του Υφυπουργού Εξωτερικών Γιάννη Αμανατίδη – Αρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών»

Ο Νίκος Εγγονόπουλος είχε πει κάποτε: «Δεν ξέρω αν είμαι χριστιανός, Ορθόδοξος όμως είμαι οπωσδήποτε», αφήνοντας να εννοηθεί, ότι ακόμα και η απουσία θρησκευτικότητας δεν απαλείφει την πολιτιστική σύνδεση του Έλληνα με τη θρησκευτική του παράδοση.

Αναμφίβολα η θρησκεία κάθε λαού, κάθε έθνους αφού η παγκόσμια κοινότητα απαρτίζεται από εθνικά κράτη, καθόρισε και συνεχίζει να συμβάλει σημαντικά στη δημιουργία του δικαίου, της πολιτειακής δομής, της πνευματικής δημιουργίας αλλά και του γεωπολιτικού του προσανατολισμού.

Ο δικέφαλος αετός, εθνικό σύμβολο των περισσοτέρων κρατών της Βαλκανικής Χερσονήσου και της Ανατολικής Ευρώπης, δείχνει την αφομοίωση της βυζαντινής θρησκευτικότητας ως εθνικής συνείδησης από τους βόρειους λαούς και την πολιτιστική τους συγγένεια με τον Ελληνισμό. Αλλά και η σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα δώδεκα αστέρια αποτελεί μία σαφή αναφορά στο χωρίο της Αποκάλυψης, όπου η Παναγία εμφανίζεται να φέρει «επί της κεφαλής αυτής στέφανον αστέρων δώδεκα», όπως υποστήριξε και ο δημιουργός της, Arsène Heitz. Ακόμα πιο πρόσφατα στον σχεδιασμό των χαρτονομισμάτων του ευρώ κυριάρχησαν οι καθεδρικοί ναοί της κεντροδυτικής Ευρώπης.

Ο προηγούμενος αιώνας αποτέλεσε για την Ελλάδα το πέρασμα από το σύστημα της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» στη συναλληλία και αργότερα τη συνεργασία με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Μέχρι το 1974 το κράτος έλεγχε την εκκλησιαστική διοίκηση μέσω του βασιλικού ή κυβερνητικού επιτρόπου, η έγκριση του οποίου ήταν απαραίτητη για την επικύρωση κάθε συνοδικής πράξης. Η κατάργηση αυτού του αναχρονιστικού θεσμού και η ψήφιση του νέου Καταστατικού Χάρτη συνέβαλαν δραστικά ώστε οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας να εισέλθουν σε μία νέα βάση ανεξαρτησίας. Βασικό σημείο στον καθορισμό των σχέσεων αποτελεί το άρθρο 2 του Καταστατικού Χάρτη, όπου ορίζεται ο τρόπος αλληλεπίδρασης: «Η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται με την Πολιτεία σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, όπως αυτά της χριστιανικής αγωγής της νεότητας, της θρησκευτικής υπηρεσίας του στρατεύματος, της εξύψωσης του θεσμού του γάμου και της οικογένειας, της φροντίδας για την περίθαλψη όσων ζητούν προστασία, της διαφύλαξης των ιερών κειμηλίων και εκκλησιαστικών και χριστιανικών μνημείων, της καθιέρωσης νέων Θρησκευτικών εορτών, ζητεί δε την προστασία της Πολιτείας όταν προσβάλλεται η θρησκεία».

