Anthony Bloom: Όταν οι άνθρωποι πάσχουν από κάποια ψυχικη ασθένεια ή από γεροντική άνοια, πολύ συχνά εγκαταλείπονται στην τύχη τους καί η κατάστασή τους επιδεινώνεται, διότι παύουν πιά νά χρησιμοποιούν ό,τι τούς έχει απομείνει από τή ζωτικότητά τους, τίς νοητικές τους δυνάμεις, τήν αντίληψή τους.

Έτσι χειροτερεύουν προκαταβολικά, ενώ δέν θά ήταν απαραίτητο νά συμβεί αυτό.

Όταν, λοιπόν, κάποιος αρχίζει σταδιακά καί χάνει τή μνήμη του, τήν οξύτητα τού πνεύματος του κ.λ.π., πρέπει αυτό ακριβώς νά κάνουμε: νά καθίσουμε καί νά τού μιλάμε, νά επικοινωνούμε όσο τό δυνατόν περισσότερο, στό βαθμό τών ικανοτήτων πού τού έχουν απομείνει.

Όχι προσπαθώντας νά επαναφέρουμε τόν ασθενή σέ μία κατάσταση πού δέν μπορεί νά επανέλθει, όχι προσπαθώντας νά τόν πιέσουμε πέρα από τίς δυνατότητές του, διότι αυτό φέρνει απελπισία, αλλά να μείνουμε στό δικό του επίπεδο καί νά χρησιμοποιήσουμε όλες τίς δυνατότητες πού υπάρχουν γιά συζήτηση, επαφή, οπτικά ερεθίσματα.

Αυτό είναι τό ένα θέμα. Όσο γιά τους σχιζοφρενείς ή τούς ψυχικά πάσχοντες γενικοτερα, έχω δύο παραδείγματα πού μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Όταν εργαζόμουν σέ ένα γαλλικό ψυχιατρείο, συνάντησα μία Αμερικανίδα ψυχίατρο μέ τήν οποία είχα τήν ευκαιρία νά συζητήσω πάνω στό θέμα τής ψυχικής ασθένειας. Καί μού είπε τήν εξής ιστορία: Τήν εποχή πού έκανε τήν ειδικότητά της είχαν ένα ασθενή, σχιζοφρενή, πού τόν είχαν βάλει σέ απομόνωση.

Ο καθηγητής είπε σέ έναν από τούς ειδικευόμενους φοιτητές:

Πήγαινε νά καθίσεις μέ αυτό τόν άνθρωπο όσο αντέχουν τά νεύρα σού.

Ο νέος ρώτησε: Γιά πόσες ώρες;. Τέσσερις, πέντε ώρες τήν ημέρα. Μα, πρός τί;. Απλώς κάτσε.

Καί ο νεαρός φοιτητής κάθισε γιά λίγο, αλλά δέν τό άντεξε. Βγήκε καί είπε στόν καθηγητή του: Δέν μπορώ.

Καί ο καθηγητής τού απάντησε: Αυτή είναι η μόνη θεραπεία πού μπορώ νά προσφέρω στόν άνθρωπο αυτόν, κι εσύ τήν αρνείσαι.

Δοκίμασε λοιπόν ξανά ο φοιτητής, κάθισε γιά περίπου τρείς εβδομάδες καί στό τέλος αυτός ο άνθρωπος πού ήταν εντελώς κλεισμένος στόν εαυτό τού γύρισε καί τού μίλησε.

Είχα κι εγώ τήν ίδια εμπειρία, πάλι στή Γαλλία, μέ κάποιον ασθενή πού βρισκόταν γιά αρκετές βδομάδες στό νοσοκομείο χωρίς νά ανταποκρίνεται σέ τίποτε, ερωτήσεις, προτροπές κ.λ.π.

Παρέμενε βουβός. Καί είπα στόν επικεφαλή:

Θα σέ πείραζε άν απλώς καθόμουν μαζί του;. Σήκωσε τούς ώμους αδιάφορα, θά τό έκανα τήν ημέρα τής αργίας μου κι έτσι δέν τόν ένοιαζε.

Κάθισα, λοιπόν, καί τόν κοίταζα αυτόν τόν άνδρα, κι αυτός καθόταν επίσης καί κοιταζόμασταν.

Έκατσα εκεί κάπου 10 ώρες -είμαι, ξέρετε, υπομονετικός άνθρωπος!- καί μετά, στό τέλος τής δέκατης ώρας, ξαφνικά είπε:

Και γιατί κάθεσαι εδώ;.

Τού είπα: Γιατί μου αρέσει νά κάθομαι μαζί σού. Και γιατί;, ρώτησε, καί συνέχισε, κι αυτό ήταν η αρχή τής θεραπείας του.

Δέν θέλω νά πώ ότι μπορεί κανείς νά θεραπεύσει τούς σχιζοφρενείς καθισμένος μέ τίς ώρες δίπλα τους, δέν είμαι τόσο αφελής.

Αυτό πού θέλω νά πώ είναι ότι ισως νά επιβραδυνόταν η πνευματική καί συναισθηματική κατάπτωση πάρα πολλών ανθρώπων, άν καθόταν κάποιος μαζί τους, αντί νά θεωρούμε ότι, εφόσον έχουν τροφή, καθαριότητα καί τίς βασικές φροντίδες, έχουν καί όλα όσα χρειάζονται.

Όχι! Χρειάζονται ανθρωπινη επαφή, χρειάζονται ανθρωπισμο.

Κι έτσι είναι. Όταν ένας άνθρωπος δέν φαίνεται ότι μπορεί νά επικοινωνήσει καθόλου, άν καθίσεις και τού κρατήσεις τό χέρι, θά τού έχεις προσφέρει κάτι. Τά άτομα αυτά δέν μπορούν νά σού πούν άν τούς αρέσει ή όχι.

Αλλά θά υπάρξει μία στιγμή πού θά αντιδράσουν καί τότε θά ξέρεις ότι δέν έχασες τόν χρόνο σου μέ τό νά κάθεσαι κοντά τους.

Κι άν αναλογιστούμε τόν χρόνο πού σπαταλούμε έτσι κι αλλιώς, γιατί νά μήν τόν σπαταλήσουμε μέ θετικό τρόπο, γιατί νά μήν κάνουμε τίς άχρηστες σκέψεις ή καί τίς χρήσιμες σκέψεις μας καθισμένοι δίπλα σέ κάποιον πού χρειάζεται τή φυσική μας παρουσία, παρά νά κάνουμε τό ίδιο σέ μία πολυθρόνα, κοιτώντας μία συσκευή τηλεόρασης τήν οποία ούτε καν προσέχουμε;

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.