μετατρέπουμε το γάλα σε βούτυρο, τυρί και γιαούρτι και στη συνέχεια το πουλάμε και κρατάμε και για το σπίτι. Μου αρέσει πολύ η δουλειά του βοσκού και η ασχολία μου με τα ζώα. Θα μου άρεσε και στο μέλλον να τη συνεχίσω».

Ο καλός φίλος, εκπαιδευτικός Στέφανος Γανωτής, με καταγωγή από την Απείρανθο, επισκέπτεται συχνά και συζητά με τους βοσκούς για την σκληρή δουλειά τους, αλλά και τον τρόπο που διατηρούν την απομάκρυνσή τους από τις αστικές συνήθειες. Ο Στέφανος μαθαίνει στα παιδιά της Απειράνθου και στους νέους παραδοσιακούς χορούς και μουσική. Επιμένει να υποστηρίζει ότι κυρίως διδάσκεται από τους κατοίκους. Μας μιλά με θαυμασμό για την σχέση των ποιμένων με τα ζώα:

«Οι βοσκοί έχουν πάρα πολύ μεγάλη αγάπη για τον τόπο τους και τα ζώα τους. Ένας βοσκός μπορεί να θυσιάσει ακόμα και τη ζωή του για ένα ζωντανό. Βρίσκω αστείο όταν αναρωτιούνται κάποιοι φίλοι μου “πώς μπορεί ο βοσκός να σκοτώσει ένα ζώο, ενώ μπορεί να θυσιάσει τη ζωή του γι’ αυτό.” Η σφαγή του ζώου είναι μια πράξη ιεροτελεστίας που δεν μπορεί να την καταλάβει κανένας αστός. Είναι αστείο εμείς οι άνθρωποι από την πόλη, που δεν γνωρίζουμε τίποτα από ζώα και φύση, να έχουμε λόγο και κρίση για το πώς ένας βοσκός σφάζει το ζωντανό του. Εμείς μόνο να τα τρώμε ξέρουμε και νομίζουμε πως τα ζώα μεγαλώνουν στις αποθήκες των σουπερμάρκετ.

Ένα ζωντανό, για να δώσει το γάλα του και να γίνει το τυρί, έχει περάσει μια ολόκληρη ζωή παρέα με ανθρώπους που το αγαπούν, όπως αγαπάει ένας γονιός το παιδί του. Για ένα βοσκό το ζωντανό δεν είναι ένας αριθμός, αλλά το κάθε ένα από τα ζωντανά έχει το δικό του όνομα, το δικό του αναγνωρίσιμο από τον βοσκό κουδούνι. Αν ένα ζωντανό λείψει από το κοπάδι ο βοσκός μπορεί να το ακούσει από μακριά λες και του λείπει μια νότα από το μουσικό του όργανο. Ο βοσκός αγαπάει τα ζωντανά του σαν να είναι μέλη της οικογένειάς του. Όταν φτάσει η στιγμή που θα σφαχτεί το ζωντανό, ο βοσκός εκείνη την ώρα κάνει κάτι το οποίο είναι για έναν αστό αδιανόητο. Η σχέση του αστού με τα ζώα είναι είτε ψεύτικα αγαπησιάρικη είτε αναλώνεται στη φράση “αχ τι νόστιμο που ήταν!”»

Οι καινούργιοι ρυθμοί της πόλης απαιτούν μια μαζική παραγωγή, η οποία οδηγεί στην αποστασιοποίηση όχι μόνο του ανθρώπου από τη φύση, αλλά και του ίδιου του ζώου. Υπάρχει η απαίτηση για σφαγή εκατομμυρίων ζώων, καθώς στους καιρούς μας οι άνθρωποι δεν τρώνε, όπως στο 1950, μία φορά τον μήνα κρέας, αλλά καθημερινά. Η καταναλωτική αυτή πρακτική απαιτεί ένα τελείως διαφορετικό τρόπο διαχείρισης της παραγωγής του κρέατος. Αυτό όμως δεν ακουμπάει την τοπική κοινωνία στην Απείρανθο, καθώς και πολλά άλλα ορεινά χωριά της Ελλάδας. Συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο, όπως και παλαιά.

«Εμείς μόνο να τα τρώμε ξέρουμε! Νομίζουμε πως τα ζώα μεγαλώνουν στις αποθήκες των σούπερ μάρκετ»

Ο τσοπάνης έχει δύσκολη ζωή και συγχρόνως είναι υποχρεωμένος να απορροφά όλη την ακρίβεια και την αύξηση του πληθωρισμού από το κέρδος του. Όπως λένε με παράπονο οι ορεσίβιοι Απειρανθιώτες:

«Καιροφυλαχτούν οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι οποίοι θέλουν να παίρνουν όλη την παραγωγή του γάλακτος, του τυριού και του κρέατος σε εξευτελιστικές τιμές. Αυτό, όμως, που μας κρατάει δεν είναι το κέρδος. Η ζωή του βοσκού είναι τόσο σκληρή που το κέρδος είναι πολύ μικρότερο από αυτό που μπορείτε να καταλάβετε.»

Ο Στέφανος Γανωτής γνωρίζοντας καλά την κοπιαστική καθημερινότητά τους, μας την περιγράφει:

«Πολλοί βοσκοί ασχολούνται και με άλλες ασχολίες, πράγμα το οποίο είναι πολύ επίπονο, καθώς, για να είναι κάποιος χτίστης και να είναι παράλληλα και βοσκός, θα σηκωθεί 4 η ώρα το πρωί, μέχρι το μεσημέρι θα δουλεύει με τα ζωντανά και μετά μέχρι το βράδυ θα βρίσκεται στη δεύτερη εργασία του. Ο βοσκός είναι 365 ημέρες το χρόνο, 7 ημέρες την εβδομάδα βρέξει χιονίσει στο μαντρί του. Όταν ένας άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να πουλήσει όλα του τα ζωντανά και να κάνει μια ζωή πολύ πιο εύκολη, αλλά επιλέγει να συνεχίσει τη ζωή του βοσκού και μάλιστα σε συνθήκες πολύ δύσκολες, γιατί σήμερα η τιμή των ζωοτροφών έχει αυξηθεί στο διπλάσιο, ενώ η τιμή του κρέατος και του τυριού έχει παραμείνει σχεδόν ίδια, αυτός αγαπά τη δουλειά του.»

Όταν φτάνει κάποιος επισκέπτης στο μαντρί, έχοντας διανύσει πολύ δρόμο, ο πραγματικός βοσκός τον υποδέχεται με ζεστό καλωσόρισμα. Αναγνωρίζει πως θυσίασε κάτι για να είναι εκεί, έχει κάνει μια διαδρομή για να φτάσει, οπότε όλα αυτά δημιουργούν μια ολοκληρωμένη σχέση, η οποία θα συνεχιστεί με το δώρο του βοσκού που είναι η φιλοξενία και τα καλούδια που θα τον φιλέψει.

* * *

Σαν σε διήγημα Παπαδιαμαντικό μπορεί κανείς να δει τους βοσκούς με τις οικογένειές τους να βρίσκουν χρόνο να καθαρίζουν τα παλαιά ξωκλήσια της Απειράνθου και να λειτουργούνται, όταν έρχεται ο ιερέας. Σαν από άλλη εποχή αυτές οι μικρές ομάδες των βοσκών έχουν μια αλληλεγγύη, που οδηγεί στη δημιουργία μιας κοινωνίας, η οποία ζει παράλληλα με την υπόλοιπη κοινωνία αλλά αντέχει και συνεχίζει.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.