Ο ασκητισμός είναι η μεθοδολογία της Εκκλησίας δια της οποίας εκφράζονται τα πρακτικά βήματα, στα οποία βαδίζοντας ο πιστός ακολουθεί τη διαδικασία την οποία ακολούθησαν οι πριν από αυτόν και πέτυχαν την ένωση με τον Θεό. Αυτό εννοούμε όταν λέμε "επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσιν"· οφείλουμε να ακολουθήσου με όχι μόνο τις διδασκαλίες τους, αλλά και να μιμηθούμε τον τρόπο ζωής τους[101]. Από την πρακτική ενάσκηση των αρετών, υπό την καθοδήγηση ενός έμπειρου οδηγού, να καθαρθούμε, να οδηγηθούμε στο φωτισμό και τη θέωση όπως εκείνοι. [102]

Ωστόσο, όπως ο π. Ζαχαρίας (Ζάχαρος) επισημαίνει, «δεν υπάρχουν συνταγές» στην πνευματική ζωή[103]. Οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν τη γενική ασκητική πορεία με την οποία κάποιος επιτυγχάνει τη σωτηρία και την ένωση με τον Θεό. Ο Θεός ωστόσο, ως Υπόστασις-Πρόσωπον και ως εκ τούτου εκφραζόμενος εν απολύτω ελευθερία, δίνει αυτά τα δώρα στο δικό Του χρόνο και σύμφωνα με την κρίση Του. Ο Χριστιανικός ασκητισμός δεν είναι κάποιο είδος επιχειρηματικής συναλλαγής κατά την οποία ο άνθρωπος κάνει θυσίες προς τον Θεό, με σκοπό την αντιμισθία. Αντίθετα, όπως ο άγιος Μάξιμος διδάσκει, ο στόχος του ασκητισμού είναι ο εξαγνισμός της αγάπης μας. [104] Αν αντιληφθούμε τον ασκητισμό σε αυτή την προοπτική, καθίσταται απαραίτητος ως προετοιμασία για την πρόσωπο με Πρόσωπο συνάντηση του κτιστού με το άκτιστο στη βάση της θεωρίας του Θεού. [105]

Στον π. Σωφρόνιο ωστόσο η θυσιαστική πλευρά του ασκητισμού δεν είναι απούσα. Γράφει:

“Συχνάκις κατά την διάρκειαν της ζωής αυτών, ποιηταί και ζωγράφοι, συγγραφείς και μουσικοί, υπομένουν προθύμως πάσαν στέρησιν εξ αγάπης προς την τέχνην. Ούτως, και έτι πλέον, εκείνοι εις τους οποίους εδόθη το προνόμιον να ψαύσουν της ουρανίου φλογός υφίστανται μετά χαράς τα πάντα”. [106]

Καθώς ένα πρόσωπο αγωνίζεται για την προσωπική γνώση του Θεού, η θυσία για την αγάπη απαιτείται[107]. Πρόκειται για μια κατανόηση του ασκητισμού για την οποία ο π. Νικόλαος (Σαχάρωφ) σημειώνει «Γι’ αυτόν [π. Σωφρόνιο], η θεολογία πηγάζει από τη θεωρία και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋποθέτει ασκητική προετοιμασία»[108].

1. Η τήρηση των εντολών

Κατά τις τελευταίες στιγμές με τους μαθητές Του ο Χριστός, λίγο πριν την σταύρωση, τονίζει ποια θα είναι η απόδειξη της αγάπης τους προς Αυτόν: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάννης 14,15). Σε όλα τα γραπτά του π. Σωφρόνιου επισημαίνεται ότι η «θυσία της αγάπης» που απαιτείται από τον ασκητισμό είναι κυρίως η τήρηση των εντολών του Χριστού. [109] Ενδιαφέρον είναι το εξής χωρίο: «Δεν υπάρχει άλλη οδός προς τη γνώση αυτή [της βιωθείσας εμπειρίας] παρά η οδός της τηρήσεως όλων εκείνων τα οποία έθεσε ως εντολή ο Χριστός (βλέπε Ματθαίος κη’ 20)». Η τήρηση των εντολών δεν είναι μόνο η σφραγίδα της πίστης στο Χριστό, ή η βασική προετοιμασία για την κοινωνία στο Είναι με τον Θεό. Πρωτίστως είναι η αυτοαποκάλυψη του Θεού.[110] Ως εκ τούτου, οδηγούν τον άνθρωπο «στη μεθόριον» μεταξύ κτιστού και Ακτίστου:

“Αι εντολαί του Χριστού είναι κατά την ουσίαν αυτών αυτοαποκάλυψις Θεού· εκπεφρασμέναι δια γηΐνων λέξεων φαίνονται εις ημάς σχετικαί, αλλά θέτουν εκείνον, όστις τηρεί αυτάς, ως ώφειλεν, εις το μεθόριον μεταξύ του σχετικού και του απολύτου, του πεπερασμένου και του απείρου, του αιτιοκρατουμένου και του αυτεξουσίου”.111

Σε αυτό το κατώφλι ο άνθρωπος δύναται να λάβει τη χαρισματική γνώση.112 Αυτό πραγματώνεται όχι εκ της λογικής του ανθρώπου αλλά εξαιτίας της ζωντανής μεταμόρφωσης ως το αποτέλεσμα της τήρησης των εντολών για τον πιστό. «Η πίστη … μάς καλεί στη γνώση των Θείων Μυστηρίων, όχι με τη χρήση της λογικής, αλλά με την παραμονή στις εντολές του Χριστού»113. Η προσωπικότητα του Αγίου Σιλουανού δίδει ένα πρωτότυπο παράδειγμα. Σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο:

“Δι’ όλου του είναι αυτού ο Γέρων εμαρτύρει ότι η γνώσις των υψίστων πνευματικών αληθειών έγκειται εις την οδόν της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών και ουχί εις την “θύραθεν παιδείαν”. Έζη εν τω Θεώ και άνωθεν[114] ελάμβανε τον φωτισμόν, η δε γνώσις αυτού δεν ήτο η αφηρημένη κατανόησις, αλλ’ η υπαρκτική, τουτέστιν αυτή αύτη η ζωή”. [115]

Καθίσταται σαφές ότι ο βασικός στόχος της ασκητικής ζωής, προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης, είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού. Ο π. Σωφρόνιος το αντιλαμβάνεται αυτό ως γενική αρχή κάθε ασκητικής και γενικότερα εκκλησιαστικής πρακτικής. Στη συνέχεια θα αναλύσουμε τις ιδιαίτερες πτυχές ασκητικής πράξης που ο π. Σωφρόνιος προσδιορίζει.

2. Μνήμη θανάτου και φόβος του Θεού

Την αφόρμηση στην ανάλυσή μας από τη μνήμη θανάτου και τον φόβο του Θεού θα τη λάβουμε από τη σειρά, που ακολουθεί ο π. Σωφρόνιος, στο βιβλίο του Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί. Ορίζει τη μνήμη θανάτου:

“Είναι ιδιαιτέρα τις κατάστασις κατά την οποίαν η αιωνιότης κρούει την θύραν της καρδίας του διαμένοντος εν τω σκότει της αμαρτίας ανθρώπου. Τότε το Πνεύμα του Θεού μη γνωστόν εισέτι, ανεξιχνίαστον και κρυπτόμενον, μεταδίδει εις το πνεύμα του ανθρώπου την δυσερμήνευτον θεώρησιν του περιβάλλοντος κόσμου: Άπαν το κτιστόν είναι, εσφραγισμένον απ’ αρχής δια της φθοράς, παρουσιάζεται άνευ νοήματος, βεβυθισμένον εις τον γνόφον του θανάτου”. [116]