Λόγω του μείζονος συστατικού ρόλου της Ορθόδοξης πίστης στο ελληνικό κράτος η Εκκλησία ως πνευματικός και κοινωνικός φορέας της ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο πλέγμα νομικών σχέσεων με την Πολιτεία, που ενσωμάτωνε στοιχεία του εθιμικού δικαίου αλλά και των κατά βάση προτεσταντικών επιρροών της κρατικής διοίκησης των πρώτων χρόνων του ελεύθερου εθνικού μας βίου. Οι νομικές σχέσεις μεταξύ των δύο θεσμών ακολούθησαν την εξελικτική πορεία αντίστοιχων σχέσεων, που υφίσταντο (και υφίστανται) σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη σε συνάρτηση, βέβαια, με την κοινωνική και πολιτιστική ιδιαιτερότητα του τόπου. Έτσι, ο εξορθολογισμός των διακριτών ρόλων έχει εξυπηρετηθεί σημαντικά από την ελληνική νομοθετική παραγωγή των τελευταίων σαράντα ετών και την ενσωμάτωση της νομολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών. Όσον αφορά το άρθρο 3 του Συντάγματος στο πρώτο σκέλος του είναι διαπιστωτικό σχετικά με την πληθυσμιακή επιρροή της Ορθόδοξης Εκκλησίας χωρίς αυτό να παράγει δίκαιο υπέρ της, όπως έχει νομικά κατοχυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ στο υπόλοιπο ορίζει τη σχέση μεταξύ α) του ελληνικού κράτους και β) της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο βάσει των δύο καταστατικών κειμένων του 1850 και του 1928. Αντίστοιχο είναι το άρθρο 7 του Ιταλικού Συντάγματος, το οποίο καλύπτει με συνταγματικό κύρος τη Συνθήκη του Λατερανού (1929), που ορίζει τη σχέση της Αγίας Έδρας με το ιταλικό κράτος.

Από εκεί και πέρα, για τη διευθέτηση των οικονομικών θεμάτων μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας έχει συσταθεί η Εταιρεία Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Ακίνητης Περιουσίας, σκοπός της οποίας είναι η συνεκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας της Αρχιεπισκοπής σε πρώτη φάση και η ένταξη σε αυτήν και των άλλων Μητροπόλεων ακολούθως. Από τα έσοδα της Εταιρείας, το 50% θα αποδίδεται στον εκκλησιαστικό φορέα για το κοινωνικό και φιλανθρωπικό του έργο και το υπόλοιπο 50% στο Δημόσιο. Σε αυτή τη βάση συναίνεσης χρειάζεται να προχωρήσουν όλα τα επόμενα βήματα διαλόγου με στόχο λύσεις, οι οποίες θα έχουν θετική επίδραση στην κοινωνία.

Ένα άλλο πεδίο συνεργασίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας είναι η Θρησκευτική Διπλωματία. Η θρησκεία αποτελεί καθοριστικής σημασίας διπλωματικό πόρο, ως πηγή μείζονος επιρροής. Ένα βασικό στοιχείο της θρησκευτικής διπλωματίας αφορά τη συμμετοχή και την προώθηση των διαθρησκειακών διαλόγων. Αυτός ο τύπος διαλόγου έχει χρησιμοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες προκειμένου να ξεπεραστούν η εχθρότητα και η δυσπιστία μεταξύ Μουσουλμάνων από τη μία πλευρά και Χριστιανών και Εβραίων από την άλλη, υπογραμμίζοντας την κοινή Αβρααμική τους παράδοση, τον μονοθεϊσμό και την επιμονή τους στην ιδέα μιας υπερβατικής, καθολικής, αντικειμενικής ηθικής. Οι θρησκευτικοί παράγοντες συνεισφέρουν μία νέα διάσταση εμπιστοσύνης και νομιμοποίησης και, ως εκ τούτου, αυξημένης επιρροής στη διπλωματική διαδικασία. Μία τέτοια αισιόδοξη πρωτοβουλία αξιοποίησης της θρησκευτικής διπλωματίας είναι η διοργάνωση από το Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα διεθνούς συνδιάσκεψης για τον θρησκευτικό και πολιτιστικό πλουραλισμό και την ειρηνική συνύπαρξη στη Μέση Ανατολή από τις 18 έως τις 20 Οκτωβρίου, όπου θα συμμετάσχουν κορυφαίες παγκόσμιες πολιτικές, θρησκευτικές και διπλωματικές προσωπικότητες.

Νταλιάρης Γιώργος

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.