Τὴν προορατικότητα καὶ τὴ χάρη τοῦ Γέροντα δείχνει ἄλλο ἕνα περιστατικό, ποὺ θὰ σᾶς διηγηθῶ.

Ξεκινήσαμε μὲ τὴ φίλη μου Μαρία πάλι γιὰ τὸ μοναστήρι τοῦ Γέροντα.

Τὸ αὐτοκίνητό μου δὲν πήγαινε καλὰ καὶ ὁ ἄνδρας μου εἶχε ἀντιρρήσεις ἂν ἔπρεπε νὰ τὸ ἐμπιστευθῶ γιὰ νὰ κάνει τόσο δρόμο μέχρι τὸν Ὠρωπό. Ἐμεῖς ὅμως εἴχαμε τόση λαχτάρα νὰ δοῦμε τὸν Γέροντα ποὺ ἀψηφήσαμε τὸν κίνδυνο.

Τὰ πράγματα ἀπέδειξαν τὸ λάθος μας. Μόλις φθάσαμε στὴν ἀρχή τοῦ χωματόδρομου τῶν Ἀγράφων, γιὰ ὅσους ξέρουν ἀπὸ τὸ τοπίο, ἔγινε ἕνας μεγάλος θόρυβος μέσα στὴ μηχανή, ἕνας κρότος καὶ τὸ αὐτοκίνητο σταμάτησε. Οὔτε μπροστὰ πήγαινε οὔτε πίσω. Ἕνα ὑδροφόρο κατέβαινε ἀπὸ τὸ μοναστήρι. Γνώριζα τὸν ὁδηγό.

– Κύριε Βαγγέλη, τὸν παρακάλεσα, γιὰ κοίτα τί ἔπαθε αὐτὸ τὸ αὐτοκίνητο.

Κατέβηκε ἀπ’ τὸ τιμόνι του, ἔπεσε κάτω ἀπ’ τὸ χαλασμένο δικό μου αὐτοκίνητο καὶ ἄρχισε νὰ σκαλίζει τὴ μηχανή. Στὸ τέλος ἀπελπίστηκε.

– Δὲν γίνεται τίποτα, εἶπε.

Εἶχε ἀρχίσει νὰ σκοτεινιάζει. Κλείσαμε τὸ αὐτοκίνητο καὶ κινήσαμε μὲ τὰ πόδια γιὰ τὸν Γέροντα. Μόλις μὲ εἶδε ὁ Γέροντας, χωρὶς νὰ τοῦ πῶ τίποτα, μὲ πρόλαβε πάλι.

– Τί θὰ μοῦ πεῖς πάλι; Γιατί ἀφήνεις κάθε ἀνίδεο νὰ σκαλίζει τὴ μηχανὴ τοῦ αὐτοκίνητου; Μὲ μάλωσε.

Ὕστερα μὲ λυπήθηκε καθὼς φαινόμουν σὰν χαμένη, καθὼς ἀναλογιζόμουν τὴ νύχτα ποὺ ἔφτανε, τὴν ἀπόσταση, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀντιρρήσεις πρὶν ξεκινήσω.

– Θὰ σὲ στείλω σπίτι σου, μὲ διαβεβαίωσε, θὰ σὲ βοηθήσει ἡ Τροχαία καὶ ἡ ΕΛΠΑ θὰ πάρει τὸ αὐτοκίνητό σου. Μὴ φοβᾶσαι, ὅλα θὰ πᾶνε καλά.

– Πῶς Παππούλη; Εἶπα σὰν χαμένη πάλι. Ψυχὴ δὲν ὑπάρχει γύρω.

Ὁ Γέροντας μὲ ἀνέχτηκε μὲ ὑπομονή.

– Κάτω στὴν πόρτα σὲ περιμένει κάποιος νὰ σὲ ὁδηγήσει στὴν Τροχαία, εἶπε.