Σκοπός αυτής της κατάστασης είναι να αποσπάσει τον άνθρωπο από τον εφήμερο κτιστό κόσμο καθώς και να αφαιρέσει τις ψευδείς και παράλογες φαντασιώσεις του για τη σταθερότητα – μονιμότητα της φυσικής δημιουργίας. Αυτό αναγκάζει τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο την ανυπαρξία, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτήν[117]. Είτε ζει κανείς μια ώρα είτε χίλια έτη ο άνθρωπος που διακατέχεται από τη χάρη της μνήμης του θανάτου αντικρίζει μόνο την ανυπαρξία, που βρίσκεται αναπόφευκτα μπροστά του. Δίπλα στην αιωνιότητα, το εφήμερο ακόμη και χιλιάδων ετών ανθρώπινης ζωής μοιάζει μοναχά σα μια ανάσα. Προκειμένου για τον άνθρωπο που προσκολλάται τόσο μανιωδώς στη αυτοδιαφύλαξή του μετά την πτώση του Αδάμ για να απελευθερωθεί από τα δεσμά του και να ανοίξει τα μάτια του στην αιωνιότητα, ο Θεός δίνει τη χάρη της μνήμης του θανάτου118.

Εάν η μνήμη του θανάτου διδάσκει στον άνθρωπο να βλέπει μέσα στο χρόνο και την αιωνιότητα, να αντιλαμβάνεται τον κτιστό κόσμο και τη θέση του μέσα σε αυτόν ρεαλιστικά, ο φόβος Θεού καθαρίζει από τις αυταπάτες του μεταβλητού και επαναπροσδιορίζει οντολογικώς τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο π. Σωφρόνιος λέει ότι το πιο σημαντικό είδος φόβου του Θεού είναι «της “φρίκης” να αποδειχθώμεν ανάξιοι του Θεού»119. Αυτό μπορεί να φαίνεται απλό ή ακόμα και παιδαριώδες, αλλά προξενεί τέτοια αλλαγή στην ψυχή του ανθρώπου που ο ίδιος πλέον δεν ανησυχεί για τις επίγειες έγνοιες ούτε μεριμνά για την απόκτηση δόξας από τον συνάνθρωπό του120. Συνέπεια αυτής της συνειδητοποίησης είναι η είσοδος του ανθρώπου στην οδό προς την σοφία (Ψαλμ 111, 10), όπου βιώνει την κατάσταση της κάθαρσης που του επιτρέπει να αντικρίσει τόσο το θάνατο που επέφερε η αμαρτία του όσο και την πλήρη αγιότητα και τελειότητα του Θεού. Αληθινός φόβος Θεού, όπως και πραγματική μνήμη του θανάτου, είναι η χαρισματική εμπειρία της χάριτος, απαραίτητη για τον άνθρωπο να προσεγγίσει τον Τριαδικό Θεό:

Ο φόβος ούτος κατέρχεται εφ’ ημάς Άνωθεν. Είναι πνευματική αίσθησις προ παντός του Θεού, ύστερον δε και ημών των ιδίων. Ζώμεν εν καταστάσει φόβου ένεκα της ζώσης παρουσίας του Ζώντος Θεού, έχοντες εν ταυτώ συνείδησιν της ρυπαρότητος ημών… άνευ της καθαρτικής αυτού ενεργείας [του φόβου Θεού] δεν θα αποκαλυφθή εις ημάς η οδός προς την τελείαν αγάπην του Θεού. 121

Το πρώτο στάδιο της πορείας του ανθρώπου προς τον Θεό είναι η αποκόλληση από τον κόσμο και την φανταστική ενατένιση της υπάρξεώς του, δια μέσου της μνήμης του θανάτου και του φόβου του Θεού.

3. Μετάνοια

Η μετάνοια είναι μία από τις πλέον σημαντικές πτυχές του ασκητισμού, αν όχι η σημαντικότερη, και θεμέλιό του. 122 Ο π. Σωφρόνιος γράφει στον Δαβίδ Μπάλφουρ ότι μετάνοια είναι «αληθινά η μόνη ορθή αρχή και βάση της πνευματικής ζωής… »123. Αποτελεί, μαζί με την πίστη, μία από τις κυριότερες προϋποθέσεις για τη Θεογνωσία, καθώς, «δια της χάριτος της μετανοίας…., η Αλήθεια εν τη πρωταρχική αυτής αγιότητι μεταδίδεται εις ημάς ως ζωή του Ιδίου του Θεού»124.

