Όπως η χαρά, έτσι και η ειρήνη δεν πηγάζει από τα πράγματα του κόσμου. Ο Χριστός βεβαιώνει ότι η ειρήνη του διαφέρει από την ειρήνη του κόσμου (Ιω. 14:27).

Η ειρήνη του κόσμου είναι περιορισμένη και εύθραυστη. Βρίσκεται «εντεύθεν των ορίων» του θανάτου. Και η διατήρησή της είναι προβληματική και συμβατική. Αντίθετα η ειρήνη του Χριστού είναι απόλυτη και ακατάλυτη. Υπερβαίνει τον θάνατο. Δεν εξαντλείται σε πολιτική ή κοινωνική συμφιλίωση που στηρίζεται σε συμβατικά σχήματα ή καθεστώτα του κόσμου. Είναι καθολική ειρήνη προσωπικής κοινωνίας και αγάπης. Γι’ αυτό η βίωσή της πραγματοποιείται με σκληρούς πνευματικούς αγώνες και η παρουσία της στην κοινωνική ζωή «δοκιμάζει» την συμβατική ανθρώπινη ειρήνη. Από την άποψη αυτήν ο Χριστός δεν ήρθε να φέρει ειρήνη «αλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10:34). Παράλληλα όμως η ειρήνη του Χριστού είναι η μόνη ελπίδα απαλλαγής από την συμβατικότητα και τις διαρκείς διαψεύσεις της κοσμικής ειρήνης.

Σε τελική ανάλυση η ειρήνη και η χαρά αποτελούν γνωρίσματα της καινής κτίσεως. Η πηγή είναι ο Χριστός. Η έλευσή του στον κόσμο είναι ευαγγελισμός χαράς και ειρήνης (Λουκ. 2:10-14). Και το μήνυμά του μετά την Ανάσταση είναι το «χαίρετε» προς τις Μυροφόρες και το «ειρήνη» προς τους Αποστόλους (Ματθ. 28:9. Λουκ. 24:36. Ιω. 20:19·21·26). Η αναζήτηση αυτών των πραγμάτων μακριά από τον Χριστό αποτελεί ματαιοπονία. Ο πόθος του ανθρώπου γι’ αυτά παραμένει ανικανοποίητος και τελικά διαψεύδεται.

Η βίωση της χαράς και της ειρήνης μέσα στον κόσμο έχει εσχατολογική προοπτική. Ο φθαρτός και πρόσκαιρος κόσμος δεν είναι κατάλληλος για την πλήρη φανέρωσή τους. Ο τόπος για την πραγματική ανάδειξή τους είναι η βασιλεία του Θεού. Όπως η βασιλεία του Θεού, έτσι και αυτές θα φανερωθούν στην πληρότητά τους κατά τον μέλλοντα αιώνα. Αλλά και από την άλλη πλευρά, όπως η βασιλεία του Θεού αρχίζει από τον παρόντα αιώνα, έτσι και αυτές αρχίζουν από την παρούσα ζωή. Οι πιστοί καλούνται να εργαστούν δημιουργικά για την βίωση και την προώθησή τους (Α’ Θεσ. 5:13·16. Μαρκ. 9:50). Οι θλίψεις και οι αντιθέσεις του κόσμου δεν αναιρούν την χαρά και την ειρήνη που θεμελιώνονται στον Χριστό. Ο πιστός χαίρεται και ειρηνεύει ως κοινωνός της ζωής του Χριστού (Α’ Θεσ. 5:16. Β’ Κορ. 13:11). Έτσι η χαρά και η ειρήνη του Χριστού εμφανίζονται ταυτοχρόνως ως δεδομένα και ως ζητούμενα, ως παρόντα και ως προσδοκώμενα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ειρήνη με τις τρεις διαστάσεις της, ως εσωτερική ειρήνη του ανθρώπου, ως ειρήνη με τον Θεό και ως ειρήνη με τον πλησίον, αποτελεί προϋπόθεση και πρωταρχικό αίτημα για την τέλεση της θείας Λειτουργίας (βλ. Ειρηνικά θείας Λειτουργίας). Εξάλλου η χαρά αποτελεί την ατμόσφαιρα της ευχαριστιακής λατρείας και της κοινωνίας με τον αναστάντα Κύριο. Ζώντας ο πιστός την ειρήνη και την χαρά του Χριστού μέσα στον κόσμο μετέχει προκαταβολικά στην βασιλεία του Θεού, που είναι ήδη παρούσα στις καρδιές των πιστών. Η βίωσή τους φανερώνει διατήρηση της κοινωνίας με τον Θεό. Αντίθετα η απουσία τους μαρτυρεί κλονισμό της κοινωνίας αυτής.

Βέβαια όλα στην πνευματική ζωή δεν κερδίζονται εφάπαξ, αλλά προσλαμβάνονται και κατορθώνονται διαρκώς. Δεν υπάρχουν στατικά ως αντικειμενικές καταστάσεις, αλλά καλλιεργούνται με την ενεργοποίηση του ανθρώπου μέσα στην πραγματικότητα της «καινής κτίσεως» που φανέρωσε ο Χριστός στον κόσμο. Ως αδιάπτωτες καταστάσεις αναμένονται στην ασάλευτη βασιλεία του Θεού.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.