Πράγματι. Ἀφοῦ μᾶς εὐλόγησε φύγαμε. Στὴν πόρτα ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι μᾶς περίμενε, ἄγνωστο πῶς, ἕνα ἰδιωτικὸ αὐτοκίνητο. Ὁδηγοῦσε ἕνας νέος σιωπηλός. Μᾶς ἄφησε μπροστὰ στὴν Τροχαία τῆς Μαλακάσας χωρὶς νὰ τοῦ τὸ ποῦμε ἐμεῖς.

Μᾶς περίμενε ὁ διοικητής, ποὺ μᾶς μάλωσε γιατὶ ἀργήσαμε.

– Ἀργήσαμε; τὸν ρώτησα. Μὰ ἐσεῖς ποῦ τὸ ξέρατε;

– Δὲν τηλεφωνήσατε; μᾶς ρώτησε. Στὴν ἄρνησή μου ρώτησε πάλι κάτωχρος:

– Ἀπὸ τὸν Γέροντα ἔρχεσθε;

– Ναί, τοῦ εἶπα. Δὲν εἶπε τίποτ’ ἄλλο. Εἶχε καταλάβει.

Ή ΕΛΠΑ ὅμως πῶς εἰδοποιήθηκε; Ὁ ὁδηγὸς τοῦ αὐτοκίνητου τῆς ΕΛΠΑ μᾶς εἶπε ὅτι ἔχασε τὸ δρόμο γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή του καὶ παιδευόταν ὥρα γύρω κάνοντας γύρους ἀπὸ τὴν Τροχαία. Πήραμε τὸ αὐτοκίνητό μου, ἀφοῦ τὸ δέσαμε μὲ τὶς ἁλυσίδες καὶ ἀνεβήκαμε στὸ αὐτοκίνητό της ΕΛΠΑ μὲ κατεύθυνση τὴν Ἀθήνα.

– Πιστεύεις; ρώτησα τὸν οδηγό.

– Δὲν ξέρω, μοῦ ἀπάντησε ἀπότομα. Σκέφτομαι τώρα ἂν θὰ βροῦμε συνεργεῖο στὶς Τρεῖς Γέφυρες, ποὺ μοῦ λές, ἀνοικτὸ τέτοια ὥρα. Αὐτὰ κλείνουν στὶς πέντε.

Ὅταν φθάσαμε ὅμως στὸ συνεργεῖο ὁ κύριος Φαλιέρος, ποὺ εἶχε τὸ συνεργεῖο, ἀγωνιζόταν ἀκόμα νὰ κλείσει τὴν πόρτα, ποὺ ἐπὶ ἀρκετὴ ὥρα προσπαθοῦσε νὰ τὴν κλείσει. Εἶχε ἀρκετὰ παιδευτεῖ. Δὲν ἔφευγε βέβαια ν’ ἀφήσει ἐκτεθειμένα τ’ αὐτοκίνητα τὰ ξένα. Ὅμως ἡ πόρτα ἔκλεισε χωρὶς κανένα πρόβλημα, μόλις πῆρε τὸ αὐτοκίνητό μου μέσα.

Ὁ σωφὲρ τῆς ΕΛΠΑ μάζεψε τὶς ἁλυσίδες τοῦ ρυμουλκοῦ αὐτοκίνητου.

– Ἄκουσε, μοῦ εἶπε σχεδὸν ἀπότομα. θὰ σᾶς βγάλω στὸν κεντρικὸ δρόμο νὰ πάρετε ἕνα ταξί. Ἔχω ραντεβοὺ στὸ Περιστέρι.

Τὴν ἴδια ὥρα ὅμως τὸ μεγάφωνο τοῦ αὐτοκίνητου του τὸν εἰδοποιοῦσε πὼς ἔπρεπε νὰ πάει στὸ Χαλάνδρι μέσω Ἁμαρουσίου. Ἔτσι, ὅπως μᾶς εἶπε ὁ Γέροντας, μᾶς ἄφησε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας στὸ Μαρούσι.

Παναγιώτα Γκίκα-Δοϊτσίνη (Φιλόλογος)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Κλείτου Ἰωαννίδη “Ὁ Γέρων Πορφύριος. Μαρτυρίες καὶ Ἐμπειρίες“

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.