Θά σάς φέρω ένα παράδειγμα, πού μου τό είπε ένας Ιερέας τό έζησε ο ίδιος αυτό. Ηταν σέ μιά Μονή δέκα μοναχοί καί είχε πάει καί ένα πλουσιόπαιδο.

Οι δέκα έπαιρναν τούς τουρβάδες, τις παπούτσες καί πήγαιναν στά χωράφια, όπου αγωνίζονταν. Ο πλούσιος νέος δεν μπορούσε νά πάη μαζί τους, γιατί ήταν καλομαθημένος καί ο Γέροντας τον έβαλε εκκλησιαστικό. Οι γονείς του τού πήγαιναν σακούλες μέ τρόφιμα, εκείνος τά έβαζε στο κελί του καί όποτε ήθελε, έτρωγε.

Ο Γέροντας δεν αναπαυόταν από τή ζωή τού μοναχού αυτού καί έβλεπε ότι δέν βαδίζει σωστά. Έκανε πολλή προσευχή καί παρακαλούσε νά παρουσιαστή στον νέο κάτι, γιά νά μπή στή γραμμή πού ήταν καί οι άλλοι πατέρες. Ενα βράδυ, πού έκαναν ολονύκτιο αγρυπνία, βλέπει λοιπόν ο ύποτακτικός από τήν μιά τήν Παναγία, πού είχε μιά πετσέτα στον ώμο Της καί σκούπιζε τον ιδρώτα των Πατέρων, πού πήγαιναν στο διακόνημα των χωραφιών καί από τήν άλλη ο Άγγελος είχε τό Άγιο Ποτήριο καί τούς κοινωνούσε.

Τελευταία πήγε καί αυτός νά τού σκουπίση τον ιδρωτα.«Ποιόν ιδρώτα νά σου σκουπίσω; Δέν ίδρωσες, δέν κουράστηκες», τού είπε η Παναγία. Μετά πήγε νά κοινωνήση καί ο Άγγελος τού είπε: «Εσύ δέν έχεις καμία εργασία, η Κοινωνία είναι γι’ αυτούς πού αγωνίζονται γιά τή σωτηρία τους». Αυτή τήν οπτασία τήν είδε καί ο ύποτακτικός καί ο Γέροντας. Τρέχει ο ύποτακτικός στον Γέροντακαί του λέει: «Γέροντα, ό,τι κάνουν οι άδελφοί θά κάνω κι εγώ’.Αύριο θά μου δώσης τις παπούτσες καί τον τουρβά».

Σκέφθηκε οτι στερήθηκε την ευλογία από την Παναγία και την Κοινωνία α,πό τον Αρχάγγελο. Ό,τι κάνει κανείς, τό κάνει γιά τον Θεό. Δεν τό κάνει γιά τη Γερόντισσα καί γιά τό Γέροντα. Τό να αποφεύγη κανείς νά μη κρυώση, νά μή κουρασθή, αυτό λέγεται φιλαυτία. Όσο αγωνίζεται γιά τήν αγάπη του Χριστού, τόσο αισθάνεται τήν Χάρι Του. Πώς θά έρθη η Χάρις χωρίς κόπο, χωρίς προσευχή, χωρίς αγρυπνία, χωρίς νηστεία καί εγκράτεια, χωρίς φόβο Θεού στήν ψυχή μας; Πώς θά έρθη η Χάρις τού Θεού στήν καρδιά μας; Όσο αγωνιζόμαστε, δέν θά έρθη ποτέ ξηρασία στήν ψυχή μας καί τόσο η Χάρις τού Θεού θά μάς ενισχύη καί θά μάς βοηθάη. Γιά παράδειγμα, έρχεται τό αλεύρι. ’Άν ο ένας από ’δώ λέει, «εγώ δέν μπορώ νά τό σηκώσω», ο άλλος από ’κει, «δέν μπορώ», τότε ποιος θά ξεφορτώση; Όταν όμως έχουμε πίστι, θά βοηθήση ο Θεός καί δέν θά αφήση τό πλάσμα του, πού αγωνίζεται γιά τήν αγάπη Του, νά πάθη τίποτε, ακόμη καί όταν υπάρχη μια σοβαρή ασθένεια.

Όσο αγωνιζόμαστε, τόσο μάς δίνει ο Θεός. Όσο αγαπάμε τον Θεό, τόσο πολύ μάς αγαπάει κι ο Θεός καί μας δίνει δύναμι Θά μας επισκιάζη η Χάρις του Θεού, όταν εγκρατευώμαστε. Δοκιμάστε νά πήτε: «Σήμερα δέν θά πιώ νερό γιά τήν αγάπη τού Χριστού ή σήμερα δέν θά φάω αυτό πού μου ανήκει, θά φάω λιγώτερο ή σήμερα δέν θά κοιμηθώ όσο πρέπει», νά δήτε τί θά καταλάβετε στήν ψυχή σας. Αυτά είναι δωρεές του Θεού- όσο κοπιάζει

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.