O π. Σωφρόνιος δίνει μια εξαιρετική περιγραφή της μετάνοιας:

“Η μετάνοια είναι το Θείον θαύμα δια την αποκατάστασιν ημών μετά την πτώσιν. Η μετάνοια είναι έκχυσις θείας εμπνεύσεως εφ’ ημάς, δυνάμει της οποίας ανυψούμεθα προς τον Θεόν, τον Πατέρα ημών, ίνα ζήσωμεν αιωνίως εν τω φωτί της αγάπης αυτού. Δια της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών. Τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου”. 125

Ωστόσο ο άνθρωπος προτού να είναι σε θέση να ανέβει προς τον Θεό, βιώνει μια κατάσταση που παρομοιάζεται με τη κόλαση126, μετά την πτώση του διαστρεβλωμένου εαυτού του, και κατά τη διάρκεια του αγώνα να αποκατασταθεί. Και πάλι όμως βιώνει την κόλαση της αγάπης του Θεού και του πλησίον του, δηλαδή, νοιώθει ανάξιος της κενωτικής αγάπης του Θεού: «Καταυγασθέντες κατ’ αρχάς υπό του Φωτός, καθοδηγηθέντες υπό της χειρός του Θεού εις νέαν, άγνωστον μέχρι τότε, και “υψηλήν” οδόν, συναντώμεν δύο μεγαλειώδεις βαθμίδας: Το όνομα της μιας είναι “Άδης μετανοίας”, της άλλης δε “Άδης αγάπης”»127.

Η πορευτική διαδικασία δια της μετάνοιας εξηγείται πιο συγκεκριμένα από τον π. Σωφρόνιο.

“Εν τη αρχή της μετανοίας επικρατεί θλίψις, συντόμως όμως διαπιστούμεν ότι διεισδύει εντός ημών ενέργεια νέας ζωής, επιφέρουσα θαυμαστήν αλλοίωσιν του νου. Αυτή καθ’ εαυτήν η κίνησις προς μετάνοιαν εμφανίζεται ως ανεύρεσις του Θεού της αγάπης. Ενώπιον του πνεύματος ημών διαγράφεται ευκρινέστερον η απεριγράπτως μεγαλοπρεπής εικών του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου. Ατενίζοντες εις το κάλλος τούτο ανακαλύπτομεν οποίαν φοβεράν διαστροφήν υπέστη εν ημίν η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού περί ημών… Η χάρις της μετανοίας αποκαλύπτει εν ημίν την εικόνα του Υιού του Πατρός. Ω, πόσον οδυνηρά είναι η πορεία αυτή!128

Το σημαντικό αγαθό στην πορεία της μετάνοιας είναι ότι επαναφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να λάβει το άκτιστο Φως129. Αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αποκαλύπτει την ανάγκη ο άνθρωπος να πορευτεί εντός της προσωπικής κοινωνίας στο Είναι και της Θεογνωσίας. Η οπτασία του φωτός πάντα προηγείται, «η άσκησις της μετανοίας, η καθαίρουσα ημας από των παθών»130. Κατόπιν δίδεται ως δώρο στον άνθρωπο η είσοδος στα μυστήρια του Θεού: «Ουχί άλλως, ει μη δια μετανοίας αφομοιούμεν υπαρκτικώς την Αποκάλυψιν, τίνι τρόπω συνελήφθη ο άνθρωπος εν τη προαιωνίω Βουλή του Τριαδικού Θεού προ καταβολής κόσμου»131. Επίσης, όπως σημειώσαμε, με τη μνήμη του θανάτου και το φόβο Θεού, η μετάνοια οδηγεί στο «μεθόριον» μεταξύ [132] Ακτίστου και κτιστού, όπου κάποιος δύναται να βιώσει υπαρξιακά μια «πρόγευσιν της Θείας παγκοσμιότητος»[133]. Η ανάγκη μετάνοιας ως της θεμελιώδους πτυχής του ασκητισμού, για τη είσοδο στη Θεογνωσία, είναι προφανής: «Η οδός προς την αγίαν θεωρίαν διέρχεται δια της μετανοίας»[134]. Καρπός της μετάνοιας είναι τα δάκρυα.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.