Εννιά χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την ημέρα που το Σώμα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέλεξε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος τον τότε μητροπολίτη Θηβών κ. Ιερώνυμο. Έτη πολλά Μακαριώτατε!

«Ευχαριστώ τον Θεό και τους Αρχιερείς». Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του τότε Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερωνύμου, στο άκουσμα της απόφασης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος να τον εκλέξει Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος στις 7 Φεβρουαρίου 2008.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, γεννήθηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας.
Ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας Τάσου και Δήμητρας Λιάπη.
Διάχυτη η αγάπη του για την ιδιαίτερη πατρίδα του και τους κατοίκους της.
Στην Βοιωτία γνώρισε τον πνευματικό του καθοδηγητή, τότε Αρχιμανδρίτη και μετέπειτα Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Νικόδημο Γραικό.

Σπούδασε Αρχαιολογία και Θεολογία στην Αθήνα και στη συνέχεια πραγματοποίησε Βυζαντινές σπουδές σε Αυστρία και Γερμανία. Εργάσθηκε ως πανεπιστημιακός βοηθός στην Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία δίπλα στον σπουδαιότερο ερευνητή της ελληνικής Αρχιτεκτονικής Αναστάσιο Ορλάνδο, ο οποίος υπήρξε και ένας από τους θεμελιωτές της επιστήμης της Βυζαντινής Τέχνης στην Ελλάδα. Επίσης, εργάσθηκε ως φιλόλογος στο Λεόντειο Λύκειο της Νέας Σμύρνης, στο 9ο Νυκτερινό Γυμνάσιο Αθηνών, καθώς και στο Γυμνάσιο Αυλώνα.

Χειροτονήθηκε Διάκονος στις 3 Δεκεμβρίου 1967 από τον Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Νικόδημο στη Θήβα, λαμβάνοντας το όνομα Ιερώνυμος προς τιμήν του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Α’.
Στις 10 του ίδιου μήνα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη πόλη της Λιβαδείας, όπου έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη.

Από την ημέρα της χειροτονίας του έως και το 1978 υπηρέτησε ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας και διετέλεσε Ηγούμενος των Ιερών Μονών Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σαγματά (1971-1977) και Οσίου Λουκά Βοιωτίας (1977-1981).
Το διάστημα των ετών 1978 – 1981 υπήρξε Γραμματέας και κατόπιν Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Πνευματικός πατέρας και καθοδηγητής του Αρχιεπισκόπου υπήρξε ο μακαριστός Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας Νικόδημος Γραικός.
Ήταν ο άνθρωπος που αποφάσισε, αν και ακόμη είχε δυνάμεις, να παραιτηθεί από την θέση του Μητροπολίτη, με σκοπό να την επιδώσει στα ικανά χέρια του πνευματικού του υϊού Ιερωνύμου, παρέχοντάς του έτσι την ευκαιρία να αξιοποιήσει τα δικά του τάλαντα.
«Ό,τι έκανα ήταν για το συμφέρον της Εκκλησίας» δήλωνε λακωνικά σε όσους εξέφραζαν την απορία τους για την ενέργειά του αυτή.

«Στον Όσιο Λουκά οφείλω την εκλογή μου» έχει δηλώσει ο Αρχιεπίσκοπος και γιαυτό κάθε χρόνο την ημέρα που η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου ο Αρχιεπίσκοπος επισκέφτεται τη μονή του Οσίου Λουκά στην Βοιωτία, για να προσευχηθεί. Όπως ο ίδιος έχει εξομολογηθεί μία δύσκολη περίοδος για τον ιδιος ήταν λίγο πριν τις Αρχιεπισκοπικές εκλογές του 1998.
Τότε τον συκοφάντησαν για οικονομικά θέματα. Απογοητευμένος, αλλά αισιόδοξος με δύναμη προσευχήθηκε στον Όσιο Λουκά, για να αποκατασταθεί η αδικία και έτσι έγινε.
Αυτό ήταν ένα πρώτο σημάδι από τον Όσιο Λουκά. Στη συνέχεια οι Αρχιεπισκοπικές εκλογές του 2008 ορίστηκαν για τις 7 Φεβρουαρίου και αυτό ήταν το δεύτερο σημάδι, γιατί πρόκειται για την ημέρα που η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Λουκά του Στειριώτη.

Στον ενθρονιστήριο λόγο του, ο Αρχιεπίσκοπος, μεταξύ άλλων ανέφερε:

Εμείς, οι διάκονοι της Εκκλησίας, δεν υπάρχουμε για να αντιπαραθέτουμε επιμέρους απόψεις εναντίον άλλων απόψεων ή ιδεολογικές αντιλήψεις έναντι άλλων ιδεολογιών, ούτε δικαιούμαστε να στρατευτούμε σε μια ιδεολογικοπολιτική επιλογή εναντιούμενοι σέ κάποιαν άλλη. Διότι τότε δεν θα είμαστε Εκκλησία αλλά μια θρησκευτική παράταξη, αυτοπεριορισμένη στη στενωπό των ιδεών της, αφού λησμόνησε ότι ο δρόμος που έχουμε να δείξουμε στους ανθρώπους και η αλήθεια που έχουμε χρέος να μαρτυρούμε δεν είναι μια ιδεολογία αλλά ένα πρόσωπο.

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του επεσήμανε πως «η Εκκλησία δεν έχει δικαίωμα να σιωπά και να αδιαφορεί για όσα ταλανίζουν τους ανθρώπους, είτε πρόκειται για τα μικρά προβλήματα της βιοτής τους, είτε για τα μείζονα προβλήματα της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν» και αυτό κάνει μέχρι σήμερα.
Αφουγκράζεται τον παλμό της εποχής και διεκδικεί τις θέσεις της Εκκλησίας σεμνά, αλλά με επιτυχία.
Και διατυπώνει τον λόγο του όχι για να αμφισβητήσει τους θεσμούς ή να εμπλακεί σε πολιτικές και κομματικές αντιπαραθέσεις αλλά για να εκφράσει την αγωνία του, όταν αισθάνεται ότι η έκπτωση των αρχών και των αξιών υποθηκεύει το μέλλον του λαού του Θεού και απαξιώνει τα ουσιώδη του βίου του.

Πάντοτε ήταν στόχος του να υπάρχει καλή συνεργασία με όλους τους φορείς, γιαυτό και στον ενθρονιστήριο λόγο του δεν παρέλειψε να επισημάνει πως «είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη η Εκκλησία και η Πολιτεία να πορευόμαστε εν αγάπη και ομονοία, προφυλάσσοντας και διασώζοντας τους διακριτούς μας ρόλους, ώστε να υπηρετήσουμε από κοινού τον λαό και τη χώρα μας, με επίγνωση της διαφορετικότητας των αποστολών μας».

«Ελάτε στο σπίτι σας για να το ανανεώσουμε και να το ανακαινίσουμε μαζί». Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του Αρχιεπισκόπου προς τους νέους. Είναι, άλλωστε, αδιαμφισβήτητη η μέριμνά του για τα νιάτα του τόπου. Στηρίζει με διάφορους φορείς και οργανισμούς της Αρχιεπισκοπής να στηρίζει τους νέους, ιδιαίτερα σήμερα που οι δυσκολίες είναι περισσότερες

Εκκλησία Online